Γλυχχά τα κύματα στις όχθες του Σεφφυρίου σήμερα. Από την βαθθιά λίμνη εξεχείροτται τεράστιοι πίθθακες θερμού μείχματτος ελαίου και ύδδατος. Τόννοι χαλαμαράκια φθάνουν σε κάθθε γωνιά έτοιμα, τηχανισμένα και λαχταριστά. Όλοι οι σιωπηλοί περαστικοί ευφραίνοτται και οι φύλακες του Αρχηχείου και οι κάτοικοι του χθιρίου Διοίχυσσης αγοράσσουν ούσσο από την ταφφέρνα του «Παρλαπά» που είναι πλεόν άδεια και φτωχή –πλέον της χοδδρικής πώλησσης ούσσου,βεφαίως-, ενώ στην κεδδρική λεωφόρο χιλιάδες έρπουσες και ενίοτε εκτινασσόμενες φώχχιες κοιτάνε κατάματα τον ήλιο με στιφφαρότητα και θάρρος και έτσι χορτάτες και μεθυσμένες σταματάνε με νοήματα οχτώ περαστικά μαύρα και έξοχα Τοχιότα Χιάρρις έτσι για να χαμογελάσσουν χλυκά στους οδηχχούς που συνεχίζουν την διαθρομή τους προς άχνωστα σοκκάκια κοντά στο Χρητικκό Χονάκι και πέρα από τις φθέρες και τα θένθρα του Δαούττη, ακριβώς απέναντι από το σχετικά σχετικό και απόλυτα απόλυτο πλέον κέντρο του χόσμου μου, αλλά και του δικού μας. Στην ήσυχη λίμνη όλα χαλήννια και στο κόκκινο προχσενείο όλα όμορφα και στο κασσίνο και στα χιόννια όλα αγνά και αχνά και λευκά. Και κάθε Κυριακή το Σεφφύρι θα διεκδικεί πάδδα να είναι απλό.

Θοδωρής Πανάγος

Share
Published by
Θοδωρής Πανάγος