Categories: ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Υπάρχει «κακός φεμινισμός»; Ζητήσαμε τη γνώμη πέντε Ελληνίδων συγγραφέων

Όργανα απόλαυσης ή θεματοφύλακες μητρότητας. Ο ρόλος των γυναικών στην ανδροκρατούμενη κοινωνία έχει καυτηριαστεί στο έργο της Margaret Atwood, μέσω των δυστοπικών της κόσμων που όμως θυμίζουν σε αρκετά σημεία τη σημερινή εποχή, καλή ώρα όπως το The Handmaid’s Tale που αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες τηλεοπτικές επιτυχίες των τελευταίων ετών. Παρ’ όλ’ αυτά η ίδια γυναίκα πρόσφατα κατηγορήθηκε πως έχει ξεκινήσει Πόλεμο εναντίον των Γυναικών και με ένα πολυσυζητημένο άρθρο της αναρωτήθηκε αν είναι «Κακιά Φεμινίστρια».

Η συγγραφέας σχολίασε πως το κίνημα #MeToo είναι «σύμπτωμα» ενός διαλυμένου νομικού συστήματος, όχι απάντηση στην κουλτούρα που επιτρέπει στον άνδρα να σηκώσει ή ν’ απλώσει χέρι. Πέρυσι είχε υπογράψει ανοιχτή επιστολή που ζητούσε δίκαιη διαδικασία για έναν φίλο της, καθηγητή του Πανεπιστημίου British Columbia, που αντιμετώπιζε «σοβαρές καταγγελίες», μεταξύ των οποίων και η σεξουαλική παρενόχληση, κι έπειτα από πολύμηνη έρευνα απολύθηκε. Ο σύλλογος διδασκόντων ανέφερε σε δήλωσή του ότι όλες, εκτός από μία από τις κατηγορίες -η πιο σοβαρή- δεν τεκμηριώθηκαν. Η Atwood θεώρησε πως έγινε μια «δίκη μαγισσών του Σάλεμ», όπου κατηγορούμενος σημαίνει ένοχος, ωστόσο πολλοί ήταν αυτοί που αντέδρασαν, ισχυριζόμενοι πως το γεγονός ότι δεν υπήρχαν αρκετές αποδείξεις δεν σημαίνει ότι ήταν αθώος

«Εάν η Margaret Atwood θέλει να σταματήσει να αγωνίζεται ανάμεσα στις γυναίκες, θα πρέπει να σταματήσει να κηρύττει πόλεμο εναντίον νεότερων, λιγότερο ισχυρών γυναικών και να αρχίσει να ακούει» δημοσίευσε κάποιος στο Twitter. «Στα σημερινά δυστοπικά νέα: Μία από τις πιο σημαντικές φεμινιστικές φωνές των καιρών μας απορρίπτει τις λιγότερο ισχυρές γυναίκες για να διατηρήσει την εξουσία του ισχυρού άνδρα φίλου της», τουίταρε άλλος.

Η Popaganda ζήτησε τη γνώμη πέντε Ελληνίδων συγγραφέων σχετικά με το ζήτημα που θίγει η Καναδή συνάδελφός τους. 

Je t’ aime #moinonplus

Της Ρούλας Γεωργακοπούλου

Το σκέφτηκα πολύ να απαντήσω στο ερώτημά σας γιατί, τον τελευταίο καιρό, ό,τι κι αν πεις επί του θέματος, θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σου και δεν είμαστε τώρα για τέτοια. Προτιμώ να κρατήσω στη μνήμη μου τις μέρες δημόσιου θριάμβου, τότε που ως νεαρές (και κακιές) φεμινίστριες μας φλέρταραν όλοι οι πολιτικοί χώροι, χωρίς να ξέρουν τι φίδι βάζανε στον κόρφο τους. Γιατί ο κόρφος του καθένα, το αποζητάει το φρέσκο, το οποίον, αν θέλετε τη γνώμη μου, εξακολουθεί να είναι φρέσκο, γιατί απλούστατα ο φεμινισμός ούτε μπορεί, ούτε επιθυμεί να γίνει «καθεστώς», επειδή είναι ενάντια στη φύση του.

Εντάξει; Ηρεμήσατε τώρα; Μπορούμε άραγε να επιστρέψουμε στις παλιές καλές και βαρετές μας διαπραγματεύσεις για το ποιανού το επώνυμο θα έχει το παιδί ή ίση αμοιβή για ίση εργασία; Κι όμως, αυτό το τελευταίο, χρόνια κρίσης που ζούμε, θα έπρεπε να είναι το νάμπερ ουάν ζήτημα του κοιμωμένου μας κινήματος κι όχι το σεξουαλικό το οποίον υποτίθεται ότι το είχαμε ψιλολύσει, οι γυναίκες του Δυτικού κόσμου τουλάχιστον. Το #metoo που περήφανα μοστράρισα πρώτη στα σόσιαλ μίντια, με, το πολύ, τέσσερις-πέντε φίλες μου να το μοιραστούν και να επικροτήσουν, με έβγαλε από την πλάνη μου. Ήρθε ο καιρός να ξανακακιώσω. Όχι μόνον με την Όπρα που βγήκε κι έκανε το κομμάτι της, ούτε με την Ντενέβ που γενίκευσε τις προσωπικές της εμπειρίες, αλλά με το πλήθος των αντρών και γυναικών που το σηκώνει ο οργανισμός τους το παραμύθι. Και για να τελειώνουμε. Η Ωραία και το Τέρας είναι ένας θαυμάσιος  kinky μύθος, να τον πείτε στην κόρη σας από μικρή, να μπει στο νόημα και να μην κινδυνεύσει αργότερα, αλλά να χαρεί την όποια σεξουαλικότητά της. Γιατί δεν έχουν όλα τα τέρατα χρυσή καρδιά κι απέραντη κατανόηση σαν κι εκείνο. Ούτε αγαπούν όλα, όπως αυτή, τα τριαντάφυλλα. Άσε που μπορεί να είναι αλλεργική στις τρίχες. 

(Η Νουβέλα της Ρούλας Γεωργακοπούλου «Δέντρα, πολλά δέντρα»-2018- κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις)


Οι γενικεύσεις στις οποίες προβαίνει η Atwood είναι αβάσιμες και αφελείς

Της Άντζελας Δημητρακάκη

«Είμαι κακή φεμινίστρια;» ρωτάει δημόσια όσο και αναρωτιέται η θρυλική συγγραφέας Margaret Atwood, που πρωτο-εμφανίζεται με την ποιητική συλλογή Double Persephone (1961) και το εμβληματικό μυθιστόρημα The Edible Woman (1969). 

Η Atwood ξεκινάει ως Καναδή την δεκαετία του ’60 αλλά – για λόγους που αφορούν την ίδια όσο και την εξέλιξη του φεμινιστικού κινήματος αλλά και των κοινωνιών της παγκοσμιοποίησης – ως το 2017 έχει εξελιχθεί σε μια διεθνούς κύρους διανοούμενη και συγγραφέα. Συνεπώς, οι επιθέσεις εναντίον της – οι επιθέσεις που την αναγκάζουν να θέσει ένα ερώτημα που υπαινίσσεται την ύπαρξη «καλών» και «κακών» φεμινιστριών – προκύπτουν από ένα ευρύτερο κοινωνικό γίγνεσθαι και μια κατάσταση πραγμάτων που δεν δύναται να περιχαρακωθεί σε έναν εθνικό ή έναν έστω «δυτικό» χώρο. Η πανεπιστημιακή της καριέρα περιλαμβάνει ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης στον Καναδά και στις ΗΠΑ και μια μακριά λίστα από παρουσιάσεις και διαλέξεις διεθνώς. Με βάση τα παραπάνω, είναι άραγε δυνατόν να υποτεθεί ότι η Atwood δεν μπορεί να διαχωρίσει ανάμεσα στο πολιτικό και το ηθικό πεδίο; Αν μπορεί, γιατί επιλέγει να θέσει το ερώτημα σε ηθική βάση, επιτρέποντας και ενθαρρύνοντας τον διαχωρισμό μεταξύ «καλών» και «κακών» φεμινιστριών, αντί να μιλήσει για τους παράγοντες που υπεισέρχονται στην φεμινιστική πραγμάτευση της εξουσίας και άρα στον φεμινισμό ως πολιτικό (και όχι ηθικό) εγχείρημα;

Η απάντηση σε αυτό το «γιατί» είναι, κατά τη γνώμη μου, η αφομοίωση της κυρίαρχης ιδεολογίας από την Atwood, όπως τουλάχιστον αφήνει να διαφανεί το κείμενο της που διέπει ένας απολογητικός τόνος. Εν προκειμένω, η κυρίαρχη ιδεολογία έχει να κάνει με την αστική και πατριαρχική δικαιοσύνη – στην οποία η Atwood φαίνεται να έχει τυφλή πίστη. Υπάρχουν όμως και άλλες εκπλήξεις στο συγκεκριμένο κείμενο.

Πρώτον, το «Είμαι κακή φεμινίστρια;» θέτει ως βάση του την πεποίθηση ότι ο φεμινισμός, οι γυναίκες, η κοινωνία γενικότερα πορεύονται σε μια ευθεία γραμμή «προόδου»: δεν είμαστε, διατείνεται η συγγραφέας, στον 19ο αιώνα όπου οι γυναίκες είναι κάτι σαν παιδιά, που δεν έχουν αυτόνομη οικονομική ύπαρξη, που δεν έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση, που δεν έχουν «agency», που δεν είναι σε θέση να κρίνουν το δίκαιο απ΄το άδικο. Πράγματι, δεν είμαστε ημερολογιακά στον 19ο αιώνα, όμως αν η Atwood έκανε τον κόπο να διαβάσει τις αναφορές των τελευταίων χρόνων για το φύλο που δημοσιεύουν πλήθος διεθνείς οργανισμοί (ακόμη και το World Bank), θα διαπίστωνε ότι για εκατομμύρια γυναίκες στον πλανήτη η «πρόοδος» που θεωρεί η ίδια δεδομένη δεν υφίσταται. Όσο για την περίφημη «Δύση», πόσες φορές πρόσφατα δικαστήρια έχουν αθωώσει βίαιες συμπεριφορές; Οι φεμινιστικές οργανώσεις βρίθουν σχετικών αναφορών και καταγγελιών. Αυτό δεν σημαίνει ότι η συγκεκριμένη περίπτωση που σχολιάζει η συγγραφέας είναι παρόμοια, αλλά αυτό που ενδιαφέρει είναι οι γενικεύσεις στις οποίες προβαίνει η Atwood με βάση την δικαστική περιπέτεια του Steven Galloway. Οι γενικεύσεις στις οποίες προβαίνει η Atwood είναι αβάσιμες και αφελείς. Θα μπορούσαν να ισχύουν μόνο σε μία φαντασιακή κοινωνία της οποίας τα μέλη κινούνται με βάση την εξίσου φαντασιακή «ελεύθερη βούληση» και όπου οι θεσμοί λειτουργούν «ουδέτερα» και όχι διαμορφωμένοι μέσα από κυρίαρχες ιδεολογίες. Για την Atwood του συγκεκριμένου κειμένου, τα πράγματα είναι απλά, κατοχυρωμένα μέσα από «ανθρώπινα δικαιώματα» τα οποία ισχύουν για όλους/ες και ως προς τα οποία υπάρχει καθολική συναίνεση. Γράφει: «για να διεκδικήσουν οι γυναίκες την ψήφο πρέπει να υπάρχει το δικαίωμα ψήφου». Πώς έχει διαμορφωθεί το δικαίωμα ψήφου μέσα από χιλιετίες ταξικού αποκλεισμού, πατριαρχίας, ρατσισμού και διαφόρων άλλων ιεραρχικών διατάξεων; Τι μας κάνει να αποδεχόμαστε το ότι ένας άνθρωπος 17 χρονών δεν έχει την απαιτούμενη φρόνηση να ψηφίσει ενώ ένας 18χρονος την έχει; Πώς αποκλείστηκαν χιλιάδες μαύροι αμερικανοί πολίτες από την ψήφο κατά την εκλογή του Τραμπ; Πώς αποκλείστηκαν τρία εκατομύρια ΕΕ πολίτες κάτοικοι του Ηνωμένου Βασιλείου από την ψήφο στο δημοψήφισμα για το Brexit; Τι ρόλο παίζει η τεχνολογία στην έκβαση εκλογικών «τάσεων»; Πρόκειται για απλά παραδείγματα, τα οποία καταδεικνύουν ότι ζούμε – γυναίκες και άνδρες, δικαστικοί λειτουργοί και κατηγορούμενοι, παιδιά και ενήλικες – σε κοινωνίες όπου τίποτα δεν είναι απλό, προφανές και αυταπόδεικτο. Αυτό όμως μοιάζει να μην απασχολεί την Atwood στο ελάχιστο.

Μία ακόμη (δυσάρεστη) έκπληξη, ορατή στο δεύτερο μισό του κειμένου, είναι η προσπάθεια να ταυτιστεί η προσωπική της θέση με μια μέση οδό, πέρα από την «αριστερά» και την «δεξιά». Είναι ασαφές τι την κάνει να γράψει «εμείς [οι Κακές Φεμινίστριες] δεν είμαστε αποδεκτές ούτε από την δεξιά ούτε από την αριστερά», ενώ παράλληλα αγωνιά για την υπονόμευση του υπαρκτού νομικού συστήματος, το οποίο δεν δημιουργήθηκε ασφαλώς σε κάποιο ιδεολογικό κενό αλλά προέκυψε μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές διαδικασίες. Οι αμερικανικές φυλακές είναι γεμάτες από την φτωχή και μαύρη Αμερική, και η νομοθεσία του Καναδά στρέφεται κατ’ επανάληψη κατά των «ιθαγενών» που βρίσκονται τελευταία συχνά στην επικαιρότητα επειδή την αμφισβητούν. Η βιβλιογραφία είναι εκτενής, οι σχετικές «ειδήσεις» συνεχείς. Τι άλλο πέρα απ΄την προνομιακή θέση της Atwood εντός αυτού του συστήματος της επιτρέπει να υπερασπίζεται μια φαντασιακή «μέση οδό» πέρα από «μεροληψίες» αλλά και συνεχιζόμενους κοινωνικούς αγώνες;

Το πρόβλημα συνεπώς που θέτει, ή μάλλον που ανοίγει για περαιτέρω συζήτηση, το κείμενο-απολογία της Atwood είναι κατά πόσο κυρίαρχες ιδεολογίες διαμορφώνουν ακόμη και την σκέψη ατόμων που θεωρούνται ηγετικές μορφές ριζοσπαστικών κοινωνικών διεκδικήσεων.


Φεμινισμός σημαίνει ανθρωπισμός

Της Λένας Διβάνη

Φωτογραφία: Άγγελος Χριστοφιλόπουλος / FOSPHOTOS

Όχι, κακός φεμινισμός δεν υπάρχει, γιατί φεμινισμός ίσον ανθρωπισμός και είναι αδύνατον να υπάρχει κακός ανθρωπισμός, πρόκειται για contradiction in terms. Υπάρχουν όμως παιδικές ασθένειες του φεμινισμού, όπως και ο αριστερισμός ήταν η παιδική ασθένεια του κομμουνισμού (ο οποίος αποδείχτηκε κι αυτός ελαφρώς ασθενής δυστυχώς). Η επί μακρόν αδικία γεννά συμφορές: ακρότητες, πολεμικές διαθέσεις, αδιαλλαξία, μισαλλοδοξία. Όλα τα κινήματα το ‘χουν πάθει, δεν είναι κάτι νεοφανές. Οι καθηγητές (ίσως και μερικές καθηγήτριες, αλλά επί του παρόντος σπανίως τολμούν) εκμεταλλεύονται πολλά χρόνια τώρα σεξουαλικά τις φοιτήτριές τους χωρίς να ανοίγει ρουθούνι. Όλοι το ξέρουν και όλοι το προσπερνούν με χαμογελάκια και ανεκδοτάκια. Στην Αμερική και στην πιο ευρωπαϊκή από μας Ευρώπη τα πράγματα έχουν σαφώς βελτιωθεί και αυτό είναι κατόρθωμα της επιμονής του γυναικείου κινήματος. Οι γουρουνιές του Γουάινσταϊν έσπασε το κακό σπυρί και στο Χόλυγουντ και το πύον που έτρεξε βρωμάει πολύ. Τα στόματα άνοιξαν, ξέσπασαν και όπως γίνεται σε όλα τα ξεσπάσματα το πράγμα ξέφυγε κάπως.

Δεν ξέρω τι έγινε στο πανεπιστήμιο του Καναδά. Ξέρω όμως δύο πράγματα στα σίγουρα. 1) Η σεξουαλική παρενόχληση είναι συχνά από τη φύση της αναπόδεικτη. Πως μπορεί να αποδείξει ένα κορίτσι ότι βρέθηκε σε γραφείο καθηγητή, αυτός κλείδωσε το γραφείο και  την κυνηγούσε να της πιάσει οτιδήποτε πιανούμενο; Αδύνατον. Δεν υπάρχουν μάρτυρες φυσικά. Είναι ο λόγος της ενάντια στον λόγο του. Άρα τι όπλο έχει στα χέρια της αυτή η κοπέλα εκτός από την καταγγελία; 2) Από την άλλη μεριά δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω σε καταδίκες πριν τις δίκες. Το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης είναι ένα από τα θεμέλια της δημοκρατίας και αν εκλείψει ή υπονομευτεί δραστικά θα υπονομευτεί η ίδια η ζωή μας. Ζούγκλα αυτοδικίας θα ζήσουμε. Όποιος δεν μας γουστάρει, όποιος θέλει να μας εκδικηθεί, θα μας προσάπτει δημόσια μια κατηγορία και το πανεπιστήμιο θα μας ξεφορτώνεται διακριτικά για να μην στιγματιστεί.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Είναι δύσκολο να βρεθεί η χρυσή τομή. Είναι δύσκολο να μην φιμωθούν τα θύματα αλλά και να μη σπιλωθούν αθώοι. Και ακριβώς επειδή είναι δύσκολο πρέπει όλοι όσοι ενδιαφερόμαστε να προστατεύσουμε τα δικαιώματα των γυναικών να είμαστε προσεκτικοί και σε διαρκή επαγρύπνιση.  Αυτό και μόνον αυτό είπε η Μάργκαρετ Άτγουντ και κατηγορήθηκε από τις εξτρεμίστριες ως κακή φεμινίστρια. Αστεία πράγματα δηλαδή όταν μιλάμε για μια γυναίκα που πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες με τα διορατικότατα, τα ευθύβολα,  τα δραστικότατα βιβλία της. Η «Φαγώσιμη Γυναίκα» της ήταν μια αφυπνιστική κλωτσιά για μένα – ένα βιβλίο αστείο, σοκαριστικό, προφητικό και δραστικό που δυστυχώς δεν έγινε πολύ γνωστό στη χώρα μας κι ας το έβγαλαν τα Ελληνικά Γράμματα το 1984 σε ωραία μετάφραση της Ρένας Χάτχουτ. Ακολούθησε η ιστορία της πορφυρής δούλης -κανένα βιβλίο δεν μίλησε πιο ουσιαστικά για το πως η δυνατότητα της μητρότητας από δώρο της φύσης στο γυναικείο φύλο έγινε το όργανο υποδούλωσης του επί χιλιάδες χρόνια. Όποιος λοιπόν αποκάλεσε αυτή τη γυναίκα κακή φεμινίστρια, απλώς δεν ξέρει τι του γίνεται. Βέβαια στην ασπρόμαυρη εποχή μας, όποιος μιλάει με αποχρώσεις είναι καταδικασμένος – χωρίς δίκη φυσικά.


Η διεθνής εκστρατεία έχει μεγάλη αξία

Της Ξένιας Κουναλάκη

Όχι, δεν υπάρχουν κακές φεμινίστριες. Όπως λέει κι η ίδια η Άτγουντ στο τέλος του άρθρου «ένας πόλεμος μεταξύ των γυναικών, αντί ενός πολέμου εναντίον των γυναικών, είναι πάντα ευχάριστη είδηση σε όσους εύχονται το κακό των γυναικών». Ωστόσο όλα αυτά τα παραδείγματα υπερβολών που καταγράφονται σε ανοιχτές επιστολές όπως αυτές της Ατγουντ ή της Κατρίν Ντενέβ αφορούν στον χώρο των ξένων Πανεπιστημίων ή της βιομηχανίας κινηματογράφου, στα προοδευτικά campuses των ΗΠΑ, στο Χόλιγουντ ή στις Κάννες. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε ούτε μια επώνυμη καταγγελία, λες και δεν είναι πρόβλημα εδώ η σεξουαλική παρενόχληση. Την ίδια στιγμή όλοι μας ψιθυρίζουμε όσα ξέρουμε μεταξύ μας. Δεν μπορώ λοιπόν, προς το παρόν, να συμμεριστώ την ανησυχία της Κατρίν ότι κινδυνεύει το φλερτ ή εκείνη της Άτγουντ ότι καταστρέφονται άνθρωποι και καριέρες άδικα, όταν στα ελληνικά παρασκήνια θεάτρων οι γυναίκες ηθοποιοί τρώνε ακόμη φάπες-όχι μεταφορικές αλλά κυριολεκτικές φάπες. Θεωρώ αντίθετα ότι η διεθνής εκστρατεία έχει μεγάλη αξία και παιδευτικό χαρακτήρα γιατί καλλιεργεί συνειδήσεις, απονομιμοποιεί τη σεξιστική συμπεριφορά, μαθαίνει στις νέες γυναίκες να διεκδικούν, να λένε όχι και να βάζουν όρια.


Τώρα είναι ώρα μελέτης, ακρόασης και αποδοχής της έκτασης της δυστυχίας.

Της Άντζυ Ντίκινσον

Η γνώμη μου λοιπόν είναι πως δεν πιστεύω πως το κυρίως θέμα συζήτησης σε διάφορα επίπεδα αυτή τη στιγμή είναι το «ένοχος επειδή κατηγορήθηκε» ή έστω «η νέα μορφή πουριτανισμού που αναπτύσσεται» κατά τη Ντενέβ. Σαφώς και θα πρέπει να μας απασχολήσει το ζήτημα -κάθε αδικία εναντίον οποιουδήποτε ανεξαρτήτως φύλου μας αφορά. Αλλά σε μια μοναδική στιγμή συνείδησης της συγκλονιστικής έκτασης ενός φαινομένου που ουσιαστικά δείχνει πώς βλέπει και αντικειμενοποιεί της γυναίκες ένας ολόκληρος πλανήτης, το να εντοπίζεις σε κάτι που ούτε καν έχει υπονοηθεί πως είναι τάση, σαν τον πουριτανισμό ή την άδικη κατηγορία, δείχνει μόνο ένα πράγμα: πως αμφισβητείς τη μαζικότητα του φαινομένου, το τι δηλώνουν πως συμβαίνει οι γυναίκες. Υπ’ αυτή την έννοια, ναι είναι κακή φεμινίστρια. Όχι γιατί υπερασπίστηκε -δικαίως- μια αδικία που πράγματι συνέβη τώρα, αλλά γιατί επέλεξε να το κάνει αυτή τη στιγμή, από όλες τις στιγμές. Τώρα είναι ώρα μελέτης, ακρόασης και αποδοχής της έκτασης της δυστυχίας.

Αναστασία Βαϊτσοπούλου