Categories: PoV

Ψυχή Ζώσα

«Πήραμε με τον δάσκαλο τον δρόμο, τον μυστικό για του φωτός τον κόσμο,
κι ανηφορίσαμε χωρίς ανάσα, απτόητοι […]  βγήκαμε να ξαναδούμε τ’ άστρα»,
Δάντης, Κόλαση (μτφ. Δημ. Μαυρίκιος).

Αμπελόκηποι. Ερυθρός Σταυρός. Ημέρα πέντε. Πάει σχεδόν χρόνος. Θυμάμαι ακόμη τη δυσκολία της αναπνοής. Το βαθύ ρόγχο. Το σώμα που παλλόταν σε έναν βήχα θηριώδη. Η ιογενής πνευμονία είχε ανατρέψει σε μία νύχτα τα πάντα. Στο ασανσέρ η νοσοκόμα το ανέφερε στεγνά και μάλλον ασυναίσθητα: «από κάτι τέτοιο φεύγουν συνήθως». Πάτησα ισόγειο. Αισθάνθηκα το γύρισμα της τύχης. Ένα νόμισμα βρισκόταν ήδη στον αέρα. Κορώνα ζωή, θάνατος γράμματα. Σε δύο μέρες το νόμισμα θα έδειχνε γράμματα. Βουτήξαμε ιδρωμένοι στη θλίψη, μέσα Αυγούστου.

Ρόκα ντι Πάπα, Ρώμη. Γηροκομείο Άγιος Ραφαήλ. Απρίλης. Ο Μάρκο περιέγραφε την κατάσταση, παραφράζοντας Δάντη. Κουβαλούσαν, αγκομαχώντας για ώρες, τους αναπνευστήρες, τα ροόμετρα και τις φιάλες με οξυγόνο. Ανάσες κλεισμένες σε ψυχρές σιδερένιες μπουκάλες. Σαν εκείνες της οξυγονοκόλλησης. Ικανές να σε «κολλάνε» στη ζωή (για λίγο ή για πολύ). 148 γέροι με την ψυχή στο στόμα. Μετρούσαν πιθανότητες και διάλεγαν ποιος θα σωθεί.
Σκέφτηκα τον πατέρα μου. Αν δεν είχε φύγει τον προηγούμενο Αύγουστο, θα ζούσε το Καθαρτήριο. Θα ζούσε όμως, λίγο ακόμη, έστω. Έξι μήνες κάνουν τη διαφορά. Κάθε στιγμή ζωής κάνει τη διαφορά. Κάθε ανάσα κάνει τη διαφορά. Είναι σπίθα και σκίρτημα. Κλεφτή ματιά στη χαρά κι απαντοχή. Ψυχή ζώσα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μινεάπολις, Πάουντερχορν, 25η Μαίου. Ένας άνθρωπος με χειροπέδες, κείτεται στην άσφαλτο. Λίγο πριν είχε δώσει ένα πλαστό χαρτονόμισμα για να αγοράσει τσιγάρα. Τώρα, τρεις αστυνομικοί του πιέζουν με βία το κορμί. Μοιάζουν να θέλουν να σπάσουν το κράσπεδο, να διαλύσουν το πέτρωμα, να τον σπρώξουν ως κάτω, στον Άδη. Ο ένας πιέζει με το γόνατο του το λαιμό του. Τον πνίγει. 8 λεπτά και 46 δευτερόλεπτα μετά, οι καταρράκτες που έδωσαν το όνομα τους στην πόλη, για μια στιγμή σωπαίνουν. Το ίδιο και ο χρόνος. «Δεν μπορώ να αναπνεύσω». Η άσφαλτος σπάει στα δύο με κρότο. «Μην Με σκοτώσετε». Η επιφάνεια υποχωρεί στο ασίγαστο μίσος. «Μαμά». Ο Άδης ανοίγει διάπλατα τις πόρτες του. Εκπνοή ύστατη. Παράδοση.
Πόσο αξίζει μια ανάσα; Πόσο αν είσαι λευκός και πόσο εάν έχεις γεννηθεί μαύρος;

Γένεσις. Εδέμ. Ημέρα έξι. Τότε ο Κύριος ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο από το χώμα της γης και φύσηξε στο πρόσωπό του πνοή ζωής. Έτσι έγινε ο άνθρωπος ζωντανό πλάσμα. Εικόνα και ομοίωση. Τί χρώμα να είχε αυτός ο φανταστικός πρώτος άνθρωπος; Η ψυχή του; Είχε κι αυτή χρώμα; Πόσο άξιζε;

Βασίλης Μουρδουκούτας

Share
Published by
Βασίλης Μουρδουκούτας