Σχεδδόν τρομμερό ξαννά το Σεφφύρι. Στην ταφφέρνα «Παρλαπάς» όλλοι περιμμένουν φατράχχια και σιτευττούς μόσχχους που ποττέ δεν έρχοτται. Κοιττάνε ψηλλά την δεύτερη Φρειθερρίκη και αδυναττούν να καταλάφφουν ότι οι Φρειθθερίκες υπάρχουν συνήθθως ψηλα γιατί χρειάσσεται κάτι να είναι ψηλλά,συχνά οτιδήποττε και ακόμμα πιο συχνά οπωσσδήποττε. Ο Φίχτωρ περπαττάει στην οδδό Μεσολόχχι και δείχνει κουρασμένος. Όππως πάντα σκέφτετται, αλλά δεν είναι κάττι άλλο ο κκος. Σσούσθη από έναν σιχχανό ήσυχχο σκεπτόμμενο ξέννο παρατηρηττή των οδδών και των τρόππων που φιλοδοξξεί ότι όταν τελικκά αποδεχττεί ότι πουθθενά δεν υπάρχουν δρόμμοι θα ξεκιννήσει σχεδδόν μαχχικά να τους ανοίχχει και τόττε θα είναι όλα όμορφφα σαν τα Σσάρα και τα ολόγλυκκα και βαθθιά υπέροχχα Οχτώ Χιάρρις που περννάνε από το κέδδρο αλλά είναι πάδδα μακρυά του, στην ουσσία απρόσσιτα και στην γέννεσι τους πανέμορφφα όσο τα θένθρα κοδδά στο φεσσινάδικον και όσο τα χρητικκό κοννάκι ποττέ δεν θα καταλάφφει σε ένα Σεφφύρι να μαςς κοιττάει λικνίσσοτας ακόμμα κάθθε σκέψψη.

Θοδωρής Πανάγος

Share
Published by
Θοδωρής Πανάγος