ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ

Η Μαρία Σιαμπάνου και η δίψα μας να κατασπαράξουμε όποιον κάνει λάθος

Τις τελευταίες ώρες η Μαρία Σιαμπάνου έγινε το νέο θήραμα του ελληνικού διαδικτύου. Δεν θα σταθώ στο περιστατικό, το είδαν όλοι. Ήταν μια πολύ κακή στιγμή. Μια στιγμή που δεν έπρεπε να συμβεί και που, είμαι βέβαιη, η ίδια θα ήθελε να σβήσει πριν καν ολοκληρωθεί.

Αυτό το σύντομο στιγμιότυπο από τη ζωντανή σύνδεση ήταν αρκετό για να στηθεί ένα ακόμα δημόσιο δικαστήριο. Να αποφανθούν χιλιάδες άνθρωποι για τον χαρακτήρα της, τον επαγγελματισμό της, την ηθική της, ακόμη και για το αν αξίζει να συνεχίσει να εργάζεται. Και κάπου εκεί χάθηκε κάθε αίσθηση μέτρου.

Ναι, η κριτική είναι απολύτως θεμιτή. Όταν κάποιος βρίσκεται μπροστά στην κάμερα, ειδικά σε μια τόσο δραματική στιγμή, κρίνεται. Έτσι λειτουργεί η δημοσιογραφία. Έτσι πρέπει να λειτουργεί. Αν ένα στιγμιότυπο δημιουργεί λάθος εντυπώσεις, είναι φυσιολογικό να σχολιαστεί. Άλλο όμως η κριτική και άλλο η ανθρωποφαγία.

Δεν γίνεται κάθε ανθρώπινο λάθος να αντιμετωπίζεται σαν απόδειξη ότι κάποιος είναι ανήθικος. Δεν γίνεται λίγα δευτερόλεπτα βίντεο να διαγράφουν χρόνια δουλειάς. Δεν γίνεται μια ατυχής στιγμή να μετατρέπεται σε πιστοποιητικό ανικανότητας. Και κυρίως δεν γίνεται να ζητάμε από έναν άνθρωπο που εργάζεται επί ώρες μέσα σε μια φωτιά να λειτουργεί σαν ρομπότ. Δεν είναι αυτό δικαιοσύνη.

Ακόμη πιο θλιβερό είναι όταν σε αυτό το δημόσιο λιντσάρισμα συμμετέχουν και άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται ως συνάδελφοι. Η δημοσιογραφία, όμως, δεν γίνεται καλύτερη επειδή ένας δημοσιογράφος διασύρεται δημόσια, ούτε υπηρετούμε το λειτούργημα με το να περιμένουμε πότε θα σκοντάψει ο άλλος για να τον αποτελειώσουμε. Η αλήθεια είναι πολύ πιο απλή, οι δημοσιογράφοι δεν είναι αλάνθαστοι (γουάου, αποκάλυψη)! Κάνουν λάθη, διορθώνονται, κρίνονται και συνεχίζουν και αυτό είναι υγιές. Αυτό που δεν είναι υγιές είναι η πεποίθηση ότι ένα λάθος αρκεί για να ακυρώσει έναν άνθρωπο.

Δεν ξέρω πόσοι από αυτούς που έγραψαν τα πιο δηλητηριώδη σχόλια έχουν βρεθεί ποτέ σε ζωντανή μετάδοση. Δεν ξέρω πόσοι έχουν δουλέψει δεκαπέντε ώρες σε ένα πύρινο μέτωπο, με τον καπνό να σε πνίγει, με ένα κοντρόλ να σου μιλάει ασταμάτητα στο αυτί, με πληροφορίες που αλλάζουν κάθε λεπτό και με την ευθύνη να μεταφέρεις ό,τι συμβαίνει χωρίς να κινδυνεύσεις εσύ ή το συνεργείο σου. Υποψιάζομαι ελάχιστοι ή και κανείς τους. Γιατί είναι πολύ εύκολο να είσαι ψύχραιμος όταν κάθεσαι στον καναπέ σου. Πολύ πιο δύσκολο όταν βρίσκεσαι δίπλα στις φλόγες.

Οι ρεπόρτερ που καλύπτουν φυσικές καταστροφές δεν δουλεύουν σε ένα άνετο στούντιο, βρίσκονται μέσα στον καπνό, στη στάχτη, στη ζέστη, πολλές φορές χωρίς να ξέρουν αν η φωτιά θα αλλάξει κατεύθυνση μέσα στα επόμενα λεπτά. Μένουν εκεί όταν όλοι οι υπόλοιποι απομακρύνονται και το κάνουν γιατί αυτή είναι η δουλειά τους. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια να πάρεις ανάσα και να διορθώσεις μια ατυχή αντίδραση.

Γι’ αυτό και έχει ιδιαίτερη σημασία η δημόσια παρέμβαση του Πανελλήνιου Σωματείου Πυροσβεστών – Δασοκομάντος, ακριβώς επειδή προέρχεται από ανθρώπους που έχουν σταθεί δίπλα της στα πιο δύσκολα μέτωπα. Όταν, λοιπόν, οι ίδιοι οι πυροσβέστες μιλούν για τον επαγγελματισμό, τον σεβασμό και τη συνέπειά της, η μαρτυρία τους είναι αυτό που πραγματικά μετράει. Γιατί εκείνοι γνωρίζουν τη Μαρία Σιαμπάνου από χρόνια παρουσίας στην πρώτη γραμμή και όχι από ένα βίντεο.

Δεν γνωρίζω κανέναν επαγγελματία που να μην έχει ζήσει τη στιγμή που θα ήθελε να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί. Η διαφορά είναι ότι οι περισσότεροι τη ζουν μπροστά σε λίγους συναδέλφους, ενώ οι δημοσιογράφοι τη ζουν μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και, πλέον, μπροστά σε εκατομμύρια χρήστες των social media που είναι έτοιμοι να μετατρέψουν ένα δευτερόλεπτο αμηχανίας σε δημόσια εκτέλεση.

Η Μαρία Σιαμπάνου δεν χρειάζεται ασυλία από την κριτική, ούτε και κανένας άλλος δημοσιογράφος, χρειάζεται όμως κάτι που έχουμε αρχίσει να χάνουμε ως κοινωνία, την αναλογία. Τη διάκριση ανάμεσα στο λάθος και στον διασυρμό, ανάμεσα στη διαφωνία και στον κανιβαλισμό.

Κάποια στιγμή θα τελειώσουν οι φωτιές, θα σταματήσουν οι ζωντανές συνδέσεις και το βίντεο θα ξεχαστεί. Αυτό που θα μείνει, όμως, είναι η βεβαιότητα ότι έχουμε μετατρέψει το ανθρώπινο λάθος σε δημόσιο θέαμα και ότι διψάμε περισσότερο για εξευτελισμό παρά για κατανόηση. Το να συγχωρούμε μάς φαίνεται πια σχεδόν ύποπτο και ξέρετε κάτι; Αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο από οποιοδήποτε viral βίντεο, γιατί, στο τέλος της ημέρας αυτό που μετράει είναι ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε να φερόμαστε σε έναν άνθρωπο που έκανε ένα ανθρώπινο λάθος.

Αντιγόνη Πάντα-Χαρβά