ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Ταυτότητα φύλου: Η περιπέτεια ενός τρανς παιδιού και της μητέρας του δείχνει πως έχουμε ακόμα δρόμο για τη συμπερίληψη

Η «Α.», σήμερα είναι 7 ετών και είναι ένα τρανς κορίτσι. Δεν την έλεγαν όμως πάντα έτσι και δεν αυτοπροσδιοριζόταν με τη θηλυκή ταυτότητα. Το βιολογικό φύλο του παιδιού είναι το αρσενικό και βαπτίστηκε ως «Δ.». Από την ηλικία των 3 περίπου ετών, άρχισε να απομακρύνεται από τις συνήθειες εκείνες που αποκαλούμε «αγορίστικες». Στο παιδί άρεσαν οι κούκλες, οι φούστες και τα φορέματα και από πολύ νωρίς ξεκίνησε να αναζητά απαντήσεις για τα γεννητικά του όργανα, την ταυτότητά του -την ταυτότητα φύλου του- και τη θέση του σε αυτόν τον κόσμο.

Από την πρώτη στιγμή, η μητέρα του παιδιού, Κ.Γ., το αποδέχτηκε ακριβώς όπως ήθελε να αυτοπροσδιορίζεται, χωρίς να προσπαθήσει να το κατευθύνει. Σεβάστηκε την επιθυμία του να έχει θηλυκή ταυτότητα και να ζει όπως ένα κορίτσι. Ο πατέρας και πρώην σύζυγος της Κ.Γ., εξέφραζε σταδιακά δυσαρέσκεια, η οποία τον οδήγησε στο να ασκήσει ασφαλιστικά μέτρα για επιμέλεια και διατροφή στην Κ.Γ., που μέχρι τότε διατηρούσε την επιμέλεια των δύο ανήλικων παιδιών τους.

Μιλώντας στην Popaganda, η μητέρα της Α. καταθέτει την εμπειρία της από την πορεία της ανάπτυξης της ταυτότητας του παιδιού της μέχρι την αφαίρεση της επιμέλειάς του από την ίδια, μέσα σε ένα σύστημα που αρνείται να αποδεχτεί οτιδήποτε αποκλίνει από τις κοινωνικές νόρμες στα ζητήματα φύλου – κυρίως όταν αυτά αρχίζουν να εκδηλώνονται από την πρώιμη παιδική ηλικία.

Η ανάπτυξη της θηλυκής ταυτότητας του παιδιού

«Εδώ και πολλά χρόνια εργάζομαι ως ψυχολόγος σε γνωστό φορέα. Στη ζωή μου έχω παντρευτεί τρεις φορές. Από τον περασμένο Μάρτιο είμαι παντρεμένη με έναν άντρα που με στηρίζει πολύ σε όσα βιώνω. Από τον πρώτο μου γάμο έχω δύο παιδιά στην εφηβεία και με τον δεύτερο σύζυγο – που είναι και ο άνθρωπος με τον οποίο βρίσκομαι σε αντιδικία – έχω δύο ακόμη ανήλικα παιδιά», μου λέει η Κ.

Αρχίζουμε να συζητάμε για τον Δ., όπως ήταν το βαπτιστικό όνομα του παιδιού της (σ.σ. χρησιμοποιούνται τα αρχικά των ονομάτων για την ασφάλεια των ανηλίκων). «Το 2019, επί covid, ήταν τρεισήμισι ετών και μου είπε ένα βράδυ ότι είδε στον ύπνο του ένα κοριτσάκι από τον παιδικό σταθμό, να του λέει “εσύ δεν είσαι κορίτσι, δεν θα γίνεις ποτέ κορίτσι”. Το παιδί μου έκλαιγε καθώς μου μιλούσε για τον εφιάλτη, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω ακόμη γιατί αυτό ήταν εφιάλτης».

«Ο Δ. ήταν ένα παιδί που από μωρό δεν ήταν το τυπικό μάτσο αγόρι. Πάντα είχε μακρύ μαλλί (δεν ήθελε να τον κουρεύω), είχε μια κουκλίτσα, τη Νταίζη, του άρεσε το ροζ στα ρούχα – αλλά αυτά δεν είναι επαρκή στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα φύλου σε αυτή την ηλικία. Μπορείς απλά να παρατηρείς το παιδί, όχι όμως να καταλήξεις σε συμπεράσματα. Παράλληλα, στον παιδικό σταθμό δεν είχε ποτέ προβλήματα κοινωνικοποίησης και ήταν το αγαπημένο παιδί της δασκάλας», μου εξηγεί η Κ.

«Κάποια στιγμή το παιδί άρχισε να λέει “όταν μεγαλώσω θα γίνω μαμά σαν εσένα” και ήθελε να του δώσω το φόρεμά μου. Θεωρούσα – όπως συμβαίνει με πολλά παιδιά – ότι έχει απλώς κάποιες αναζητήσεις. Μια μέρα λοιπόν, μου παρουσίασε τη δική του θεώρηση για το σώμα των ανθρώπων και μου είπε πως όταν γεννιόμαστε όλοι έχουμε “πουλάκι”, το οποίο στα κορίτσια, όταν μεγαλώνουν, “μπαίνει μέσα”. Είχε βρει μια εξήγηση γι’ αυτό που του συμβαίνει κι εγώ ήθελα να τον αφήσουμε να εξερευνήσει την ταυτότητά του. Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως μιλάμε για θέμα ταυτότητας, όχι απαραίτητα σεξουαλικού προσανατολισμού, σε αυτή ιδίως την ηλικία».

Το άνοιγμα στην κοινωνία με τη νέα ταυτότητα

Η Κ. είχε πλέον παντρευτεί με τον τελευταίο σύζυγό της, με τον οποίο αποφάσισαν εν μέσω covid να φύγουν από την Αθήνα και να ζήσουν στην επαρχία. «Το αποφασίσαμε εκείνη την περίοδο που ήταν και τα σχολεία κλειστά, για να είναι πιο ομαλή η μετάβαση για τα παιδιά. Όταν άνοιξαν ξανά τα σχολεία, κατάλαβα ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τα τρανς παιδιά στην καραντίνα, που είχαν μάθει να εκφράζονται ελεύθερα στο σπίτι, ήταν το άνοιγμά τους στην κοινωνία με τη νέα πλέον ταυτότητα και εμφάνιση. Δεν ήξερα τι θα αντιμετωπίσω. Όταν λοιπόν ενημέρωσα το νηπιαγωγείο για τις αναζητήσεις του παιδιού, μου είπαν, “μη στεναχωριέστε, περνάει μια φάση”. Τους εξήγησα πως “δεν στεναχωριέμαι, δεν θέλω να το συμμορφώσω το παιδί, θέλω να είναι ο εαυτός του και να σεβαστείτε αυτό που σας ζητάω”».

Η ίδια αποφάσισε παράλληλα να ενταχθεί στους Υπερήφανους Γονείς για να μάθει περισσότερα για τα τρανς παιδιά και την τρανς γονεϊκότητα. «Οι ψυχολόγοι της ομάδας έλεγαν ρητά πως πρέπει να σεβαστούμε το πώς νιώθει το παιδί, χωρίς φυσικά να προκαταβάλουμε το τι θα αποφασίσει στο μέλλον», μου λέει. Συζητάμε με την Κ. για την τελευταία έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών, το DSM-5 που βγήκε πριν από κάποια χρόνια, και για το γεγονός ότι πλέον η αμφιφυλία δεν ορίζεται ως διαταραχή, αλλά αναφέρεται ως δυσφορία φύλου. «Την ορίζει με διάφορα κριτήρια, τα οποία το παιδί μου πληροί εκτός από εκείνο της δυσφορίας. Δηλαδή θεωρούμε δεδομένο ότι ένα άτομο που εκδηλώνει άλλη ταυτότητα απ’ αυτή που του δόθηκε στη γέννηση, θα αισθάνεται άσχημα με το σώμα του».

«Στην περίπτωση του παιδιού μου αυτό δεν συνέβαινε. Του είπα λοιπόν πως αυτό που βιώνει είναι κάτι φυσιολογικό, αλλά όχι τόσο συνηθισμένο: “Αυτό πολλές φορές κάνει τους ανθρώπους να σε ρωτάνε πολλά πράγματα, ακόμη και να μη σε δέχονται. Δεν σημαίνει ότι εσύ έχεις κάποιο πρόβλημα ή ότι έκανες κάτι λάθος. Είσαι ένα κανονικό κορίτσι με πουλάκι και δεν χρειάζεται απαραίτητα να το “κόψεις” αν δεν το επιθυμείς”, του εξήγησα».

Μιλώντας στην Popaganda με αφορμή την υπόθεση, η Στέλλα Μπελιά, εκπαιδευτικός, ακτιβίστρια, πρόεδρος και ιδρυτικό μέλος της ΜΚΟ «Οικογένειες Ουράνιο Τόξο», εξηγεί πως «τα παιδιά, ακόμα και από την ηλικία των 3-5, έχουν πολύ καλή εικόνα για το φύλο τους και για το ποια είναι, και αυτό είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο. Μπορούν να καταλάβουν καλά τι συνάδει με το φύλο που τους αποδόθηκε στη γέννηση και τι όχι, και κινούνται αναλόγως με τις ανάγκες τους. Τα παιδιά έχουν από νωρίς επίγνωση της θέσης τους στον κόσμο και απολαμβάνουν την ανακάλυψη της ταυτότητάς τους με σύμμαχο τη φαντασία».

Όπως επισημαίνει, «Συχνά βέβαια, επειδή ως ενήλικες επιβαρύνουμε τα παιδιά με έμφυλα στερεότυπα, εκείνα, σκεπτόμενα τις αντιδράσεις μας και τις συνέπειες των ενεργειών τους, πολλές φορές αποφεύγουν να εκφράσουν αυτό που νιώθουν – ειδικότερα αν έχουν μεγαλώσει σε μια πιο στερεοτυπική και οπισθοδρομική οικογένεια. Παράλληλα, στην περίπτωση των τρανς ατόμων γενικότερα, αν δεν ήμασταν τόσο αυστηροί με το ζήτημα της επιτέλεσης του φύλου και το δίπολο “αρσενικό-θηλυκό”, αρκετά άτομα δεν θα επέλεγαν τον δρόμο της φυλομετάβασης και των παρεμβάσεων στο σώμα τους, οι οποίες συχνά γίνονται ως απόρροια της δυσφορίας που προκαλεί η κοινωνία. Το φύλο είναι ένα φάσμα, όχι ένα δίπολο». 

Καμία προσπάθεια συμπερίληψης στο σχολικό περιβάλλον

Συνεχίζοντας τη συζήτησή μας με την Κ., φτάνουμε να μιλάμε για το ζήτημα της εμφάνισης του παιδιού. «Το παιδί μου κάποια στιγμή ζήτησε φορεματάκια και κολάν για να τα φορέσει στο σχολείο. Όταν μάλιστα το ρώτησα τι θα πει αν κάποιος το ρωτήσει κάτι για τα ρούχα του, μου απάντησε: “Θα πω ευχαριστώ και θα χαμογελάσω!”. Δεν είχε στο μυαλό του ότι θα του πουν κάτι άσχημο. Και πράγματι, κανένα παιδί δεν το κορόιδεψε εν τέλει. Τα παιδιά φάνηκε πως έχουν μόνο απορίες, δεν διαθέτουν από μόνα τους μίσος και προκαταλήψεις αν δεν έχουν μεγαλώσει σε μία οικογένεια που τις τροφοδοτεί», μου διηγείται η Κ.

«Ακόμη και όταν το παιδί μας εξέφρασε πως θέλει να πάει μπαλέτο και του λέγαμε πως και τα αγόρια κάνουν μπαλέτο, διευκρίνιζε πως θέλει να πάει στο “κανονικό μπαλέτο”, εκείνο δηλαδή με τα κορίτσια. Αργότερα, άρχισε να ζητάει αλλαγή ονόματος. Ήθελε “γυναικείο” όνομα και αποφάσισε μόνη του να το λένε Α. Ακόμη κι όταν του αντιπρότεινα κάποια ονόματα, εκείνο επέμενε στο Α. Το παιδί από την ημέρα που είπε “είμαι η Α.”, ήθελε τις θηλυκές αντωνυμίες και αν κάναμε λάθος, μας διόρθωνε ακόμη και στην αντωνυμία», τονίζει η Κ. (σ.σ. από εδώ και στο εξής χρησιμοποιούμε τη θηλυκή αντωνυμία και το αρχικό Α., όπως και επιθυμεί το ίδιο το παιδί). 

Σε αντίθεση με την τάξη του μπαλέτου, που αγκάλιασε την Α. όπως όλα τα κορίτσια, στο σχολείο δεν υπήρξε καμία προσπάθεια συμπερίληψης – πέρα από το γεγονός ότι επέτρεπαν στο παιδί να πηγαίνει στις τουαλέτες για τα κορίτσια. «Μου είπαν να στείλω το παιδί σε ψυχολόγο ενώ δεν είχε κάποιο πρόβλημα, δεν υπήρχε δυσφορία. Τώρα βέβαια, έχοντας δει την εξέλιξη της υπόθεσης, το πρώτο που θα έκανα είναι να πάει εξαρχής σε παιδοψυχίατρο – κάτι που συνέβη αργότερα – για να υπάρχει επίσημο χαρτί και να μην υπάρχουν περιθώρια αμφισβήτησης και προσπάθειας συμμόρφωσης του παιδιού».

Πότε κρίνεται αναγκαία η συμβολή ενός ειδικού ψυχικής υγείας

Σχολιάζοντας το πότε ένας γονέας τρανς παιδιού πρέπει να απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας, η Στέλλα Μπελιά επισημαίνει πως, «η παρέμβαση ενός ειδικού σχετίζεται με το αν το παιδί παράλληλα με την τρανς κατάσταση και ταυτότητα, έρχεται αντιμέτωπο με άλλα ζητήματα που σχετίζονται με την τρανς κατάσταση, όπως οι δυσκολίες προσαρμογής στο σχολικό περιβάλλον ή στο κομμάτι της μάθησης, η απομόνωση από τον περίγυρο κ.α. Η τρανς κατάσταση από μόνη της δεν αποτελεί ένα στοιχείο που αποδεικνύει ότι το παιδί πρέπει να παρακολουθηθεί από κάποιον ειδικό», εξηγεί.

«Επίσης, όταν υπάρχει κάποιο διαπιστωμένο ζήτημα ψυχικής νόσου σε συνδυασμό με την τρανς κατάσταση, εκεί χρειάζεται διερεύνηση γιατί η τρανς συνθήκη μπορεί να μην αποτελεί πραγματικά ζήτημα ταυτότητας φύλου, αλλά να υποδηλώνει κάτι διαφορετικό που συνδέεται με τη ψυχική νόσο. Παράλληλα τίθεται το ζήτημα της κατάρτισης των “ειδικών” ψυχικής υγείας στην Ελλάδα, καθώς οι περισσότεροι δεν διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις και επιμορφώσεις στα ζητήματα ταυτότητας φύλου και οι παρεμβάσεις τους μπορεί να αποβούν από ακατάλληλες έως επικίνδυνες για ένα παιδί», επισημαίνει η Στέλλα Μπελιά.

Η παρέμβαση του Συνήγορου του Παιδιού

«Το σχολείο δεν δεχόταν να φωνάζουν το παιδί μου Α», μου λέει στη συνέχεια της επικοινωνίας μας η Κ. «Άρχισαν να του δημιουργούν αμφιβολίες και το παιδί άρχισε να καταλαβαίνει ότι το περιβάλλον έχει πρόβλημα με αυτό που είναι», συνεχίζει η Κ. Τότε απευθύνθηκα δύο φορές στη Συνήγορο του Παιδιού – χωρίς να κάνω κάποια αναφορά, γιατί δεν είχα στόχο να συγκρουστώ με το σχολείο – για να εξηγήσει στο σχολείο τα δικαιώματα του παιδιού. Παράλληλα, δεδομένου ότι το παιδί είχε αρχίσει να υφίσταται bullying, έπρεπε οπωσδήποτε να τον παρακολουθήσει ειδικός. Απευθύνθηκα σε έναν εξαιρετικό παιδοψυχίατρο τον οποίο εμπιστευόμουν για τις γνώσεις του σχετικά με την ταυτότητα φύλου».

«Ο/Η Συνήγορος του Παιδιού, μπορεί να μεσολαβήσει για να στηρίξει το παιδί, να παρέμβει στο σχολικό περιβάλλον για διάφορα ζητήματα που σχετίζονται με την ταυτότητά του και μπορεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο σε εκπαιδευτικούς και μαθητές ώστε το παιδί να νιώθει ο εαυτός του, να αυτοπροσδιορίζεται και να εκφράζεται ελεύθερα μέσα σε αυτό», τονίζει η Στέλλα Μπελιά σχετικά με τον ρόλο του/της Συνήγορου του Παιδιού.

«Η παρούσα μάλιστα Συνήγορος είναι ιδιαίτερα ενημερωμένη για ζητήματα ταυτότητας φύλου και πλαισιωμένη από ανθρώπους που έχουν γνώσεις και τις εξελίσσουν. Πέραν όμως αυτής της παρέμβασης, είναι αναγκαία η εκπαίδευση των δασκάλων σε ζητήματα φύλου. Ο μέσος εκπαιδευτικός αισθάνεται ότι η διεμφυλικότητα είναι ασθένεια και θέλει να προφυλάξει το παιδί από αυτή, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο είναι μέσα στο πλαίσιο των υποχρεώσεών του. Θεωρεί δηλαδή ότι το κάνει για το καλό του παιδιού και αυτό είναι κάτι απόλυτα λανθασμένο – αλλά κατανοητό αν αναλογιστούμε ότι μπορεί να έχει μεγαλώσει σε ένα συντηρητικό περιβάλλον», προσθέτει η ίδια.

Μη καταρτισμένοι οι κοινωνικοί λειτουργοί σε ζητήματα ταυτότητας φύλου

Και φτάνουμε στον Αύγουστο. Το τηλέφωνο της Κ. χτυπάει και στην απέναντι γραμμή βρίσκεται μία κοινωνική λειτουργός. «Μου λέει ότι έχει γίνει καταγγελία και πρέπει να κάνει έρευνα συνθηκών διαβίωσης. Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Ήρθε στο σπίτι, όπου της μίλησα για τα παιδιά μου για δύο ώρες. Δεν ήξερε τι είναι η ταυτότητα φύλου, μιλούσε για σχέσεις και σεξουαλικότητα σε μία τόσο νεαρή ηλικία και οποιαδήποτε προσπάθεια έκανα να της εξηγήσω ορισμένα πράγματα, πήγε χαμένη. Δεν σημείωσε τίποτα από αυτά».

«Μετά είδε τα ανήλικα παιδιά μου μόνη της, χωρίς παρουσία ψυχολόγου, και τα ρωτούσε με ποιον θέλουν να μείνουν. Σε όσα έγραψε διαστρέβλωσε τα λεγόμενά τους. Αυτό δεν είναι κοινωνική έρευνα και θέλω να τονίσω πως ο κοινωνικός λειτουργός δεν ελέγχεται για το περιεχόμενο και την ποιότητα της δουλειάς του. Δεν υπάρχει επίσημη αναφορά και δεν μπορείς να βρεις το δίκιο σου. Υπάρχει εξουσία και η έκθεσή τους διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις δικαστικές αποφάσεις», προσθέτει η Κ.

Όσον αφορά στους κοινωνικούς λειτουργούς στην Ελλάδα, η πρόεδρος της ΜΚΟ «Οικογένειες Ουράνιο Τόξο», επισημαίνει πως «οι περισσότεροι θεωρούν ακόμα ότι η τρανς κατάσταση συνδέεται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό, δεν ξέρουν να τη διαχωρίζουν από τη σεξουαλική ταυτότητα. Είναι τελείως διαφορετικό το πώς αντιλαμβάνομαι το φύλο μου από το ποιος με ελκύει και με ποιον θέλω να σχετίζομαι ερωτικά/σεξουαλικά».

Και συμπληρώνει, «Οι κοινωνικοί λειτουργοί δεν είναι επιμορφωμένοι στο κομμάτι αυτό κι εμείς καταβάλλουμε μεγάλη προσπάθεια τα τελευταία χρόνια για να τους επιμορφώσουμε, ιδιαίτερα στο ζήτημα της τεκνοθεσίας και της αναδοχής για τα ομόφυλα ζευγάρια, ώστε αυτά να μην απορρίπτονται από υποψήφιοι γονείς ή ανάδοχοι. Απαιτείται λοιπόν η οριζόντια επιμόρφωση σε όσο το δυνατόν περισσότερες επαγγελματικές κατηγορίες για να εξαλειφθούν οι διακρίσεις. Χρειάζεται πρωτίστως πολιτική βούληση για την επιμόρφωση των κοινωνικών λειτουργών, η οποία έως τώρα δεν υφίσταται. Μόλις πρόσφατα, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης παρείχε σεμινάριο για τους δημόσιους υπαλλήλους, σχετικά με τη διασφάλιση της ισότητας των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων και την ισότιμη αντιμετώπισή τους στη Δημόσια Διοίκηση».

Αδύναμο το δικαστικό σύστημα να υπερασπιστεί την τρανς γονεϊκότητα

Φτάνοντας στην έναρξη της δικαστικής υπόθεσης, τον περασμένο Σεπτέμβριο καλούν στο τηλέφωνο την Κ. και της λένε ότι έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή καθώς είχε ασκήσει ασφαλιστικά μέτρα ο πατέρας της Α. για επιμέλεια και διατροφή και των δύο παιδιών τους. «Παίρνω το δικόγραφο και κάνω μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση στον πρώην σύζυγό μου, ο οποίος διατεινόταν ότι κάνω με τη βία το παιδί από αγόρι κορίτσι, ότι κακοποιώ τα παιδιά μου, τα παραμελώ κ.α. Η δικαστής αποφασίζει λοιπόν στις 7 Σεπτεμβρίου να πάρει τα παιδιά και να τα δώσει στον πατέρα».

«Η προσωρινή διαταγή που πήρε ο πρώην μου, ίσχυε ωσότου γίνει το δικαστήριο για τα ασφαλιστικά. Εγώ μετακόμισα ξανά από την επαρχία στην Αθήνα για να μπορέσω να αντιμετωπίσω την κατάσταση. Αφότου έγινε η δίκη για τα ασφαλιστικά, πήρα πίσω τα παιδιά (θα ασκούσα την επιμέλεια βάσει συμφωνητικού μέχρι να βγει η απόφαση). Εκείνο το διάστημα ζήτησα καινούρια κοινωνική έρευνα, η οποία τελικά δεν είχε καμία σχέση με την πρώτη. Η λειτουργός είπε ότι κάνω τα πάντα για να μεγαλώσουν τα παιδιά με ασφάλεια, και πρότεινε μάλιστα για όλους στην οικογένεια στήριξη από οργανωμένο πλαίσιο», εξηγεί λεπτομερώς η Κ..

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Περίπου ένα μήνα μετά, βγήκε η απόφαση των ασφαλιστικών, η οποία έλεγε ότι η Κ. είναι επικίνδυνη «γιατί βιάζεται να μεγαλώσει το παιδί της ως κορίτσι». «Με πήγαν στο αυτόφωρο και πήραν τα παιδιά ενώ η Α. είπε πολλές φορές μπροστά στον μπαμπά της ότι θέλει να είναι με τη μαμά. Τώρα, εκείνος τη συστήνει ξανά στο σχολείο ως αγόρι, με το βαπτιστικό όνομα (Δ.) και της φοράει αγορίστικα ρούχα. Το παιδί δεν αντιδρά, αποσύρει τον εαυτό του για να προστατευτεί ψυχολογικά και να μην συγκρουστεί, ενώ στο σχολείο, σε όλα τα τετράδια συνεχίζει και γράφει Α. παρόλο που η δασκάλα γράφει Δ. Τα παιδιά βρίσκουν λύσεις εκεί που τα παίρνει και προσαρμόζονται».

Οι κινήσεις της Κ.Γ. για την εκ νέου διεκδίκηση της επιμέλειας

Τώρα, από μεριάς της, η μητέρα της Α. έχει ζητήσει παιδοψυχιατρική εκτίμηση και κοινωνική έρευνα, η οποία πραγματοποιείται στο Παίδων Πεντέλης και το πόρισμά της αναμένεται στα τέλη Ιανουαρίου. «Ζήτησα επίσης ψυχιατρική εκτίμηση και των γονέων και τώρα αναμένω να πάρω την εντολή», συμπληρώνει.

Λίγο πριν κλείσουμε και συνεχίσει τον αγώνα της για τη διεκδίκηση της επιμέλειας των παιδιών της, μου λέει με πόνο και παράπονο πως ο δικαστικός κόσμος είναι ένας κακοποιητικός κόσμος. Η υπόθεσή της αφορά πολλά παραπάνω από μία οικογενειακή αντιδικία. Αναδεικνύει και αντικατοπτρίζει τη στάση της κοινωνίας και του συστήματος δικαιοσύνης απέναντι στα τρανς παιδιά, καθώς και την παραβίαση του δικαιώματος του παιδιού στον αυτοπροσδιορισμό και την αυτοέκφραση.

«Αμφισβητούμε αυτό που νιώθει το παιδί και δεν το αποδεχόμαστε, ενώ βάσει νόμου έχει απαγορευτεί η μεταστροφή φύλου εδώ και λίγους μήνες. Είναι πλέον υποχρεωτικό για όλους τους γιατρούς και ειδικούς ψυχικής υγείας να αποδέχονται την ταυτότητα που εκφράζεται από το ίδιο το παιδί, κι όμως, αυτό δεν συμβαίνει»., λέει η Κ.

«Εγώ δεν επέβαλα κάτι στο παιδί μου. Είπα, ρωτήστε το πώς θέλει να το φωνάζουν. Την ταυτότητα φύλου δεν μπορείς να τη βιάσεις και δεν μπορείς να κάνεις ένα μικρό παιδί να βάλει ένα φόρεμα χωρίς να το θέλει. Εδώ δεν μπορείς καλά-καλά να το πιέσεις να φάει σπανακόριζο σε αυτή την ηλικία. Όλοι μου λένε να κρατάμε το παιδί ουδέτερο και τους εξηγώ ότι το παιδί ουδέποτε εξέφρασε την επιθυμία να είναι ουδέτερο. Δεν εξέφρασε ποτέ μέχρι στιγμής μπερδεμένη ταυτότητα, αλλά ξεκάθαρα θηλυκή ταυτότητα και είναι στην ευχέρειά του να αποφασίσει πώς θέλει να αυτοπροσδιορίζεται μελλοντικά».

Η συζήτησή μας έχει διαρκέσει περισσότερες από δύο ώρες και κάθε λέξη της Κ. μου επιβεβαιώνει τη δύναμη ψυχής που κουβαλάει, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να παλέψει για τα δικαιώματα του παιδιού της, αλλά και τα δικά της ως μητέρα. Της εύχομαι «καλή δύναμη» κι εκείνη κλείνει τη γραμμή για να συνεχίσει τις διεκδικήσεις της για απόδοση δικαιοσύνης, ενάντια σε ένα τρανσφοβικό περιβάλλον.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Λουίζα Σολομών-Πάντα