Categories: ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Η στρατηγική της έντασης στα Εξάρχεια ως πρελούδιο ενός αστυνομικού κράτους

«Ένα κράτος, εξ ορισμού, δε μπορεί να έχει καμία ηθική. Το περισσότερο που μπορεί να έχει ένα κράτος είναι μια αστυνομία» έγραφε ο Αλμπέρτ Καμί. Και πριν καλά – καλά στραγγιστεί το θαλασσινό νερό της ηρεμίας από πάνω μας, η κυβέρνηση φρόντισε να προσδώσει ξανά επιβεβαίωση στην εύστοχή αλλά τόσο δυσάρεστη διαπίστωση του γάλλου συγγραφέα. Το έδαφος για να περπατήσουν αγέρωχα οι αστυνομικές μπότες είχε στρωθεί πριν την 7η Ιουλίου, καθώς η Νέα Δημοκρατία στήριξε σε μεγάλο βαθμό την προεκλογική της ατζέντα στο δόγμα της «μηδενικής ανοχής», δαιμονοποιώντας με την πολύτιμη συνδρομή των φιλικών προς αυτήν Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης τα Εξάρχεια και στοχοποιώντας πολιτικούς χώρους της αναρχίας και της αριστεράς.

Έταξε Αστυνομία στο λαό, ενδεχομένως γιατί όλα τα υπόλοιπα ήταν πιο ακριβά. Από τις νυχτερινές σέλφι του Κωνσταντίνου Μπογδάνου έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Εξαρχείων μέχρι το αξημέρωτο αγχωμένο βίντεο του Θανάση Πλεύρη στην πλατεία, όλες οι κινήσεις παρά την υπερχειλίζουσα φαιδρότητα τους, συνέτειναν στο ότι τα Εξάρχεια και η πολιτική τους γεωγραφία συμβόλιζαν για τη νέα κυβέρνηση τον «εσωτερικό εχθρό». 

Οι πρώτες ενέργειες ήταν προπαρασκευαστικές. Το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη με επικεφαλής έναν άνθρωπο που θα τον συνοδεύει αιώνια η κηλίδα της διαπόμπευσης των οροθετικών γυναικών το Μάιο του 2012, απέκτησε υπερεξουσίες, θέτοντας κάτω από την ομπρέλα του ευαίσθητους κοινωνικούς τομείς, όπως η μεταναστευτική και η σωφρονιστική πολιτική. Ανακοινώθηκε η επανασύσταση της αμαρτωλής ομάδας Δέλτα και καταργήθηκε μια αυγουστιάτικη μέρα η μακροχρόνια δημοκρατική κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου. Όλα ήταν έτοιμα, λοιπόν, ώστε την επομένη της ορκωμοσίας του νέου δήμαρχου και ανιψιού του Πρωθυπουργού, Κώστα Μπακογιάννη να τεθεί σε λειτουργία το σχέδιο «άλωσης των Εξαρχείων».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Κάμερες, ελικόπτερα, κλούβες, πάνοπλοι αστυνομικοί πήραν θέση για να εκκενώσουν καταλήψεις, μεταξύ των οποίων και δυο προσφυγικές. Ειδικές δυνάμεις με παραταγμένα όπλα μπήκαν από το παράθυρο στις 6 το πρωί στην κατάληψη στέγασης προσφύγων στην οδό Σπύρου Τρικούπη, γιατί προφανώς αξιολόγησαν ότι ο ενδεδειγμένος τρόπος να ξυπνήσεις παιδιά που έχουν βιώσει τη φρίκη του πολέμου, είναι σημαδεύοντας τα με όπλα.  Οι 143 πρόσφυγες – κυρίως οικογένειες με παιδιά – αναγκάστηκαν ξανά να απομακρυνθούν από το χώρο που αντιλαμβάνονταν ως σπίτι τους και να διασκορπιστούν σε camps ανά την επικράτεια. Γιατί μπορεί ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας να έδωσε στη δημοσιότητα φωτογραφίες από το χώρο που μεταφέρθηκαν οι πρόσφυγες για ένα βράδυ – να κατευναστεί λίγο ο θυμός για τις εικόνες των παιδιών με τις κούκλες στα χέρια να μπαίνουν σε κλούβες – , δεν έδειξε όμως φωτογραφίες από τους καταυλισμούς που μεταφέρθηκαν μόνιμα, όπως για παράδειγμα στο Σχιστό που ακόμα περιμένουν στο δρόμο μέχρι να βρεθούν θέσεις σε σκηνές ή κοντέινερ. 

«Οι εκκενώσεις των δυο προσφυγικών καταλήψεων εξυπηρετούν πρωτίστως ψηφοθηρικούς λόγους, με την έννοια ότι έτσι όπως έχει αναδειχθεί το ζήτημα από την κυβέρνηση και τον φιλικά προσκείμενο Τύπο, παρουσιάστηκαν ως κάτι επικίνδυνο για την κοινωνία. Ένα στερεότυπο που παραγνώριζε τη θετική συμβολή των καταλήψεων την εποχή της οξείας προσφυγικής κρίσης και της λύσης που προσέφεραν, αφού μπόρεσαν να διαχειριστούν έναν μεγάλο αριθμό προσφύγων, για τους οποίους δεν υπήρξε ποτέ καμία πρόνοια από το κράτος. Είναι τουλάχιστον ανέντιμο. Όπως και ήταν γελοία δυσανάλογη η κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού σε σχέση με την επιχείρηση που έκαναν αλλά απόλυτα εναρμονισμένη με την επικοινωνιακή τους στρατηγική. Ακόμα κι όταν απευθύνονται σε πρόσφυγες, σε γυναίκες με μωρά στην αγκαλιά, είναι υποχρεωμένοι να δράσουν με ελικόπτερα στο όνομα της φήμης που έχουν οι ίδιοι δημιουργήσει. Είναι σοκαριστικό για μένα ότι λίγα 24ωρα νωρίτερα ο πρόσφυγας Reza Ebrahimi πέθανε στη Μόρια, χωρίς καμία πολιτική δήλωση από κανένα πολιτικό κόμμα ως ένδειξη σεβασμού στη μνήμη του νεκρού. Σε κρατική δομή δολοφονείται ένας έφηβος, υποθέτουμε εξαιτίας των άθλιων συνθηκών, δεν αντιδρά κανείς αλλά τα βέλη στρέφονται ενάντια στις καταλήψεις που τόσα χρόνια προφύλαξαν τους ενοίκους τους. Τίποτα τέτοιο δεν έχει συμβεί σε προσφυγική κατάληψη», επισημαίνει η Αναστασία Τσουκαλά, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο Paris Sud. 

«Σε κρατική δομή δολοφονείται ένας έφηβος, υποθέτουμε εξαιτίας των άθλιων συνθηκών, δεν αντιδρά κανείς αλλά τα βέλη στρέφονται ενάντια στις καταλήψεις που τόσα χρόνια προφύλαξαν τους ενοίκους τους. Τίποτα τέτοιο δεν έχει συμβεί σε προσφυγική κατάληψη», επισημαίνει η Αναστασία Τσουκαλά, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο Paris Sud (φωτ. Άγγελος Χριστοφιλόπουλος).

Από εκείνη την ημέρα πάντως η Αστυνομία εγκαταστάθηκε στα Εξάρχεια, από την Ιπποκράτους μέχρι την Τοσίτσα κι από τη Βαλτετσίου μέχρι τη Θεμιστοκλέους, υπάρχουν ανεπτυγμένες διμοιρίες των ΜΑΤ. Αυτό προφανώς μάλλον εννοούσε ο συντάκτης του περιβόητου άρθρου στην εφημερίδα Καθημερινή, όταν έγραφε ότι στα σχέδια της ανάπλασης των Εξαρχείων προβλέπονται «κινητές μονάδες πρασίνου». Υπάρχει, δηλαδή, μια γειτονιά στην καρδιά της Αθήνας που πίνεις τον καφέ σου υπό τους ήχους των ασυρμάτων, που τρως σε ένα μαγαζί με άνδρες που φέρουν όπλα στα πέντε μέτρα, που βγαίνεις από το σπίτι σου και πρέπει να ζητήσεις από τους αστυνομικούς που κάθονται στα σκαλιά να κάνουν λίγο στην άκρη για να περάσεις, που περπατάς ανάμεσα σε ασπίδες. Δεν ξέρω αν κάποιος θα ένιωθε ασφάλεια σ’ αυτή τη διαστροφική συνθήκη, η πλειονότητα των κατοίκων, των περαστικών και των εργαζόμενων στην περιοχή πάντως αισθάνεται άβολα.

Πολύ περισσότερο όταν εκδηλώνονται άγαρμπα και απροκάλυπτα μια σειρά από ρατσιστικές, σεξιστικές, ομοφοβικές, τρανσφοβικές συμπεριφορές που ενδημούν στην Ελληνική Αστυνομία. Η καταγγελία του Νίκου Σοφιανού, εκ των ιδιοκτητών του περιοδικού Antivirus, είναι χαρακτηριστική. Περπατούσε με το σύντροφο του πιασμένοι χέρι – χέρι προς τα Εξάρχεια, κοντά στο Αρχαιολογικό Μουσείο, δέχτηκαν πρώτα χυδαίες λεκτικές προσβολές τύπου «Κοίτα τώρα περνούν κάτι παλικάρια, άλλο πράγμα» και όταν ζήτησαν το λόγο, ένας ματατζής έριξε κουτουλιά στο Νίκο Σοφιανό και ένας δεύτερος προσπάθησε να του βάλει τρικλοποδιά. Η επίσημη ανακοίνωση του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη την επόμενη μέρα βάφτιζε «διαπληκτισμό μεταξύ αστυνομικών και πολιτών» την ομοφοβική βίαιη επίθεση εις βάρος του ομόφυλου ζευγαριού. Διαστρεβλώνοντας και υποβαθμίζοντας το γεγονός, έκλεισε επί της ουσίας ένα μάτι ανεκτικότητας στη μάτσο αυθαιρεσία των αστυνομικών. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Αντίστοιχη είναι η μαρτυρία της Ιωάννας Χλόης Βούλγαρη που δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο. Σύμφωνα με αυτήν νωρίς το πρωί καθώς έπαιρνε ταξί από τα Εξάρχεια για να επιστρέψει στο σπίτι της, δέχτηκε σεξιστική επίθεση από άνδρες των ΜΑΤ, οι οποίοι της απευθύνθηκαν μ’ έναν εντελώς τοξικό τρόπο: έλα εδώ μικρή μου ανάφτρα/πού πας; είναι νωρίς ακόμα, κάτσε λίγο/ήρθες, μας αναστάτωσες και φεύγεις; κάτσε παρέα». Πρόκειται για δύο περιστατικά που έγιναν γνωστά γιατί τα υποκείμενα που υπέστησαν τον εξευτελισμό και τη βία, βρήκαν το κουράγιο να δημοσιοποιήσουν την εμπειρία τους. Οι μαρτυρίες για την ανάρμοστη, παραβιαστική, επιθετική συμπεριφορά των αστυνομικών που στρατοπεδεύουν στα Εξάρχεια ελέω Χρυσοχοϊδη, είναι πάμπολλες. Ούτως η άλλως η υπερβολική δόση προπαγάνδας έχει ως αποτέλεσμα από τη στιγμή που περνάς τα σύνορα της Ασκληπιού και της Αλεξάνδρας να καθίστασαι «ύποπτος/η». Αν μάλιστα φέρεις ταυτότητες που δεν εφάπτονται τέλεια στη νόρμα του «λευκού, αρτιμελούς, στρειτ, Έλληνα άνδρα» τότε αυτόματα μετατρέπεσαι στο ιδανικό θύμα. Αν είσαι θηλυκότητα, ΛΟΑΤΚΙ υποκείμενο, ανάπηρος, πρόσφυγας, εμφανώς αναρχικός ή αντιφασίστας τη στιγμή που θα περάσεις μπροστά από τα ΜΑΤ στην καλύτερη περίπτωση θα αισθανθείς αμηχανία από τη σημειολογία της τοξικής αρρενωπότητας. Στη χειρότερη θα υποστείς ξυλοδαρμό, όπως ο διερχόμενος πεζός στα μέσα του Ιούλη, ο βασανισμός του οποίου καταγράφηκε σε βίντεο. 

Οι επιθέσεις της Αστυνομία κλιμακώθηκαν τις προηγούμενες μέρες στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Τα Ωραία Εξάρχεια». Το φεστιβάλ που πραγματοποιήθηκε για δεύτερη χρονιά είχε ως στόχο την αναγέννηση της ζωής στη ρημαγμένη από τη δράση μαφιών πλατεία Εξαρχείων. Γιατί βλέπεις, μπορεί γύρω – γύρω να υπάρχει Αστυνομία, στο κέντρο της πλατεία, όμως, η διακίνηση ναρκωτικών συνεχίζει απρόσκοπτα τις δραστηριότητες της. Τις τρεις από τις τέσσερις μέρες που διήρκεσε το φεστιβάλ, η Αστυνομία επέλεξε να επιτεθεί με χημικά στο συγκεντρωμένο πλήθος για να το διαλύσει. Τις ίδιες μέρες επιτέθηκε άγρια στο Κατειλημμένο Κοινωνικό Κέντρο Βοξ σπάζοντας τζάμια, ρίχνοντας δακρυγόνα και ξυλοκοπώντας κόσμο. 

«Ο δημόσιος χώρος δεν ανήκει σε κανέναν, τον οικειοποιείται προσωρινά όποιος είναι εκεί, όποιος έχει το θάρρος να δράσει στο δημόσιο χώρο. Για κάποιους λόγους απομακρύνθηκε το πολύχρωμο πλήθος ανθρώπων που επισκεπτόταν την πλατεία και καταλήφθηκε από κάποια λούμπεν στοιχεία που κάνουν άγριο μικρεμπόριο ναρκωτικών με μαχαίρια, πιστολιά και τρομοκρατούν τους πάντες. Το φεστιβάλ διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από κατοίκους, εκδοτικούς οίκους, συλλογικότητες. Προσωπικά ασχολούμαι με τη μουσική και στηρίζω σε αυτό το κομμάτι, γιατί η μουσική ενώνει και εμψυχώνει τους ανθρώπους. Εκφράζει τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Μαζευτήκαμε, λοιπόν,  αφιλοκερδώς και στήσαμε το φεστιβάλ. Είδα ανθρώπους με λαχταρά να έρχονται στην πλατεία, νέοι, γέροι, γονείς, ανάπηροι, και γενικά ό,τι μπορείς να φανταστείς. Ήταν μέρες χαράς και δημιουργικότητας. 

Μόνο την πρώτη μέρα δεν είχαμε φασαρίες. Παρ’ όλα αυτά ο κόσμος ήταν εκεί. Τη δε τέταρτη βραδιά έγινε το έλα να δεις, γιατί άρχισαν να ρίχνουν χημικά κατευθείαν πάνω στη σκηνή που έπαιζε η τελευταία μπάντα, η οποία συνέχιζε να παίζει κι ο κόσμος χειροκροτούσε μέχρι που δε μπορούσαμε πια να ανασάνουμε. Σε καμία περίπτωση δε θα ρίξουμε την ευθύνη στις ομάδες των ανθρώπων που χρησιμοποιούνται σαν άλλοθι, επειδή πάνε και ρίχνουν 1-2 μολότοφ στις διμοιρίες. Όταν σου πετάει κάποιος μολότοφ, αν μπορείς τον συλλαμβάνεις, δεν ξεσπάς σε ένα άσχετο πλήθος ανθρώπων. Είναι σα να μπαίνει ένας κλέφτης στο σπίτι κι επειδή η Αστυνομία δε μπόρεσε να τον συλλάβει, να βγει στο δρόμο και να δείρει τους περαστικούς. Είναι εντελώς προσχηματικό. Όλη την ευθύνη τη φέρει η αστυνομία. Κάθε βράδυ μισή ώρα πριν απέκλειε την περιοχή. Έβγαζε ανακοινώσεις που παίζονταν από τα κανάλια για να διασπείρουν το φόβο, προαναγγέλλοντας  επεισόδια. Από τύχη δεν έχουμε νεκρό, και στη συναυλία και στο Βοξ. Οφείλουμε να προστατέψουμε τις καταλήψεις στέγης και τους κοινωνικούς χώρους. Είναι πυρήνες αλληλεγγύης , κοινωνικής σκέψης και δράσης. Δεν έχει σημασία αν διαφωνούμε ή συμφωνούμε με τις επιμέρους αντιλήψεις κάθε ομάδας – που στην τελική οι άνθρωποι δεν έχουν λιντσάρει κανέναν όπως έκαναν οι αστυνομικοί με τον Ζακ και μένουν ατιμώρητοι. 

Θέκλα Τσελεπή: «Ο πατέρας του Κούλη, όταν ήταν Πρωθυπουργός, είχε πει απευθυνόμενος στους αστυνομικούς “Εσείς είστε το κράτος”. Ε φαίνεται ότι οι οικογενειακές παραδόσεις διατηρούνται».

» Αυτό που επιθυμούν είναι να ταΐσουν με φόβο και εθνικισμό τους αδαείς ψηφοφόρους. Λέει τώρα ο καθένας που ζει στην άλλη άκρη της Ελλάδας ότι η κυβέρνηση πάταξε την παρανομία στα Εξάρχεια. Ένα ψέμα που καλλιεργείται χρόνια. Εκεί που έχουμε ναρκωτικά επεμβαίνει η δίωξη, τα ΜΑΤ τι δουλειά έχουν ; Δίπλα στο Μεταξουργείο, στη Βάθης διακινούνται ουσίες και άνθρωποι. Ένα πρόσχημα είναι η καταπολέμηση των ναρκωτικών. Ο πατέρας του Κούλη, όταν ήταν Πρωθυπουργός, είχε πει απευθυνόμενος στους αστυνομικούς «Εσείς είστε το κράτος». Ε φαίνεται ότι οι οικογενειακές παραδόσεις διατηρούνται» εξηγεί η Θέκλα Τσελεπή, dj, ραδιοφωνική παραγωγός και παρούσα στα γεγονότα. 

Η Αστυνομία ρίχνοντας απρόκλητα χημικά σε μια συναυλία, όπου βρίσκονταν άνθρωποι κάθε ηλικίας και κάθε σωματικής κατάστασης και πετώντας δακρυγόνα στον κλειστό χώρο του Κ*ΒΟΞ, αύξησε κατακόρυφα το ρίσκο. Εφάρμοσε χωρίς να αντιμετωπίζει κανέναν υπαρκτό και σοβαρό κίνδυνο, εξαιρετικά επικίνδυνες πρακτικές, παίζοντας στα ζάρια τη ζωή και την υγεία των ανθρώπων που επιτέθηκε. Γιατί αλήθεια, με ποια εγγύηση ότι κανένας δεν αντιμετωπίζει αναπνευστικά, καρδιακά ή κινητικά προβλήματα, ότι κανένας δε θα λιποθυμήσει από το χημικό πόλεμο, ότι κανένας δε θα ποδοπατηθεί από τον τρόμο που προκαλεί μια τέτοια κατάσταση, ότι κανένας δε θα πάθει σοβαρή βλάβη όταν τον χτυπάς με το γκλοπ στο κεφάλι, προχώρησε σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις; Για ποιο λόγο διέλυσε ένα καλλιτεχνικό φεστιβάλ στην πλατεία Εξαρχείων; Όταν έφυγε ο κόσμος κυνηγημένος, αυτοί που επέστρεψαν ήταν οι ντίλερ. Υπάρχει κάποιο όφελος από αυτό; Δεν είναι, βέβαια, και τόσο μετέωρα αυτά τα ερωτήματα.

Απλά το Υπουργείο κρύβει τις απαντήσεις πίσω από τυποποιημένες και παραπλανητικές ανακοινώσεις, που πρόθυμα αναπαράγει η πλειονότητα των αστυνομικών συντακτών. Δε γνωρίζει κανείς αν ήταν σαφής εντολή της φυσικής και πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου τα ΜΑΤ να κάνουν ομοφοβικές και σεξιστικές επιθέσεις, να διαλύσουν ένα φεστιβάλ, να ρίξουν χημικά σε κλειστό χώρο ή αν έτσι ερμηνευτήκαν οι εντολές. Από τη στιγμή, όμως, που επίσημα το Υπουργείο παρέχει κάλυψη σε αυτή τη στάση και δεν τιμωρεί κανέναν, εκφράζει τη συναίνεση του, από τη οποία αντλούν τον αλαζονικό τους αυταρχισμό οι αστυνομικοί. Επιπλέον, εμπρηστικές δηλώσεις, όπως αυτή του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Δημήτρη Μαρκόπουλου που φαντασιωνόταν σε δημόσια θέα να «τρέξει και λίγο αιματάκι μπαχαλάκηδων», δεν παρέχουν απλά την απαραίτητη ιδεολογικοπολιτική προστασία στην αστυνομική αυθαιρεσία, την υποκινούν κιόλας. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

«Το φεστιβάλ μου θύμισε ένα γεγονός που έχω παρατηρήσει σε πολλές διαδηλώσεις κι έλεγα χαριτολογώντας ότι τα μέλη των διμοιριών πάσχουν από συλλογικό στραβισμό. Γιατί έχουμε παρατηρήσει όλοι ότι άλλοι έριχναν τις μολότοφ και σε άλλους επιτίθονταν η Αστυνομία, διαλύοντας τις διαδηλώσεις. Το ίδιο συνέβη κι εδώ. Δέχθηκαν επιθέσεις από κάποιους, άγνωστο από ποιους και γιατί. Στράφηκαν, όμως, ενάντια στους ειρηνικούς θεατές του φεστιβάλ. Δεν υπάρχει κανένας αιτιώδης σύνδεσμός. Αυτό που υπάρχει είναι ένας σοβαρότατος κίνδυνος όταν πετάς χημικά σε κλειστό χώρο ή όταν παίρνουν φωτιά τα ηχεία μιας σκηνής από την επίθεση της Αστυνομίας.  Θα προσδοκούσαμε εδώ και καιρό, η Δίωξη Ναρκωτικών να έχει επιτελέσει το σκοπό για τον οποίο την πληρώνει ο Έλληνας φορολογούμενος. Η Δίωξη αδρανεί εδώ και πολλά χρόνια για κάποιον άγνωστο λόγο. Έψαχναν ναρκωτικά στην προσφυγική κατάληψη στη Σπύρου Τρικούπη και προφανώς δε βρήκαν. Στην πλατεία έψαξαν; Σε εμάς απολογούνται, όχι στο Χρυσοχοΐδη. Η καθημερινή παρουσία διμοιριών που έχουν λάβει ένα ξεκάθαρο μήνυμα από την κυβέρνηση και το υπουργείο ότι μπορούν να δρουν χωρίς τιμωρία είναι οριακή στρατηγική. Ως κάτοικος των Εξαρχείων μπορώ να πω ότι δεν ξέρω αν ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης ελέγχει τη συμπεριφορά των ενστόλων. Μπορεί ο Υπουργός να το πιστεύει αλλά δεν τους ελέγχει. Μπορεί να έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θα ανεχτεί αυθαιρεσίες και έως ενός σημείου αστυνομική βία. Εάν, όμως, αυτό το πλαίσιο ανοχής ξεφύγει και υπάρχει τραυματίας ή ακόμα χειρότερα νεκρός, τι θα πούμε; Ότι υπήρχε ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του Υπουργού; Ποιος θα επωμιστεί το κόστος; Ο ίδιος; Αδιάφορο. Όλη η κοινωνία θα το επωμιστεί. 

Θυμάμαι όταν υπήρχε ομάδα Δέλτα πως περιπολούσε γύρω από την πλατεία έχοντας ο συνοδηγός το μεσαίο δάχτυλο σηκωμένο και κραδαίνοντας το γκλοπ, περιμένοντας να αντιδράσει κάποιος. Καταργήθηκαν ορθώς και τώρα επανασυστήνονται. Ποιο είναι το μήνυμα; Ότι κακώς καταργήθηκαν αυτοί που καθημερινά προκαλούσαν τους πολίτες. Είναι καταστροφικό. Να επιβάλεις το νόμο και την τάξη με αυτό τον τρόπο, είναι σα να λες στους πολίτες ότι πρέπει να δεχθούν βαθιές προσβολές της προσωπικότητας τους ως κανονιές, γιατί εάν αντιδράσουν θα τους συνθλίψεις. Δεν παίζουμε πια με τη φωτιά. Βάζουμε φωτιά στα ξυόοχορτα και κοιτάμε αν θα καεί το δάσος. Αυτή την αίσθηση έχω» καταλήγει η Αναστασία Τσουκαλά

Η προβληματική της Ελληνικής Αστυνομίας έχει αναλυθεί πολλές φορές, συνήθως πάνω από χυμένο αίμα, του Μιχάλη Καλτεζά, του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, του Ζακ Κωστόπουλου ή πάνω από τις καταμετρημένες ψήφους των παλιότερων εκλογικών αναμετρήσεων που ποσοτικοποιούσαν μέσω της ψήφου στη Χρυσή Αυγή, την ακροδεξιά πτέρυγα της αστυνομίας. Γνωρίζουμε καλά ότι οι μισαλόδοξες, μισογυνικές, μισανθρώπινες ιδέες είναι κυρίαρχες στο σώμα. Μπορεί να απωθήθηκε η πολύ προκλητική δημόσια έκφραση τους το προηγούμενο διάστημα αλλά δεν επαλείφθηκαν ως νοοτροπίες. Γι’ αυτό τώρα ξεδιπλώνονται πάλι με ακόμα περισσότερη ορμή. Οι δηλώσεις του Μπαλάσκα για την «ενοχλητική σκόνη» που φαντάζουν αδιανόητες για ένα εκδημοκρατισμένο κράτος, μάλλον απηχούν κάτι παραπάνω από μια προσωπική άποψη. Η αναπαραγωγή και η εμπέδωση αυτών των απόψεων ενισχύεται πέραν των άλλων από έναν αδιάτρητο μηχανισμό ατιμωρησίας. Η φάμπρικά των ΕΔΕ, όπως έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα, συνιστά ένα πρόσκαιρο και κατά βάση επικοινωνιακό θόλωμα  των ταραγμένων υδάτων. Κανείς δε μαθαίνει τι απογίνονται οι ΕΔΕ όταν φεύγουν από τα δελτία ειδήσεων. Ελάχιστες από αυτές και μόνο σε πολύ άγριες καταστάσεις καταλήγουν να επιβάλλουν τις ελάχιστες δυνατές ποινές στους δράστες. Ακόμα και η ΕΔΕ για τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, η μοναδική ίσως που πρότεινε μια σοβαρή τιμωρία για τους εμπλεκόμενους, ένα χρόνο μετά δεν έχει επικυρωθεί από τα αρμόδια όργανα μετά τις μεθοδεύσεις ολιγωρίας εκ μέρους του δικηγόρου των αστυνομικών και βουλευτή του κυβερνώντος κόμματος, Θανάση Πλεύρη, του ιδίου δηλαδή δικηγόρου που ανέλαβε και την υπεράσπιση του Μπαλάσκα. 

Η στρατιωτικοποίηση των Εξαρχείων δεν αφορά μια γεωγραφική ζώνη αλλά εδαφικοποιεί μια πολιτική σύγκρουση κι έναν πειραματικό σωλήνα για την άσκηση της στρατηγικής της έντασης. Η μακροχρόνια συγκέντρωση καλλιτεχνικών, κοινωνικών και πολιτικών δράσεων στην περιοχή που διαπερνώνται από ένα πνεύμα αντισυμβατικότητας, λειτουργεί ως χωρική ρωγμή στην ηγεμονία, την οποία το κράτος ονειρεύεται να αποκαταστήσει με όχημα τη καταστολή και την πειθαρχία.

Ο Νώντας Σκυφτούλης, από τις ιστορικές φυσιογνωμίες του σύγχρονου αναρχικού κινήματος και μέλος της Αντιεξουσιαστικής Κίνησης αναλύει σε μια ιστορική συνέχεια τις στοχεύσεις της Αστυνομίας στην περιοχή: «Τα Εξάρχεια είναι μητροπολιτικό κέντρο, δεν αφορούν μόνο τους κατοίκους αλλά και την κοινωνία γενικά. Οι καθυστερημένες λόγω χούντας σημασίες του Μάη του ’68, άρχισαν να εκδηλώνονται από τα τέλη της δεκαετίας του 70 στα Εξάρχεια μέσω μιας συνολικής αντιπρότασης πολιτιστικής, κοινωνικής και πολιτικής. Από τη ροκ μουσική μέχρι τα μακριά μαλλιά που η κοπή τους ήταν υποχρεωτική επί χούντας σηματοδοτούσαν μια ρήξη με το κυρίαρχο. Μαζί με αυτά έχουμε και την εμφάνιση των αναρχικών ιδεών που ταυτίστηκαν με τις πολιτιστικές παραγωγές εκείνης της εποχής. Ο ροκάς, μαζί με τους δαιμονισμένους ποιητές, τη Γωγου, το Σιδηρόπουλο κλπ πορεύονταν μαζί με τον αναρχικό. Γι’ αυτό τα Εξάρχεια επιβιώνουν ακόμα παρά τον κοινωνικό τεμαχισμό. Η εξουσία προσπαθεί να επιβάλλει την ομοιομορφία. Στην αρχή οι συγκρούσεις έγιναν για να συλληφθούν οι μαλλιάδες με πρωτοσέλιδα τότε που έκαναν τον ίδιο θόρυβο με σήμερα. Δεν τα κατάφεραν, γιατί κατοχυρώθηκε. Έρχονταν για να διαλύσουν τα πάρτι. Στοχοποιούσαν τις δράσεις για τη σεξουαλική επανάσταση. Οι αναρχικοί, όμως, δεν ήθελαν να υποστούν τη θυματοποίηση του παραδοσιακού αριστερού. Ήταν μια επιτιθέμενη πολιτική φόρμα, όχι αμυντική. Καλλιεργούσε έναν ανθρωπολογικό τύπο που ήταν αποφασισμένος να μη κάνει ούτε βήμα πίσω μετά τις χούντες και το συντηρητισμό που είχαμε φάει στη μάπα. Ο καθένας ερχόταν για διαφορετικούς λόγους αλλά το συγκρουσιακό στοιχειό ήταν εγγενές σ’ αυτό το κοινωνικό, πολιτιστικό και πολιτικό κίνημα. Πέρα από τη σημειολογία της ροκ, της σεξουαλικής επανάστασης, των ατομικών δικαιωμάτων δηλαδή της ύπαρξης , υπήρχε και το επαναστατικό φαντασιακό κι όλα αυτά σε μια σύνθεση. Γι αυτό όλες οι υπηρεσίες της αστυνομίας 24 ώρες το 24ωρο ήταν στα Εξάρχεια και σου μιλάω για όλη τη 40 ετια που έχω βιώσει, από την αντιτρομοκρατική μέχρι την κλεφτών – διαρρηκτών και μετά το 90 η Cia εγκαταστάθηκε επισήμως στα Εξάρχεια. Πάντα υπήρχε καταστολή και πάντα αυτός ο θεαματικός φόβος υπήρχε στο φαντασιακό του συντηρητικού ελληνικού κράτους.»

Ωστόσο, πέρα από την ιδεολογική διάσταση που έχει η τρέχουσα επιχείρηση του κράτους ενάντια στην αναρχία, τα κοινωνικά κινήματα και τις αυτοοργανωμένες δομές των Εξαρχείων, αναφύονται ισχυρές υπόνοιες ότι διαπλέκεται άνετα και με επιχειρηματικά συμφέροντα στη γειτονιά. Τα τύμπανα του gentrification έχουν ηχήσει από καιρό και το αντιλαμβάνεσαι αν για παράδειγμα κουβαλάς την αυταπάτη ότι θα νοικιάσεις ένα αξιοπρεπές σπίτι σε λογική τιμή στα Εξάρχεια.  Η προοπτική να μετατραπεί η περιοχή σε ένα πελώριο και σιδηροφραχτο airbnb είναι ορατή. 

«Ας μη μπούμε στις προθέσεις του κράτους. Ας πούμε αυτά που ξέρουμε σίγουρα. Το airbnb αποτελεί παγιωμένη κατάσταση σε πολλές συνοικίες. Οδηγεί στην αστική ερήμωση και στον πλήρη τεμαχισμό, περνάμε σε μια ιδιωτική σφαίρα αποξενωμένων ιδιωτών. Στα Εξάρχεια αυτή τη στιγμή υπάρχουν 700 διαμερίσματα σε airbnb. Οι σχεδιασμοί του κράτους ευνοούνται από την εξατομίκευση. Υπάρχει μια σχέση συμμαχίας. Νομίζω, όμως, ότι τίποτα από αυτά δε μπορεί να πετύχει δεδομένα. Για να γίνουν τα Εξάρχεια Πλάκα πρέπει να ηττηθεί το πολιτικό κίνημα. Γι αυτό το κράτος αμφισβητεί την πολιτική μας ύπαρξη. Εμείς δε μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς τα εδάφη που έχουμε κατακτήσει, καταλάβει, νοικιάσει – δεν έχει σημασία ο τρόπος. Είναι το οξυγόνο που αναπνέουμε. Σε πρώτη φάση μπορεί να φανεί εύκολο για το κράτος π.χ. να πάρει πέντε καταλήψεις ακόμα και να γίνουν και κάποιες διαδηλώσεις με τον παραδοσιακό τρόπο. Υπάρχει πολύ μεγάλο υπόλειμμα για νέες μορφές αντίστασης. Η αποσυμπίεση μιας νέας διαδικασίας θα είναι πιο εκρηκτική από αυτό που αντιμετωπίζει τώρα το κράτος. Δεν έχει ηττηθεί οριστικά το κίνημα. Υπάρχει ένας αυτοματισμός αντίστασης αλλά η καινούργια αντίσταση θα είναι πιο δυνατή και απρόβλεπτη» συμπληρώνει ο Νώντας Σκυφτούλης. 

Επίσης, είναι βέβαιο με βάση την επώδυνη ιστορική εμπειρία, ότι αν η κοινωνία αποδεχτεί την αστυνόμευση της κοινωνικής ζωής και χακί αποικιοποίηση των Εξαρχείων ως κανονικότητα, αυτή δε θα περιοριστεί μόνο στα Εξάρχεια. Θα πάρει σταδιακά το περίβλημα ολόκληρης της χώρας υφαίνοντας μια ένοπλη και ασφυκτική δυστοπία.

Μαρία Λούκα

Share
Published by
Μαρία Λούκα