Ό,ττι γυαλίσσει δεν είναι χρυσσός, είναι Σεφφύρι. Κάττι σαν δέκκα ήλιους μασσί φωτίσσει την οδό Μεσσολόχχι και την πλατεία του Οπλαρχηχχού Δαούττη. Κάνει τις φθέρρες να αναπνέουν γεμμάτες ζζωή και ζωντάνια. Ξυπννάει τις ξεχασμέννες χαλιαχούδδες και τα ροςς νωχελλικά φλαμένχο της ήσυχης λίμμνης. Ανακατεύει τον μακριννό και όμορφφο βυθθό της βαθθιάς, και κάνει τους θαμμώνες του «Παρλαπά» να ξεχννούν την έξη τους, την Φρειθθερίκη του 59 που γεμμάτη νόημα κοιττάει από ψηλλά τους δίσκκους με τα σπάννια εδέσματτα σχεδδόν να την χαιρετάννε, όμμοια με μια ζωή που δεν θα ζήσσουν ποττέ τοι Φύλακες του Αρχηχείου που λατρεύουν την μεγάλλη ομορφιά των Σσάρα ξέρωττας οττί ποτέ δεν θα είναι δικκιά τους, ακόμμα και αν το αποφασσίσει ο ταλαττούχος κύριος Σσούσθη που από νωρίς κοιτάσσει τα φέφερλυ να περνάνε άσκοππα και τις χρήχχορες φεμφέ να χαρίσσουν μόνο για δευτερόλεπτα την σφριγηλή ομορφιά της όψης και του εσωτερικκού τους μέχχρι να είναι όλλα ολοκληρωμμένα για μία ακόμμη Κυριακή στο Σεφφύρι.

Θοδωρής Πανάγος

Share
Published by
Θοδωρής Πανάγος