Categories: ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Ήταν ένα μικρό καράβι

Ήταν ένα μικρό καράβι
που ήταν αταξίδευτο
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.

Κι έκανε ένα μακρύ ταξίδι
μέσα εις τη Μεσόγειο
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.

Και σε πέντε έξι εβδομάδες
σωθήκαν όλες οι τροφές
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.

Και τότε ρίξανε τον κλήρο
να δούνε ποιος θα φαγωθεί
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.

Κι ο κλήρος πέφτει στα αγόρια
που ήταν σαν σκυλόψαρα
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.

Κι ο κλήρος πέφτει στα κορίτσια
που ήταν σαν σκουπόξυλα
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.

Κι αν σας αρέσει αυτή η ιστορία
την ξαναλέμε, λέμε απ’ την αρχή
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.

Αυτό το τραγούδι μέχρι και σήμερα έχει τραγουδηθεί από γενιές και γενιές παιδιών. Και θα συνεχίσει να τραγουδιέται. Μες στην απλότητα του έχουν καταφέρει να παρεισδύσουν κάποιοι κανιβαλικοί στίχοι ανθρωποφαγίας. Θυμάμαι πολύ καλά να το τραγουδάω με δύο φίλους μου και να κάνουμε αυτοσχεδιασμούς, παίζοντας με την απλοϊκή  μελωδία,  παραλλάσσοντας την σε πιο τρομακτική. Για να συνάδει με τους στοιχειωμένους στίχους , «και τότε ρίξανε τον κλήρο, να δούνε ποιoς θα φαγωθεί». Ήξερα από τότε ότι δεν ήταν άλλο ένα παιδικό άσμα για την τέρψη των γονέων στις σχολικές εορτές. Έκρυβε κάτι , ένα ανομολόγητο μυστικό, στην ερμηνεία των προτάσεων του. Τελικά μια φορά, περιηγούμενος στο διαδίκτυο , βρήκα τη λύση στο αίνιγμα της προέλευσης των στίχων. Και ήταν μια μαγική ιστορία μέσα στο ζόφο της. Υπάρχει πάντα κάτι στο ζόφο που με ερεθίζει. Είναι που είμαι ακόμη ανώριμος και σε πολλά μου χούγια έφηβος. Γιατί για τον έφηβο η επαφή με τον ζόφο, το βαθύ σκοτάδι και την παρακμή ξεκινάει με πολλή διάθεση για πειραματισμό . Ο ζόφος είναι κάτι που πρέπει να απορρίψει ο έφηβος για να ορθοποδήσει. Αν μείνει σ’ αυτόν θα γίνει ένα περιπλανώμενο φάντασμα, ακατάτακτο και αδέξιο να συμμετέχει σε οποιαδήποτε ανθρώπινη συνθήκη. Ένα  τέτοιο  οπτασιακό πλάσμα ήμουν κι εγώ. Κυλούσα σαν σκιά καταμεσής του δρόμου γιατί κανένας δεν με έβλεπε. Δεν είχα την έπαρση του ανθρώπου που στην ουσία είναι και η δημόσια του δήλωση παρουσίας.

Το 1816 μια γαλλική φρεγάτα σαλπάρει με τελικό προορισμό της ένα νησί. Μαζί σχηματίζουν μια νηοπομπή και άλλα τρία πλοία. Το όνομα της φρεγάτας ήταν Medusa. Και ο λόγος αυτής της ονοματοθεσίας ήταν το ακρόπρωρο της φρεγάτας που ήταν η γοργόνα Μέδουσα. Τρομακτική στην όψη και γι’ αυτό ανίκητη από τα φυσικά στοιχεία και απ’ όλους τους επίβουλους πειρατές της εποχής. Η Medusa είχε περίπου τετρακόσια άτομα επιβάτες και εκατό εξήντα μέλη πλήρωμα. Γονείς μαζί με τα παιδιά τους που ήθελαν να ζήσουν το μοναδικό βίωμα της πλεύσης πάνω στην υδάτινη μάζα της μεγάλης και άγνωστης για εκείνη την εποχή θάλασσας. Οι μεγάλοι θαλασσοπόροι που έμειναν γνωστοί στην ιστορία και έθρεψαν την φαντασία των ανθρώπων  με τ’ ανταμώματα τους με παράξενα τέρατα του βυθού ήτανε μέσα στις σκέψεις όλων. Γιγαντιαία χταπόδια , ανθρωπόμορφα όντα που τα ταξινομούσαν στα είδη των γοργόνων.  Αυτοί οι σπουδαίοι εξερευνητές στάγδην ενέπνευσαν προσδοκίες στους επιβαίνοντες στη Medusa. Ακουμπισμένοι στα ξύλινα μέλη του καταστρώματος της φρεγάτας αγνάντευαν μέχρι τα όρια της όρασής τους  για να δούνε το μέχρι τότε ανείδωτο. Το «κρυφό λουλούδι» του πελάγους που η ύπαρξη του δεν είχε καταγράφει σε κανένα τετράδιο φυσιοδίφη ζωολόγου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Στους επιβάτες υπήρχαν και μερικά οικόσιτα ζώα. Σκυλιά, γατιά, ακόμη και παπαγάλοι. Κάποια στιγμή  μέσα στην ανεμοδούρα της ρότας της φρεγάτας ενέσκηψε μια επιδημία που αποδεκάτισε τους πληθυσμούς αυτών των ζώων. Τότε άρχισαν οι πρώτοι κλαυθμοί αποχαιρετισμού των τετράποδων και φτερωτών φίλων των ανθρώπων. Το πλοίο μπήκε σε μια γνόφο απροσδιόριστων συντεταγμένων και χάθηκε απ’ την υπόλοιπη νηοπομπή.  Η παράδοση θέλει τον καπετάνιο του πλοίου πρωτάρη. Με δεδομένο το γεγονός ότι είχε να ταξιδέψει  για είκοσι χρόνια. Η εμπειρία του ως ναυτικού είχε απολησμονηθεί απ’ την πολυετή ζωή του στη στεριά. Είχε όμως ακόμη την κομπορρημοσύνη πως αυτός ήταν πολύ πιο έξυπνος απ’ τους ναυτικούς των άλλων τριών καραβιών. Κι έτσι η Medusa χάθηκε μέσα σε μια νύχτα απ’ τα υπόλοιπα καράβια. Οι ταξιδιώτες φώναζαν απονενοημένα βοήθεια λες και μπορούσε η φωνή να ξεπεράσει σε ένταση την αντάρα της  θάλασσας.  Απ’ άκρη ως άκρη στην ατραπό του πλεούμενου απλώθηκε απελπισία. Και κορυφώθηκε σε απόγνωση όταν η Medusa προσάραξε σε μια ξέρα. Παρά και τις προσπάθειες του ουσιαστικά πρωτόπειρου κυβερνήτη το πλοίο βάλτωσε για τα καλά στα αβαθή και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει με μια καμιά επιχείρηση μανούβρας από τα επιδέξια χέρια του πληρώματος του. Έμειναν μερικές μέρες εκεί μέχρι που αισθάνθηκαν ότι έπρεπε να κάνουν κάτι για να μη γίνει η φρεγάτα ο ομαδικός τους τάφος.  Πραγματικά βλέποντας τα έργα ζωγραφικής κάποιων ζωγράφων που αναπαρέστησαν τις άθλιες συνθήκες των ναυαγισμένων αποκόμισα την αίσθηση της πολιορκίας μιας πόλης. Τα ένστικτα των ανθρώπων της φρεγάτας, πληρώματος και επιβατών, είχαν φτάσει στο φάσμα  του κτηνώδους και ο καθένας προσπαθούσε να σώσει το τομάρι του διαγουμίζοντας τρόφιμα και νερό που ανήκαν σε άλλους.

Ο καπετάνιος διέταξε να χρησιμοποιηθούν οι σωστικές λέμβοι, οι οποίες δεν είχαν χώρο για να φιλοξενήσουν όλους τους ναυαγούς. Κατασκευάστηκε έτσι μια σχεδία την οποία πρόσδεσαν πάνω στις λέμβους για να μην χαθεί. Στη σχεδία προωθήθηκαν εκατό πενήντα άτομα. Όλοι σε άθλιες συνθήκες, θαλασσοδαρμένοι, κουρασμένοι, ετοιμοθάνατοι.  Κορμιά ημίγυμνα και γυμνά παραταγμένα στην μεγάλη ξύλινη επιφάνεια σαν να ήταν αυτή ο τάφος τους ή σαν να ήταν η κόλασή τους. Ο ουρανός δεν υπήρχε. Μόνο η μανιασμένη και η  πεινασμένη για  πνιγμένους θάλασσα. Σκέφτηκα κάτι που είχα γράψει παλιότερο για τη διττή φύση   της θάλασσας. Πόσο δισυπόστατη είναι. Και ζωογόνος αλλά και μοναδική υφάντρα της μοίρας των ταξιδιωτών σε όλα τα σημεία του ορίζοντα.  Καταστροφική και μανιασμένη με δώρο του ανυπέρβλητου μεγαλείου της για του θνητούς τoν πνιγμό. Κάποια στιγμή κόπηκαν τα σχοινιά που έδεναν τη σχέδια με τις σωστικές λέμβους ,μια παράλληλη ιστορία λέει ότι τα έκοψε ο ίδιος ο καπετάνιος, και η σχεδία έμεινε ακυβέρνητη στις κυκλοθυμικές βουλές της θάλασσας.

Η σχεδία έπλεε σε άγνωστους ωκεανούς περίπου για δεκατρείς μέρες. Οι άνθρωποι είχα αποτρελαθεί. Δεν υπήρχε κάτι που να παρέπεμπε σε ανθρωπινότητα. Όλοι είχαν εξαχρειωθεί , αποκτηνωθεί και οι ενέργειες τους ήταν αντανακλαστικές με βάση τα κατώτερα ένστικτά τους. Θηρία ανήμερα  που είχαν ανάγκη να διαφυλάξουν το ζωτικό τους χώρο πάνω στη σχεδία και τα είδη πρώτης ανάγκης που είχαν μαζί τους για το ταξίδι με τη Medusa.  Εκεί πάνω στις δεκατρείς μέρες περίπου ανακάλυψαν πως δεν υπήρχαν πια τέτοια είδη. Είχαν καταναλωθεί όλα. Τα βλέμματα του ενός έναντι του άλλου ήταν πολύ καχύποπτα. Κάποιοι ανώτεροι αξιωματικοί της πάλαι ποτέ φρεγάτας δολοφόνησαν όσους με τις φωνές τους διατάρασσαν οποιαδήποτε προσπάθεια ανασύνταξης του λογικού των αποκαμωμένων. Απ’ την ασιτία και τη δίψα πέθαναν οι περισσότεροι επιζώντες της σχεδίας. Είχε δημιουργηθεί ένα σύμπλεγμα μπερδεμένων σωμάτων ζωντανών και νεκρών σαν αυτά στις αλγεινές φωτογραφίες των ομαδικών τάφων των Εβραίων στα κρεματόρια των Γερμανών.   Που κι εκεί ανάμεσα στους εκατοντάδες υπήρχαν κάποιοι που ψυχορραγούσαν. Μέσα σ’ αυτό το άθλιο σκηνικό γεννήθηκε η ιδέα για τους ελάχιστους  πια  εναπομείναντες ζωντανούς να τραφούν με κρέας απ’ των νεκρών.          

Κάποιοι δεν μπόρεσαν να το κάνουν και προτίμησαν να θυσιαστούν άσπιλοι από το αμάρτημα της ανθρωποφαγίας. Κάποιοι άλλοι λύγισαν και αφού πρώτα ξέραιναν τα πτώματα στον ήλιο έπειτα έτρωγαν απ’ το κρέας των πτωμάτων. Κι ενώ το μαρτύριο έμοιαζε να έχει μπει σε κυκλοτερή τροχιά άνευ αρχής και τέλους, η σχεδία εντοπίστηκε από ένα από τα άλλα τρία καράβια της αρχικής νηοπομπής. Οι ζωντανοί της σχεδίας απ’ τους εκατό πενήντα ήτανε μόνο δέκα.

Πολλοί καλλιτέχνες της εποχής , όταν έμαθαν για το μακάβριο ατύχημα, δεν δίστασαν, προκειμένου να το  σφραγίσουν ζωντανό στις μνήμες των ανθρώπων,  να επισκεφθούν στο νοσοκομείο τους «τυχερούς» της  συγκλονιστικής περιπέτειας. Ο ζωγράφος Τεοντόρ Ζερικό είδε και πτώματα στο νεκροτομείο. Τον ενδιέφερε το ανάγλυφο των θανάσιμα τραυματισμένων και η απίσχναση των υποσιτισμένων. Στον απόηχο όλης αυτής της σχεδόν μυθώδους ιστορίας φτιάχτηκε και το γνωστό τραγουδάκι. Από τότε ηχεί στα αυτιά μου σαν ένα στοιχειωμένο μνημόσυνο για όσα διημείφθησαν εκεί πάνω στα κανιβαλικά  δείπνα.

Φώτης Θαλασσινός

Share
Published by
Φώτης Θαλασσινός