Σχεδόν παχχωμένο το ανοιξιάτικο Σεφφύρι. Δεν είναι ότι οι φώχχιες νιώθουν τελείως άνετα, αραχτές δίπλα στην βαθθιά λίμνη, καλοντυμένες, με τέλειο μαλλί και χυαλιά ηλίου να ρουφάνε με θόρυβο καταπράσσινα τσάχια. Δεν είναι καν επειδή ξυπνάνε μία-μία οι όμορφες αρχούθθες και σσητάνε θροφή, θαλπωρή, σέσθα και αχχάπη, αλλά τα διεκδικούν μέσω της θροφής μόνον, και με την απειλή της την ίδια όπως μόνιμα μάθθανε. Οι δρόμοι είναι εδδελώς χεμμάτοι, τόσο που φαίνονται άδειοι. Πάνω-κάτω οχήμματα, αυτοκίνητα, δαλλίκες. Σχάνια, ΡΕΟ και φεμφέ. Ο Φίχτωρ Σσούσθη κοιτάει ψηλά και περπατάει σκεπτικός. Είναι σαν μην υπήρξε ποτέ ξανά. Σαν να νομίζει ότι μόλις τώρα ξεκινάνε όλλα. Κομφικές οι στιχμές και δεξιά από τους πάγους και όσο αριστερά γίνεται από το κασσίνο η Ρούσσα γνέφει ανεπαίσθητα και χαμογελάει. Στο φεσσινάδικο τα πάδδα ξεπλένονται με μία μακριά μάνιχχα αλλά θα παραμένουν σχετικά φρώμιχχα και αυτό είναι μάταιο και πλέον το ξέρουμε: Οι σκέψεις όλων σας είναι μασσί μας σε ένα Σεφφύρι γεμάτο ευκαιρίες, που πάντα θα χάνοτται.

Θοδωρής Πανάγος

Share
Published by
Θοδωρής Πανάγος