Υπάρχουν καλλιτέχνες που περνούν από την τέχνη και υπάρχουν καλλιτέχνες που η τέχνη περνάει μέσα από το αίμα τους. Ο Νίκος Καλογερόπουλος ανήκε στους δεύτερους. Δεν υπήρξε ποτέ απλώς ηθοποιός. Υπήρξε μια ανήσυχη, αντιφατική, ατίθαση παρουσία που αρνήθηκε πεισματικά να χωρέσει στα κουτάκια που φτιάχνει η κοινωνία για να τακτοποιεί τους ανθρώπους της.
Έζησε ως αποσυνάγωγος. Και όχι μόνο του κόσμου αυτού. Αποσυνάγωγος της ίδιας της τέχνης του, όταν αυτή άρχισε να αποκτά κανόνες, καθωσπρεπισμούς, επαγγελματικές στολές και ασφαλείς διαδρομές. Αποσυνάγωγος ενός καλλιτεχνικού κόσμου που συχνά προτιμά τους υπάκουους, τους προβλέψιμους, τους διαχειρίσιμους. Ο Καλογερόπουλος δεν ήταν τίποτα από αυτά.
Από πολύ νωρίς κατάλαβε πως αν έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στην καριέρα και την ελευθερία του, θα διάλεγε την ελευθερία. Κι αν η ελευθερία απαιτούσε να πάει στην οικοδομή, θα πήγαινε στην οικοδομή. Αν απαιτούσε να πιάσει το μπουζούκι και τον μπαγλαμά, θα το έκανε. Αν απαιτούσε να γυρίσει την πλάτη σε ρόλους που δεν του ταίριαζαν, θα τους άφηνε πίσω.
Έτσι έμεινε στη μνήμη μας. Ως εκείνος ο φαντάρος της «Λούφας και παραλλαγής» που αργεί να γυρίσει στη μονάδα του και ξαφνικά βρίσκεται αντιμέτωπος με τα τανκς στους άδειους δρόμους της Αθήνας, ξημέρωμα της 21ης Απριλίου.
Ένας ρόλος που έγινε κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης. Ένας άνθρωπος που, ακόμη και μέσα στην κωμωδία, κουβαλούσε κάτι από την τραγικότητα μιας χώρας που είχε μάθει να ζει ανάμεσα στη φάρσα και την Ιστορία.
Ήταν ο αριστερός ρομαντικός στην «Άρπα Κόλλα», ο τύπος που μπορούσε να μοιάζει αφελής και ταυτόχρονα να βλέπει πολύ καθαρά τον κόσμο γύρω του. Ήταν ο παράξενος, ο απείθαρχος, ο τύπος που δεν είχε καμία διάθεση να συμπεριφερθεί όπως «πρέπει». Και ίσως αυτό ήταν το μεγάλο του χάρισμα: ποτέ δεν προσπάθησε να γίνει αρεστός. Έγινε ο ίδιος.
Και αυτό δεν είναι λίγο. Γιατί ο Καλογερόπουλος δεν έζησε μόνο μέσα στους ρόλους του. Έγραψε, τραγούδησε, μελοποίησε ποιήματα, έπαιξε μουσική, σκηνοθέτησε, μίλησε πολιτικά, συγκρούστηκε, σατίρισε. Όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο περισσότερο απομακρυνόταν από την εικόνα του «ηθοποιού» και πλησίαζε εκείνη του τελευταίου ρεμπέτη. Ενός ανθρώπου που κουβαλούσε το μπουζούκι σαν όπλο και το τραγούδι σαν προσωπική εξομολόγηση.
Ήταν σαν να είχε μέσα του έναν Μπάμπη που είχε ξεπηδήσει από το «Ρεμπέτικο» και αρνήθηκε να μεγαλώσει σύμφωνα με τις επιταγές του κόσμου. Έγινε αναρχικός όχι για να κάνει εντύπωση, αλλά επειδή έτσι αντιλαμβανόταν την ελευθερία. Δεν φορούσε την ανταρσία σαν κοστούμι. Την κατοικούσε. Γι’ αυτό και το «Τρενοτεχνείον» δεν ήταν απλώς ένας χώρος. Ήταν η υλική αποτύπωση της ιδιοσυγκρασίας του. Μια καλλιτεχνική παραγκούπολη, γεμάτη μουσικά όργανα, ποιήματα, μνήμες, πέτρες, ανθρώπους και όνειρα.
Ένας κόσμος φτιαγμένος με τα χέρια του. Κι όταν αυτός ο κόσμος βανδαλίστηκε, εκείνος στάθηκε μπροστά στα συντρίμμια του και έκλαψε. Όχι μόνο για τα αντικείμενα που καταστράφηκαν. Έκλαψε γιατί κάποιος είχε εισβάλει στον δικό του τρόπο να αντιστέκεται. «Αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ».
Ίσως να το πίστευε εκείνη τη στιγμή. Κι όμως, ο ίδιος δεν σταμάτησε ποτέ να προσπαθεί να τον αλλάξει. Τον θυμάμαι, όπως τον θυμούνται πολλοί, όχι μόνο από την οθόνη. Τον θυμάμαι μέσα στις μεγάλες πλατείες, ανάμεσα στον κόσμο, αγέρωχο και χαμογελαστό, να ακούει τον Γλέζο, τον Μίκη, να γίνεται ένα με τους ανθρώπους.
Δεν χρειαζόταν εξέδρα για να αισθανθεί μέρος μιας εποχής. Του αρκούσε να βρίσκεται εκεί όπου οι άνθρωποι διεκδικούσαν κάτι περισσότερο από αυτό που τους είχαν επιτρέψει να ονειρεύονται.
Ίσως γι’ αυτό μοιάζει σήμερα τόσο δύσκολο να τον αποχαιρετήσουμε. Γιατί μαζί του φεύγει ένας άνθρωπος που δεν φοβήθηκε να είναι αντιπαθής. Δεν φοβήθηκε να είναι βλάσφημος, λαϊκός, βρωμόστομος, δύστροπος, απείθαρχος. Δεν το έκανε για πόζα. Το έκανε επειδή δεν μπορούσε διαφορετικά. Επειδή είχε ανάγκη να αναπνέει χωρίς άδεια.
Ο Νίκος Καλογερόπουλος υπήρξε ο αποσυνάγωγος της τέχνης του. Δεν αποδέχθηκε ποτέ ότι για να ανήκεις πρέπει να συμμορφωθείς. Έβγαλε τη γλώσσα στον καθωσπρεπισμό, στους ταγούς, στις Αρχές, στις βεβαιότητες, ακόμη και στους κανόνες του επαγγέλματός του. Και ίσως γι’ αυτό θα μείνει. Όχι μόνο ως ο ηθοποιός που μας χάρισε αξέχαστους ρόλους. Αλλά ως ένας άνθρωπος που μας υπενθύμισε κάτι πολύ παλιό και πολύ δύσκολο: ότι η τέχνη χωρίς ελευθερία είναι απλώς επάγγελμα.
Ο Καλογερόπουλος δεν υπήρξε ποτέ απλώς επαγγελματίας. Υπήρξε ελεύθερος. Και οι ελεύθεροι, όταν φεύγουν, αφήνουν πίσω τους μια σιωπή μεγαλύτερη από την απουσία τους. Μια σιωπή που μοιάζει με εκείνη τη φωνή που θα ακούγεται για πάντα μέσα μας: «Την αλήθεια, ρε!» Κι είναι ή ώρα να αναμετρηθούμε με την αλήθεια και να παραδεχτούμε πως τώρα, κατόπιν εορτής, θυμηθήκαμε όλοι τον αποσυνάγωγο Νίκο Καλογερόπουλο…