«Η γενιά του Δεκέμβρη θα βρίσκεται εδώ σε κάθε επόμενη εξέγερση»

ΚΟΙΝΘυμάμαι βρισκόμουν στο Κολωνάκι. Μια φίλη είχε γενέθλια και σ’ ένα πολύ μικρό μαγαζί έπαιζε αποκριάτικα αν κι έφταναν Χριστούγεννα. Έπειτα βγήκα βιαστικά, σκέφτηκα ότι δεν έκανε κρύο, δεν σκέφτηκα να βγάλω το κινητό από την τσάντα. Δεκατρία χρόνια πριν, δεν κουβαλούσα internet μαζί μου κι ακόμη απέφευγα να πω στη μάνα μου, που είμαι. Κατηφόριζα Εξάρχεια, θα έβρισκα έναν φίλο, θα πηγαίναμε σε άλλα γενέθλια, τη στιγμή που όλες κι όλοι πήγαιναν σε γιορτή, 6 Δεκέμβρη. Ο καπνός πύκνωνε, ποδοβολητά, ψάχνω το κινητό μου, οκτώ κλήσεις από τη μάνα μου, «Χρύσα που είσαι; Πρέπει να γυρίσεις», ένας περαστικός τραβάει βίντεο τους κάδους που καίγονταν την ώρα που ένα παιδί ουρλιάζει «Τι τραβάς ρε; Θέαμα είναι; Τι τραβάς; Πέθανε. Ηλίθιε». Πέθανε;

Καμία και κανείς δεν γύρισε εκείνο το βράδυ σπίτι. Μείναμε εκεί, να τρέχουμε και να κλαίμε, να συγκρουόμαστε και να ξανακλαίμε, μείναμε εκεί μέχρι σήμερα να απαντάμε «και τι δεν ήτανε εκείνος ο Δεκέμβρης» εκείνη η ρωγμή που άνοιξε με τον φόνο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλο, από τον ειδικό φρουρό Κορκονέα, στη συμβολή των οδών Τζαβέλα και Μεσολογγίου στα Εξάρχεια. Ο ίδιος, θα δηλώσει μετά την εκτέλεση του παιδιού ότι δεν πρόκειται να ζητήσει συγγνώμη από ένα 15χρονο, όμως ήταν πλέον για όλα ή πολύ αργά ή πολύ νωρίς. Η γενιά του Δεκέμβρη του ’08 μπολιάστηκε για πάντα με το άδικο αίμα του Αλέξη, ανάβοντας φωτιές για ένα κράτος δικαίου, χωρίς καταστολή, με ίσες ευκαιρίες για όλες κι όλους. Για το αν εκείνες οι φωτιές σιγοκαίνε ακόμη, μίλησα με τον Αλέξανδρο Κιουπκιολή, αναπληρωτή καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Ο Αλέξανδρος, επέστρεψε από την Κύπρο στην Αθήνα στα τέλη εκείνου του Δεκέμβρη, λόγω ενός προβλήματος με το πόδι του, που τον κράτησε μακριά τις πρώτες ημέρες. Όπως μου εξηγεί, είχε ακόμη πατερίτσες όταν περπάταγε τους δρόμους τους εξέγερσης…

«Η πρώτη εικόνα που κρατάω από εκείνο το βράδυ, είναι το ίδιο το συμβάν της δολοφονίας. Όχι γιατί ήμουν παρών εκείνη την ώρα στον χώρο, αλλά γιατί έχω μια βιωματική σχέση με το μέρος αυτό, είναι η περιοχή που μένω και το σημείο που σύχναζα τότε, σε συνδυασμό με το γεγονός του ότι είχα και άμεση εμπειρία της αστυνομοκρατίας την εποχή εκείνη, καθώς και της παραβατικής συμπεριφοράς της αστυνομίας απέναντι στον κόσμο που ερχόταν από διάφορες περιοχές της Αθήνας στα Εξάρχεια. Είχα επίσης άμεσο οπτικό υλικό, μιας και μια γνωστή μου η οποία βρίσκοντας στο μπαλκόνι την ώρα της δολοφονίας είχε γυρίσει με το κινητό της ένα βίντεο.

Η δεύτερη εικόνα είναι εκείνη των απανωτών διαδηλώσεων, ενώ η τρίτη και πολύ σημαντική -γιατί δίνει την άλλη διάσταση της εξέγερσης η οποία σκόπιμα αποσιωπούνταν, χωρίς να έχει αποτύπωση στα βασικά μέσα ενημέρωσης- ήταν η κατάληψη της Λυρικής και συμβάντα όπως η διακοπή της κυκλοφορίας στον δρόμο, για να γίνουν χορευτικά δρώμενα τα οποία αποτέλεσαν μαγική στιγμή των ημερών εκείνων. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια συνάντηση σ’ ένα σπίτι στο κέντρο της Αθήνας κάπου στα τέλη Δεκέμβρη, με συναδέλφους Πανεπιστημιακούς και νεότερους ερευνητές όπου κάναμε μια πρώτη συζήτηση και θεωρητική αποτίμηση αυτής της εξέγερσης, η οποία όμως ήταν ακόμη εν εξελίξει, και θυμάμαι πως η πλειοψηφία των συναδέλφων ήταν σε μεγάλο βαθμό τρομοκρατημένοι, θεωρώντας από περίεργο έως ακραίο να βλέπει κάποιος θετικά στοιχεία σε αυτή την πολύ μαζική κινητοποίηση και στις δράσεις εκείνης της περιόδου».

Όπως ανέφερα και πριν, ο Αλέξανδρος συμμετείχε στις διεργασίες του Δεκέμβρη. Τον ρωτάω πόσο βαθύ θεωρεί ότι είναι το χάραγμα των διεργασιών αυτών για τους «Δεκέμβρηδες» που ακολούθησαν. «Υπήρχε συστηματική ένταση εκείνη την περίοδο και πιο ισχυρή στην περιοχή των Εξαρχείων, με πολύ συχνά επεισόδια και συγκρούσεις, υπήρχε δηλαδή ήδη μια κινηματική δράση και σύγκρουση από το 2007. Για μένα οι διεργασίες οι οποίες προετοίμαζαν αυτήν την εξέγερση στην οποία η δολοφονία του Γρηγορόπουλου λειτούργησε ως μηχανισμός εκπυρσοκρότησης, ήταν κάτι βαθύτερο και γενικότερο του οποίο οι κινηματικές δράσεις αποτελούσαν μια εκδήλωση, σε μια Ελλάδα η οποία από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 -με τις κυβερνήσεις Σημίτη- είχε μπει στην εποχή της πρώτης φάσης του νεοφιλελευθερισμού, που υπόσχονταν σε ατομικό επίπεδο τη δυνατότητα μεγάλων κερδών, αύξηση της υλικής ευημερίας ακόμη και μέσα από κερδοσκοπικές δραστηριότητες όπως το χρηματιστήριο, αλλά και οι νέες ευκαιρίες παγκοσμιοποίησης όπως την ονόμαζαν τότε. Αυτό λοιπόν το αφήγημα, συνδέθηκε με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, το ευρώ, τους Ολυμπιακούς Αγώνας, αρχίζοντας σταδιακά να δείχνει να όρια του, υιοθετώντας τις πρώτες πολιτικές λιτότητας με καθήλωση της εργασίας και σημαντική ανεργία, καθώς και τα πρώτα δείγματα αυτού που θα εξελιχθεί αργότερα σε μια πλήρως εκδηλωμένη κρίση από το 2010 και μετά. Αυτά λοιπόν τα στοιχεία τα είδαμε μέσα στην πολιτιστική διάσταση του Δεκέμβρη, κι όταν λέω πολιτιστική δεν εννοώ τις πολιτιστικές δράσεις, αλλά τις αναφορές σ’ έναν άλλο πολιτισμό, σε μια άλλη κουλτούρα που ονειρευόμασταν και που θα είναι πραγματικά ελεύθερη, πιο συλλογική και αλληλέγγυα, προβάλλοντας άλλα οράματα για την κοινωνική ζωή, πέρα από τον ατομικό πλουτισμό στην οικονομία της αγοράς.

Τις τάσεις αυτές τις συλλαμβάνει προφανώς πιο εύκολα και πιο άμεσα η νεολαία, νιώθει δηλαδή πιο γρήγορα το που πηγαίνει η κοινωνία προσλαμβάνοντας αμεσότερα τα επικείμενα ή τα ήδη υπάρχοντα αδιέξοδα, καθώς κι ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν αποτελεί πρόταση ζωής, με την παντοκρατορία της αγοράς να αφήνει πίσω της θύματα για τα οποία αδιαφορεί, καταστρέφοντας τους κοινωνικούς θεσμούς, οδηγώντας τελικά σε μια ριζική διάβρωση της δημοκρατίας. Σε όλα αυτά, ο νέος κόσμος είναι ιστορικά πολύ πιο ευαίσθητος στο να αντιδράσει. Νομίζω αυτές ήταν οι βασικές συνθήκες οι οποίες οδήγησαν σε αυτήν την κατάσταση, η οποία φυσικά ξέσπασε με την εξέγερση».

Τον ρωτάω για τη σημειολογία του τόπου της δολοφονίας. «Σίγουρα έχει σημασία ότι η δολοφονία αυτή έγινε στα Εξάρχεια, μια περιοχή η οποία παραδοσιακά και ιδίως εκείνη την περίοδο συγκεντρώνει πολύ νέο κόσμο, διατηρώντας εξεγερσιακά χαρακτηριστικά, έχοντας συνδεθεί με το Πολυτεχνείο αλλά και μετά, στις δεκαετίες του ‘70, του ‘80 και του ’90, παραμένει ένας τόπος αναζήτησης εναλλακτικών, όπου συγκεντρώνονται άνθρωποι οι οποίοι ξεφεύγουν σ’ έναν βαθμό από το mainstream έστω και με έναν τρόπο ο οποίος δεν είναι κατ’ ανάγκη ο πιο δημιουργικός, όπως για παράδειγμα η διακίνηση ναρκωτικών – αν και τα Εξάρχεια δεν ήταν ποτέ μόνο αυτό, όσο κι αν σκόπιμα προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια τέτοια εικόνα. Τα Εξάρχεια, ήταν ένας τόπος συνάντησης ανθρώπων που έχουν μια άλλη αντίληψη για τη ζωή, μια άλλη πολιτική κατεύθυνση από τα αριστερά μέχρι τον αναρχικό χώρο. Φυσικά, σε συνθήκες όπου πλέον ξεκινάει η στροφή από τον νεοφιλελευθερισμό της πλαστής ευημερίας στον νεοφιλελευθερισμό του αυταρχισμού, η τόσο ξεκάθαρη εκδήλωση της αυταρχικής αυτής στροφής με τον συγκεκριμένο φόνο, σε αυτή την περιοχή με την υψηλή συμβολική αξία, οπωσδήποτε έπαιξε έναν επιπλέον ρόλο στην ένταση της εξέγερσης».

Στην κουβέντα μας με τον Αλέξανδρο, εκτός από τις κοινές απόψεις που μπορώ να διακρίνω, φέρνω ξανά το ερώτημα που διαρκώς προσπαθώ να μεταβολίσω μέσα μου, ποιο ήταν τελικά το αποτύπωμα που άφησε εκείνος ο Δεκέμβρης… «Υπήρξαν διαφορετικά αποτυπώματα και διαφορετικές ποιότητες σε ποικίλες κοινωνικές μερίδες και πολιτικές ομάδες, κυρίως στη νεολαία, σε όλη την Ελλάδα, από τα σχολεία και τα Πανεπιστήμια αλλά και εκτός εκπαιδευτικού χώρου, που συμμετείχε με διάφορους τρόπους σε αυτή την εξέγερση. Άφησε ένα πολύ ισχυρό αποτύπωμα για πολύ κόσμο, ήταν το πρώτο πολύ ισχυρό και αποκαλυπτικό βάπτισμα τους στη συλλογική δράση. Έπειτα, -κι αυτό το λέω από προσωπικές εμπειρίες ανθρώπων που γνωρίζω, κι από μια μικρή σχετικά έρευνα που έκανα τα επόμενα χρόνια- από το 2015-16 οδήγησε τους νέους ανθρώπους που τότε πήραν το βάπτισμα του πυρός σε ό,τι αφορά την πολιτική και κοινή καταγραφή και που μέχρι τότε μπορεί να ήταν εντελώς απολιτίκ, να ακολουθήσουν έναν άλλον δρόμο, που δεν ήταν ένας δρόμος παραδοσιακής στράτευσης στην αριστερά ή στην αναρχία κατ’ ανάγκη, αλλά ένας δρόμος κινηματικής δράσης και κριτικής αντίληψης απέναντι στο καθεστώς, μια προσέγγιση της πολιτικής με όρους αυτο-οργάνωσης και αυτοδιάθεσης. Αυτό αφορά τον κόσμο εκείνης της εποχής, που το βίωμα αυτό του δημιούργησε σταδιακά μια πολιτική ταυτότητα ανοιχτή και πραξιακή.

Το άλλο αποτύπωμα, αφορά στις καθεστωτικές δυνάμεις, γιατί όπως θυμόμαστε από τις αντιδράσεις στο κοινοβούλιο και στα βασικά μέσα ενημέρωσης, είχαν τρομοκρατηθεί κι αυτή η τρομοκρατία που βίωσαν αποτυπώθηκε στην ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών τα επόμενα χρόνια. Αυτός όμως είναι πάντα ο κίνδυνος με τις εξεγέρσεις. Από τη μία μπορεί να επικρατήσουν και να οδηγήσουν σε νέους κοινωνικούς σχηματισμούς, από την άλλη μπορεί να οδηγήσουν σε μια πολύ αντιδραστική αρχή ώστε να αποτραπεί η επανάληψη κι ενδεχομένως σε μεγαλύτερο βαθμό εξεγερτικών δεδομένων. Ο τρόμος αυτός δεν περιοριζόταν στο καθεστώς της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, αλλά και σε μεσαία στρώματα τα οποία ένιωθαν να κλονίζεται ο κόσμος μέσα στον οποίο είχανε κάποια εξασφαλισμένη ευημερία.

Οι κινητοποιήσεις που ακολούθησαν και η διεκδίκηση του δημόσιου χώρου, είχε σαν άμεσο τότε αποτέλεσμα μια πρώτη στροφή στη δημιουργία νέου τύπου κοινωνικών κέντρων, όπως για παράδειγμα το Μικρόπολις στη Θεσσαλονίκη ή το πάρκο Ναυαρίνου στα Εξάρχεια, καθώς και τα πρώτα συνεργατικά εγχειρήματα, τα οποία ανέδειξαν ότι υπάρχει και μια άλλη κατεύθυνση για τη συνέχιση του εξεγερτικού πνεύματος, της αναζήτησης εναλλακτικών τρόπων τόσο στην οικονομία όσο και στον τρόπο πολιτικής οργάνωσης που έχουν το πνεύμα της αλληλεγγύης. Η επόμενη φάση στην πολιτική αναζήτηση που ξεκινά με το ερώτημα της εξέγερσης, είναι το κίνημα των πλατειών. Δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει μια άμεση συνέχεια, ότι δηλαδή ο κόσμος που πρωτοστάτησε τον Δεκέμβρη βγήκε και μπροστά στις πλατείες, αν και υπήρξε μια σημαντική εκπροσώπηση. Ωστόσο, εκείνο που βλέπουμε να εκδηλώνεται στις πλατείες και στη συνέχεια στη μεγάλη αναδιάρθρωση του επίσημου πολιτικού σκηνικού με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, είναι ότι αυτά τα ρεύματα της αναζήτησης των εναλλακτικών, έχουν τα χαρακτηριστικά άμεσης συλλογικής δράσης».

Τα μέτρα καταστολής, το πισωγύρισμα σε θέματα που αφορούν την κοινωνία, ο ρατσισμός σε όλες τις μορφές, η χειρονομία βίαιης επιβολής της κανονικότητας από το κράτος είναι πράγματα που, με μια έννοια, τέθηκαν στη ρωγμή που προκάλεσε ο Δεκέμβρης. Τελικά, ακόμα και ως ύστερο συμπέρασμα, τα συναντάμε μπροστά μας ακόμα και σήμερα; «Το όλο πλέγμα πολιτικών που πυροδότησαν την εξέγερση παραμένει και μάλιστα έχει βαθύνει με την πάρα πολύ βαριά καταστολή των μνημονιακών κυβερνήσεων, αλλά και με το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής, που λειτούργησε εκ των πραγμάτων ως μια παρακρατική οργάνωση, μια οργάνωση που υποστήριζε πλήρως αυτήν την αυταρχική στροφή και λειτούργησε σαν δίαυλος έκφρασης της κοινωνικής δυσφορίας κι αγανάκτησης με το καθεστώς, σε μια ακόμη πιο αντιδραστική κατεύθυνση. Αυτό ακριβώς ήταν ο θεσμικός- συστημικός ρόλος της, που δεν είχε προγραμματίσει κανείς ότι θα παίξει, εμφανίστηκε όμως ως δώρο στις συστημικές δυνάμεις γι’ αυτό και την ανέχονταν -αν δεν την υπέθαλπαν- για πολύ μεγάλο διάστημα. Η ενίσχυση της αντίδρασης εκδηλώθηκε αργότερα σε μια τελευταία φάση με τους Μακεδονομάχους. Προφανώς και σήμερα εξακολουθούμε και βρίσκουμε τους θύλακες αυτής της αντίδρασης μέσα στην κοινωνία, με τη διάχυση  φασιστικών ιδεών στα σχολεία και την έκφραση ρατσιστικών ιδεών στον δημόσιο λόγο. Άρα, είχαμε ένα βάθεμα της αντίδρασης σε επίπεδο του κράτους και της κοινότητος, παράλληλα με τη ριζοσπαστικοποίηση σε μια προοδευτική κατεύθυνση. Αυτά τα δύο, συχνά, πηγαίνουν μαζί μιας και η ριζοσπαστικοποίηση σε μια κατεύθυνση μεγαλύτερης δημοκρατίας δημιουργεί αντανακλαστικά αντιδραστικά σε μερίδες του πληθυσμού, βιώνοντας μια επισφάλεια».

Ο δολοφόνος του Γρηγορόπουλου είναι ελεύθερος. Αναρωτιέμαι αν πρόκειται για ένα μήνυμα της εξουσίας ότι γνωρίζει τον τρόπο για να προστατεύσει τα παιδιά της και τον μηχανισμό της. «Πρόκειται για ένα θέμα οργανικής συνέχειας του ελληνικού κράτους από τον εμφύλιο και μετά και δεν αφορά μόνο τους νεοναζιστικούς θύλακες μέσα στην αστυνομία, αλλά το βαθύ ελληνικό κράτος που περιλαμβάνει από την ΕΥΠ μέχρι το δικαστικό σώμα, το οποίο έχει μια συντηρητική αντίληψη η οποία μπορεί να διακρίνει ποια είναι τα παιδιά της και να τους φερθεί με τον ευμενέστερο δυνατό τρόπο».

Μπορούμε να αντιπαραβάλουμε τη στάση που υπάρχει απέναντι και στον δολοφόνο Κορκονέα και μεθαύριο στις σταδιακές αποφυλακίσεις στελεχών της Χρυσής Αυγής, απέναντι στους φυλακισθέντες της 17Ν. Για το βαθύ κράτος, η κόκκινη τρομοκρατία δεν γίνεται ανεκτή, η μαύρη είναι παιδιά μας που παραστράτησαν και υπερέβαλαν.

Τα ερωτήματα της εξέγερσης παραμένουν πιο επίκαιρα από ποτέ, μου λέει ο Αλέξανδρος, μιας και σήμερα εκείνο που τότε αφουγκραζόταν ο κόσμος της νεολαίας, τη διάβρωση δηλαδή της κοινωνίας και ταυτόχρονα ένα αυταρχικό κράτος θεματοφύλακας όλων αυτών των πολλαπλών κρίσεων, έχουν πλέον εμπεδωθεί στην πραγματικότητα, είναι το σημερινό καθεστώς. «Σήμερα, εκείνο που ήταν τάση, έχει γίνει πραγματικότητα. Η ανάγκη της εξέγερσης προκειμένου να προασπιστούμε τη δημοκρατία, την κοινωνική αλληλεγγύη και μια οικονομία δικαιοσύνης για τους πολλούς, είναι δεδομένη. Αν αυτή θα έχει τα ίδια χαρακτηριστικά είναι ένα άλλο ερώτημα. Οι εξεγέρσεις, δεν επαναλαμβάνονται ποτέ με τον ίδιο τρόπο όταν είναι πηγαίες, αλλά μια εξέγερση με την έννοια της ριζικής ρήξης με το υπάρχον, είναι απαραίτητη. Το ποιος είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος στις σημερινές συνθήκες, είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Το αίτημα όμως μιας εξέγερσης δεν είναι ερώτημα, είναι απαίτηση.

Η ανάμνηση του Δεκέμβρη οδηγεί σε μια επιθυμία τελετουργικής επανάληψης, κάτι που θεωρώ ότι έχει πολλά όρια. Οι εξεγέρσεις είναι μοναδικά συμβάντα, προκύπτουν με έναν αυθόρμητο τρόπο και μέσα σε ιδιαίτερες συνθήκες. Αυτό που αξίζει να μείνει σαν ανάμνηση, είναι η ίδια η δυνατότητα μιας εξέγερσης την οποία κανείς δεν περίμενε, η οποία ήταν ανεξέλεγκτη και που μπορεί τελικά να κλονίσει συθέμελα το εκάστοτε καθεστώς. Η ιστορία δεν τελειώνει, κανένα καθεστώς δεν είναι εγγυημένο ότι θα διατηρείται επ’ αόριστον και τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν μέσα από τη μαζική συλλογική δράση».

Πριν τον αποχαιρετήσω τον ρωτάω που βρίσκεται σήμερα εκείνη η γενιά. «Η γενιά του Δεκέμβρη συχνά βρίσκεται στην ανεργία ή είναι στο εξωτερικό αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Σε πολιτικό χώρο δεν νομίζω ότι είναι οργανωμένη κάπου, κι όσοι τότε στράφηκαν στη νεολαία ΣΥΡΙΖΑ, έφυγαν και από εκεί. Η γενιά του Δεκέμβρη παραμένει στις κινητοποιήσεις και βρίσκεται σε διαφόρων ειδών προσωπικές και συλλογικές αναζητήσεις. Θα είναι εδώ σε κάθε επόμενη εξέγερση τα επόμενα χρόνια».

Χρύσα Λύκου

Share
Published by
Χρύσα Λύκου