Ο καβγάς ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ για τα οικονομικά των κομμάτων ήρθε να υπενθυμίσει μια πραγματικότητα που πολλοί το τελευταίο διάστημα έμοιαζαν να παραβλέπουν. Ότι τα δύο κόμματα βρίσκονται σε τροχιά σύγκρουσης και οποιοδήποτε σημείο σύγκλισης αρχίσει να φθίνει. Και όσο διεκδικούν τον ίδιο πολιτικό χώρο, η μεταξύ τους αντιπαράθεση είναι αναμενόμενη και η δημόσια συζήτηση για μια μελλοντική συνεργασία στην Κεντροαριστερά έχει προς το παρόν ξεπεραστεί.
Οι πολιτικές συμμαχίες άλλωστε δε γεννιούνται από αμοιβαία συμπάθεια. Συνήθως γεννιούνται από την ανάγκη. Και η ιστορία της Γαλλίας προσφέρει δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Το πρώτο ήταν στο ιστορικό συνέδριο του Επινέ το 1971. Ο Φρανσουά Μιτεράν κατάφερε να ενώσει έναν κατακερματισμένο σοσιαλιστικό χώρο κάτω από τη δική του ηγεσία και να δημιουργήσει μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Δέκα χρόνια αργότερα έγινε ο πρώτος σοσιαλιστής πρόεδρος της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Το Επινέ έμεινε στην ιστορία ως η στιγμή της πολιτικής ανασυγκρότησης της γαλλικής Κεντροαριστεράς.
Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, ο ίδιος πολιτικός χώρος οδηγήθηκε ξανά σε συνεργασία, αυτή τη φορά όχι επειδή εμφανίστηκε ένας ενοποιητικός ηγέτης αλλά επειδή εμφανίστηκε ένας κοινός αντίπαλος. Η προοπτική ανόδου της Μαρί Λεπέν και του κόμματος της λειτούργησε ως καταλύτης.
Στις βουλευτικές εκλογές του 2024, οι Σοσιαλιστές, οι Οικολόγοι, οι Κομμουνιστές και η Ανυπότακτη Γαλλία συγκρότησαν το Νέο Λαϊκό Μέτωπο (Nouveau Front Populaire) υπό την ηγεσία του Ζαν Λυκ Μελανσόν, ενώ στον δεύτερο γύρο περισσότεροι από 200 υποψήφιοι της Αριστεράς αλλά και του κεντρώου χώρου απέσυραν τις υποψηφιότητές τους στις περιφέρειες όπου κινδύνευε να εκλεγεί υποψήφιος της Μαρίν Λεπέν, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα ισχυρό ανάχωμα απέναντι στην Ακροδεξιά.
Το λεγόμενο «ρεπουμπλικανικό μέτωπο» λειτούργησε, στερώντας από τον Εθνικό Συναγερμό την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που έμοιαζε εφικτή μετά τον πρώτο γύρο.
Οι δύο περιπτώσεις έχουν διαφορετική αφετηρία, αλλά κοινό αποτέλεσμα. Στην πρώτη, η ενότητα επιβλήθηκε από έναν ηγέτη που κατάφερε να εκφράσει ολόκληρο τον χώρο. Στη δεύτερη, επιβλήθηκε από μια τόσο ισχυρή πολιτική απειλή, ώστε το κόστος της διάσπασης έγινε μεγαλύτερο από το κόστος της συνύπαρξης.
Στην Ελλάδα, προς το παρόν, δεν φαίνεται να υπάρχει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι Μαρίν Λεπέν και η Νέα Δημοκρατία δεν αντιμετωπίζεται από το σύνολο της Κεντροαριστεράς ως μια υπαρξιακή απειλή που επιβάλλει την υπέρβαση των διαφορών.
Μπορεί να προηγείται στις δημοσκοπήσεις και τα κόμματα της αντιπολίτευσης να προβάλλουν το αίτημα της πολιτικής αλλαγής, όμως δεν έχει δημιουργηθεί εκείνη η πολιτική συνθήκη που θα ανάγκαζε τις ηγεσίες να παραμερίσουν τις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις.
Ταυτόχρονα, δεν έχει αναδειχθεί ούτε μια προσωπικότητα που να μπορεί να ενώσει έναν κατακερματισμένο χώρο, όπως έκανε ο Μιτεράν στο Επινέ. Αντιθέτως, ΠΑΣΟΚ και το νέο εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα διεκδικούν την πολιτική πρωτοκαθεδρία στον ίδιο εκλογικό χώρο. Και όσο συμβαίνει αυτό, είναι φυσικό να αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον περισσότερο ως ανταγωνιστή παρά ως εν δυνάμει σύμμαχο.
Η πρόσφατη αντιπαράθεση που ξεκίνησε από τις δηλώσεις της Άννας Διαμαντοπούλου για τη χρηματοδότηση του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα και συνεχίστηκε με τα δάνεια του ΠΑΣΟΚ δεν αποτελεί λοιπόν μια απλή επικοινωνιακή σύγκρουση. Υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε δημόσια αντιπαράθεση βρίσκεται η μάχη για την ηγεμονία στον ίδιο πολιτικό χώρο.
Γι’ αυτό και οι συζητήσεις περί μετεκλογικών συνεργασιών ακούγονται σήμερα περισσότερο ως θεωρητικά σενάρια παρά ως ρεαλιστική πολιτική προοπτική.
Βέβαια, οι συγκρίσεις με τη Γαλλία έχουν τα όριά τους. Πρόκειται για δύο διαφορετικά πολιτικά συστήματα, με διαφορετική ιστορία, διαφορετικούς θεσμούς και διαφορετικό εκλογικό σύστημα. Ωστόσο, η γαλλική εμπειρία φωτίζει έναν γενικότερο πολιτικό κανόνα.
Οι μεγάλες ανασυγκροτήσεις δεν συμβαίνουν επειδή οι πολιτικοί αποφασίζουν ξαφνικά να αγαπηθούν. Συμβαίνουν όταν αλλάζουν οι πολιτικές συνθήκες.
Είτε επειδή εμφανίζεται ένας ηγέτης που μπορεί να ενώσει έναν διασπασμένο χώρο. Είτε επειδή εμφανίζεται μια τόσο ισχυρή απειλή ώστε η συνεργασία παύει να είναι επιλογή και μετατρέπεται σε πολιτική αναγκαιότητα. Και αυτός ο καταλύτης, προς το παρόν, δεν υπάρχει.