Λίγο πριν πέσει το σκοτάδι, το φως στην Ανάφη αποκτά μια παράξενη καθαρότητα. Οι σκιές μεγαλώνουν, οι ήχοι αραιώνουν και το τοπίο μοιάζει να προετοιμάζεται για μια αφήγηση. Ίσως γι’ αυτό το νησί να αποτελεί το ιδανικό σκηνικό για ένα φεστιβάλ που φέτος αποφάσισε να καταπιαστεί με τον χρόνο. Ή μάλλον με την αίσθηση ότι ο χρόνος μάς ξεφεύγει. Από τις 19 έως τις 25 Ιουνίου, το Anafi International Film Festival επιστρέφει με θεματική το «How Soon Is Now?», αναζητώντας μέσα από τον κινηματογράφο, τις περφόρμανς και τις συλλογικές δράσεις νέους τρόπους να κοιτάξουμε το παρόν. Λίγες ημέρες πριν από την έναρξη, συναντήσαμε τον director της διοργάνωσης.
Ιδρύσατε το φεστιβάλ της Ανάφης το 2023, μέσα σε μια περίοδο όπου όλοι έλεγαν ότι τα ανεξάρτητα εγχειρήματα δύσκολα επιβιώνουν. Εσείς τι είδατε τότε που οι άλλοι δεν έβλεπαν; Ήμουν 22 χρονών τότε. Δεν ξέρω αν είδα κάτι που οι άλλοι δεν έβλεπαν, περισσότερο είχα πολλή ανάγκη να κάνω κάτι πραγματικό. Είχα μόλις ολοκληρώσει την πρώτη μου ταινία και δούλευα σε ένα μπαρ στην Ανάφη, στις Μάντρες, για να μαζέψω χρήματα να ταξιδέψω στην Ασία. Κάποια στιγμή ήρθαν οι φίλοι μου στο νησί και ήθελα να τους δείξω την ταινία. Δεν ήθελα όμως να τη δούμε σε ένα λάπτοπ. Ήθελα να γίνει κανονική προβολή, έστω και αυτοσχέδια. Μίλησα με την Έφη που έχει το μπαρ, βρήκαμε έναν προτζέκτορα, πήραμε λευκά σεντόνια από τα δωμάτια της Μαργαρίτας, ήρθε πολύς κόσμος. Ήταν πολύ συγκινητικό για μένα. Μόλις είχα κάνει την πρώτη μου ταινία και ξαφνικά τη μοιραζόμουν με ανθρώπους μέσα σε ένα μαγικό τοπίο, κάτω από τον αέρα και το σκοτάδι της Ανάφης. Μετά ακολούθησε ολονύχτια συζήτηση και πάρτυ. Εκεί κατάλαβα ότι αυτό που με ενδιέφερε δεν ήταν μόνο να κάνω ταινίες, αλλά και να δημιουργώ συνθήκες όπου οι άνθρωποι μπορούν να τις βιώσουν μαζί. Από εκεί γεννήθηκε το φεστιβάλ. Από την ανάγκη να μοιραστώ αυτή την εμπειρία και να δώσω και σε άλλους δημιουργούς τη δυνατότητα να δουν τη δουλειά τους να συναντά πραγματικά έναν τόπο και ένα κοινό.
Σπουδάσατε filmmaking στο University of Sussex και μετά επιστρέψατε στην Ελλάδα. Τι είχε η ελληνική πραγματικότητα που δεν μπορούσε να σας προσφέρει το εξωτερικό; Η αλήθεια είναι ότι γύρισα κυρίως λόγω του Covid. Δεν ήταν μια ρομαντική απόφαση επιστροφής στην Ελλάδα ούτε κάποιο πολύ οργανωμένο σχέδιο. Ήταν μια περίοδος που όλοι κάπως επαναπροσδιορίζαμε πού θέλουμε να είμαστε και με ποιους ανθρώπους. Όταν επέστρεψα, άρχισα να βλέπω την ελληνική πραγματικότητα αλλιώς. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, υπάρχει εδώ μια αμεσότητα και μια ανάγκη να δημιουργήσεις πράγματα σχεδόν από το μηδέν. Αυτό μπορεί να είναι εξαντλητικό, αλλά έχει και κάτι πολύ ζωντανό. Στο εξωτερικό ένιωθα ότι υπήρχαν πιο οργανωμένες δομές, εδώ ένιωσα περισσότερο την ανάγκη για κοινότητα, συλλογικότητα και αυτοοργάνωση. Νομίζω κάπως έτσι ξεκίνησε και η ιδέα του φεστιβάλ. Το εξωτερικό σίγουρα δεν μπορούσε να μου προσφέρει τα φιλαράκια μου, την γειτονιά μου, και τον ήλιο που μου είναι πολύ σημαντικός.
Η πρώτη σας ταινία, το Σάμμερ, είχε ήδη αυτή τη μελαγχολία του καλοκαιριού που μοιάζει να διαπερνά και το φεστιβάλ. Σας ενδιαφέρει περισσότερο αυτό που χάνεται παρά αυτό που έρχεται; Το Σάμμερ είναι μια ταινία που έγινε για την αγάπη, τον έρωτα και τους φίλους. Ίσως γι’ αυτό κουβαλάει αυτή τη μελαγχολία. Ακόμα και μέσα στις πιο όμορφες στιγμές, υπάρχει κάπου η αίσθηση ότι κάτι τελειώνει ή αλλάζει πριν καν προλάβεις να το κρατήσεις. Σίγουρα είμαι αρκετά νοσταλγικός άνθρωπος. Η μελαγχολία υπάρχει πολύ στη ζωή μου και μάλλον την αγαπώ κιόλας, στις ταινίες, στη μουσική, στους ανθρώπους, ακόμη και στους τόπους. Ζω στην Αθήνα άλλωστε, οπότε ίσως είναι κάπως αναπόφευκτο να κουβαλάς μια αίσθηση καλοκαιρινής μελαγχολίας, ειδικά όταν το καλοκαίρι τελειώνει ή όταν νιώθεις ότι κάτι χάνεται μέσα στον ίδιο τον χρόνο που περνά.
Το φετινό θέμα είναι το “How Soon Is Now?”. Είναι τελικά το «τώρα» η πιο αγχωτική εποχή που έχουμε ζήσει; (Κλείνετε μήπως με κάποιο τρόπο το μάτι και στο τραγούδι των Smiths; ) Ναι, υπάρχει σίγουρα ένα μικρό κλείσιμο του ματιού στους Smiths. Αλλά ο τίτλος μάς ενδιέφερε κυρίως γιατί περιγράφει πολύ καλά αυτή την αίσθηση που έχουμε σήμερα, ότι όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα και πολύ γρήγορα. Ζούμε μέσα σε μια διαρκή επιτάχυνση πολιτικά, τεχνολογικά, συναισθηματικά. Υπάρχει συνεχώς η αίσθηση ότι πρέπει να προλάβεις κάτι, να ενημερωθείς, να αντιδράσεις, να παράξεις, να είσαι παρών παντού. Και τελικά πολλές φορές νιώθεις εξαντλημένος ή αποσυνδεδεμένος από το ίδιο το παρόν. Δεν ξέρω αν είναι αντικειμενικά η πιο αγχωτική εποχή που έχει υπάρξει, γιατί κάθε εποχή κουβαλάει τις δικές της κρίσεις και φόβους. Αλλά νομίζω πως σήμερα υπάρχει μια πολύ έντονη συλλογική κόπωση και μια αίσθηση αβεβαιότητας για το μέλλον, που διαπερνά και την τέχνη και τον τρόπο που σχετιζόμαστε μεταξύ μας. Το “How Soon Is Now?” για εμάς δεν λειτουργεί μόνο σαν θεματικός τίτλος, είναι περισσότερο μια ερώτηση γύρω από το πώς βιώνουμε τον χρόνο σήμερα και πώς ο κινηματογράφος μπορεί να σταθεί απέναντι σε αυτή τη συνεχή ταχύτητα.
Φωτό, ©Daphnee Kal
Οι ταινίες μικρού μήκους είναι το μέλλον του σινεμά ή απλώς ο τελευταίος χώρος ελευθερίας του; Δεν ξέρω αν οι ταινίες μικρού μήκους είναι το μέλλον του σινεμά, αλλά σίγουρα παραμένουν ένας από τους τελευταίους χώρους όπου μπορείς ακόμα να ρισκάρεις πραγματικά. Στη μικρού μήκους υπάρχει ακόμη χώρος για αποτυχία, πειραματισμό, ασυνέχεια, για πράγματα που δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι “σωστά”, εμπορικά ή εύκολα καταναλώσιμα. Κάποιες φορές βλέπεις μικρές ταινίες που μοιάζουν περισσότερο με χειρονομίες, με ημερολόγια, με εκρήξεις ή με προσωπικές ανάγκες παρά με ολοκληρωμένα προϊόντα. Και αυτό με ενδιαφέρει πολύ.
Είναι η μικρού μήκους ταινία το σκαλοπάτι για να «ανέβει» ένας σκηνοθέτης στην πρώτη του μεγάλη; Δεν μου αρέσει να το αντιμετωπίζουμε έτσι. Υπάρχουν δημιουργοί που εκφράζονται απόλυτα μέσα σε αυτή τη φόρμα. Η συμπύκνωση, η ένταση και η ελευθερία που μπορεί να έχει μια μικρή ταινία είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο. Οπότε ίσως τελικά η μικρού μήκους να είναι περισσότερο ένας χώρος όπου το σινεμά θυμάται ακόμα ότι μπορεί να είναι ελεύθερο.
Πόσο πολιτικό είναι σήμερα ένα φεστιβάλ κινηματογράφου χωρίς να κάνει “κήρυγμα”; Σήμερα πιστεύω ότι όλα είναι πολιτικά. Διανύουμε μια περίοδο τεράστιας αβεβαιότητας, μια περίοδο όπου πραγματικά πολλές φορές δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί αύριο, αν θα υπάρξει νέος πόλεμος, νέα καταστροφή, νέα μορφή βίας ή κατάρρευσης. Υπάρχει μια διαρκής αγωνία που διαπερνά την καθημερινότητα, ακόμα κι όταν προσπαθούμε να τη βάλουμε στην άκρη. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο κινηματογράφος είναι αναπόφευκτα πολιτικός. Όχι μόνο όταν μιλά άμεσα για πόλεμο ή κοινωνικά ζητήματα, αλλά επειδή είναι ένα μέσο που σου επιτρέπει να παρατηρήσεις, να σχολιάσεις και να καταγράψεις τον τρόπο που ζούμε, που αγαπάμε, που φοβόμαστε, που συνυπάρχουμε.
Στην εποχή των “content creators”, γιατί επιμένετε να μιλάτε ακόμα για κινηματογράφο σαν να είναι τελετουργία; Γιατί πιστεύω ότι υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να καταναλώνεις εικόνες και στο να βιώνεις πραγματικά μια εικόνα μαζί με άλλους ανθρώπους. Ζούμε σε μια εποχή όπου βλέπουμε ασταμάτητα περιεχόμενο, μόνοι μας, πολύ γρήγορα, συχνά χωρίς καν να θυμόμαστε τι είδαμε λίγα λεπτά μετά. Δεν το λέω υποτιμητικά κι εγώ μέσα σε αυτό ζω. Αλλά ο κινηματογράφος, για μένα, παραμένει κάτι άλλο. Είναι χρόνος, παρουσία, συγκέντρωση, συλλογική εμπειρία. Όταν κάθεσαι με άλλους ανθρώπους σε έναν χώρο, έξω στην Ανάφη, με τον αέρα, τον ήχο του νησιού, το σκοτάδι, και όλοι κοιτάτε την ίδια εικόνα, συμβαίνει κάτι σχεδόν σωματικό. Δημιουργείται μια κοινή μνήμη εκείνη τη στιγμή. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει και ίσως γι’ αυτό μιλάμε για τελετουργία.
Όταν μιλάτε για queer οικειότητα, σώμα, επιθυμία και συλλογική μνήμη, φοβάστε ποτέ την ταμπέλα του “φεστιβάλ για λίγους”; Το σκέφτομαι καμιά φορά, αλλά δεν με ενδιαφέρει τόσο η ταμπέλα όσο το αν ο κόσμος νιώθει ότι μπορεί πραγματικά να υπάρξει μέσα σε αυτόν τον χώρο. Οι θεματικές γύρω από το σώμα, την επιθυμία, την queer οικειότητα ή τη συλλογική μνήμη συχνά παρουσιάζονται σαν κάτι “ειδικό” ή “δύσκολο”, ενώ για μένα είναι βαθιά ανθρώπινα ζητήματα. Αφορούν τον τρόπο που αγαπάμε, που θυμόμαστε, που υπάρχουμε μαζί, που νιώθουμε κοντά ή ξένοι μεταξύ μας. Δεν θέλω το φεστιβάλ να λειτουργεί σαν κλειστός κύκλος ανθρώπων που ήδη μιλάνε την ίδια θεωρητική γλώσσα. Με ενδιαφέρει περισσότερο όταν κάποιος μπορεί να έρθει τυχαία σε μια προβολή στην Ανάφη, ένας κάτοικος, ένας επισκέπτης, ένας άνθρωπος που ίσως δεν βλέπει καν συχνά σινεμά, και να συγκινηθεί ή να νιώσει κάτι χωρίς να χρειάζεται να “καταλάβει” τα πάντα. Δεν φοβάμαι τόσο το “φεστιβάλ για λίγους”. Περισσότερο θα φοβόμουν ένα φεστιβάλ που δεν ρισκάρει να μιλήσει ουσιαστικά για τίποτα
Το φεστιβάλ σας χρησιμοποιεί το τοπίο σαν ενεργό κομμάτι της εμπειρίας. Υπάρχει κάποιος χώρος στην Ανάφη που νιώθετε ότι έχει αποκτήσει πια σχεδόν μυθολογική σημασία για εσάς; Στο μυαλό μου ο τόπος ήταν πάντα ενεργό κομμάτι της εμπειρίας και όχι απλώς φόντο. Νομίζω αυτό ξεκινάει πολύ από τα παιδικά μου χρόνια. Η μητέρα μου δούλευε ως location manager σε ταινίες και σειρές, οπότε μεγάλωσα κάνοντας location scouting μαζί της, ψάχνοντας σπίτια με πορτοκαλιές, αυλές, περίεργα τοπία, ξεχασμένα μέρη. Από πολύ μικρός κατάλαβα ότι οι χώροι κουβαλάνε συναίσθημα, μνήμη και ιστορίες, ότι μια εικόνα μπορεί να σου δημιουργήσει μια αίσθηση πριν καν συμβεί κάτι μέσα της. Η Ανάφη για μένα είναι πραγματικά ένα μαγικό μέρος. Και αν υπάρχει ένα σημείο που έχει αποκτήσει σχεδόν μυθολογική σημασία μέσα μου, είναι ο Κάλαμος, ο τεράστιος μονόλιθος του νησιού. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους μονόλιθους της Μεσογείου και κουβαλάει κάτι σχεδόν αρχέγονο. Είναι επιβλητικός, άγριος, σαν να στέκεται εκεί έξω από τον χρόνο. Βλέπεις πάνω του τα χρόνια, τις θαλασσοταραχές, τον αέρα, τη φθορά, και ακριβώς αυτό είναι που τον κάνει τόσο όμορφο. Νομίζω πως στην Ανάφη νιώθεις συνεχώς ότι το τοπίο δεν σε “φιλοξενεί” απλώς, αλλά σε επηρεάζει, σε σκηνοθετεί κάπως. Και αυτό είναι κάτι που υπάρχει πολύ και στο φεστιβάλ.
Φωτό, ©Alexandra Riba
Φωτό, ©Alexandra Riba
Υπάρχει ακόμη χώρος για ουτοπία ή το σύγχρονο σινεμά έχει παραδοθεί ολοκληρωτικά στη δυστοπία; Τι είναι ουτοπία πλέον; Νομίζω αυτό είναι το δύσκολο ερώτημα. Γιατί η δυστοπία μοιάζει να ξεδιπλώνεται καθημερινά μπροστά στα μάτια μας, πόλεμοι, γενοκτονίες, βία, εξάντληση, απομόνωση, μια συνεχής αίσθηση κατάρρευσης. Και όλα αυτά τα βλέπουμε ζωντανά, σε πραγματικό χρόνο, μέσα από οθόνες, σχεδόν μέχρι να μουδιάσουμε. Οπότε ίσως σήμερα η ουτοπία να μην μπορεί πια να υπάρξει σαν μια μεγάλη φαντασίωση για έναν τέλειο κόσμο. Ίσως να βρίσκεται σε κάτι πολύ πιο μικρό και εύθραυστο. Στην ικανότητα των ανθρώπων να συνεχίζουν να συνδέονται, να φροντίζουν ο ένας τον άλλο, να δημιουργούν κοινότητες, να ερωτεύονται, να μοιράζονται εμπειρίες, ακόμα και μέσα σε αυτή τη βία και την αβεβαιότητα.
Έχετε συνεργαστεί με δημιουργούς όπως ο Βασίλης Κεκάτος και ο Θανάσης Νεοφώτιστος. Τι θεωρείτε ότι χαρακτηρίζει τη νέα ελληνική κινηματογραφική γενιά; Θεωρώ ότι αυτό που χαρακτηρίζει τη νέα ελληνική κινηματογραφική γενιά είναι ότι συνεχίζει να δημιουργεί παρ’ όλες τις δυσκολίες. Υπάρχει μια πολύ έντονη ανάγκη έκφρασης, ακόμα και μέσα σε συνθήκες επισφάλειας, έλλειψης χρηματοδότησης ή γενικότερης αβεβαιότητας. Βλέπω επίσης ότι πολλοί νέοι δημιουργοί δεν ενδιαφέρονται πια τόσο να χωρέσουν σε συγκεκριμένες κινηματογραφικές “σχολές” ή ταυτότητες. Υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία στις φόρμες, στις θεματικές, στον τρόπο που μπλέκονται το προσωπικό με το πολιτικό, το queer στοιχείο, το ντοκιμαντέρ με τη μυθοπλασία, το σινεμά με άλλες μορφές τέχνης. Ταυτόχρονα, νιώθω ότι υπάρχει μια γενιά αρκετά πιο ευάλωτη και πιο ανοιχτή συναισθηματικά. Ακόμα και όταν οι ταινίες είναι σκληρές ή πολιτικές, υπάρχει συχνά μέσα τους μια ανάγκη για οικειότητα, για κοινότητα, για σύνδεση. Αυτό με ενδιαφέρει πολύ. Τέλος, θεωρώ πολύ σημαντικό ότι υπάρχουν οργανισμοί όπως το ΕΚΚΟΜΕΔ που στηρίζουν έμπρακτα τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο και νέα εγχειρήματα. Στην δική μας περίπτωση, το ΕΚΚΟΜΕΔ έχει βοηθήσει ουσιαστικά το φεστιβάλ και λειτουργεί σαν ένας πολύ σημαντικός υποστηρικτής, ειδικά σε μια περίοδο όπου η ανεξάρτητη πολιτιστική παραγωγή στην Ελλάδα παραμένει αρκετά εύθραυστη.
Τι ψάχνει τελικά ένας άνθρωπος που αφήνει την Αθήνα για να δει experimental cinema κάτω από τα αστέρια σε ένα Κυκλαδίτικο νησί; Νομίζω πως δεν έρχεται μόνο για να δει ταινίες. Ή τουλάχιστον ελπίζω να μην έρχεται μόνο γι’ αυτό. Ίσως ψάχνει μια διαφορετική σχέση με τον χρόνο, με την εικόνα, με τους άλλους ανθρώπους. Στην Αθήνα και γενικά στις πόλεις όλα κινούνται πολύ γρήγορα, υπάρχει συνεχής πληροφορία, θόρυβος, πίεση. Στην Ανάφη κάτι αλλάζει. Δεν σημαίνει ότι όλα γίνονται ιδανικά ή ήρεμα, αλλά ο ρυθμός μεταβάλλεται. Όταν βλέπεις πειραματικό, ή γενικότερα όχι συμβατικό σινεμά, κάτω από τα αστέρια, με τον αέρα του νησιού, με ανθρώπους που ίσως δεν γνωρίζεις καν, η εμπειρία γίνεται λιγότερο “κατανάλωση περιεχομένου” και περισσότερο μια συλλογική κατάσταση.
Φωτό, ©Alexandra Riba
Τι μπορεί να σημαίνει ένα διεθνές φεστιβάλ σινεμά σε ένα μικρό νησί όπως αυτό, πέρα από ένα ωραίο καλοκαιρινό event; Μας ενδιαφέρει πολύ η ιδέα ότι η Ανάφη δεν είναι απλώς ένα όμορφο φόντο για προβολές, αλλά ενεργό μέρος της διαδικασίας. Γι’ αυτό υπάρχουν εργαστήρια, συμμετοχικές δράσεις, και το πρόγραμμα “Δείξε μου τον Τόπο σου”, που αναπτύσσουμε μαζί με την καλλιτεχνική κολεκτίβα ASTRO. Το “Δείξε μου τον Τόπο σου” είναι ουσιαστικά ένα συμμετοχικό και ερευνητικό πρόγραμμα που δουλεύει πάνω στη σχέση τόπου, μνήμης και κοινότητας. Μέσα από εργαστήρια κινηματογράφου, ήχου, φωτογραφίας, αρχειακής έρευνας και συλλογής προφορικών μαρτυριών, προσπαθούμε μαζί με τους κατοίκους να δημιουργήσουμε ένα ζωντανό αρχείο του νησιού, όχι με λαογραφικό τρόπο, αλλά μέσα από προσωπικές εμπειρίες, ιστορίες και βιώματα. Η δράση υλοποιείται με την υποστήριξη από το Ίδρυμα Αθηνάς Ι. Μαρτίνου, στο πλαίσιο του προγράμματος «Σημεία Στήριξης» που συγχρηματοδοτούν δέκα (10) κοινωφελείς οργανισμοί. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ο τόπος να μη λειτουργεί σαν “σκηνικό”, αλλά σαν κάτι ζωντανό που επηρεάζει και διαμορφώνει την καλλιτεχνική διαδικασία. Και νομίζω μέσα από αυτό το πρόγραμμα το φεστιβάλ αρχίζει να αποκτά σχέση συνέχειας με το νησί και όχι μόνο παρουσία λίγων ημερών το καλοκαίρι. Επίσης, θεωρώ πολύ σημαντικό το ζήτημα της πολιτιστικής αποκέντρωσης. Στην Ελλάδα σχεδόν όλα συμβαίνουν γύρω από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Το να δημιουργείται ένας ζωντανός κινηματογραφικός και καλλιτεχνικός πυρήνας σε ένα μικρό νησί έχει από μόνο του πολιτική και κοινωνική σημασία.
Τι σημαίνει για εσάς “ανεξάρτητο” φεστιβάλ στην Ελλάδα του 2026; Νομίζω ανεξάρτητο σήμερα δεν σημαίνει απλώς “μικρό” ή low budget. Σημαίνει να προσπαθείς να προστατεύσεις έναν τρόπο σκέψης και δημιουργίας μέσα σε μια εποχή όπου τα πάντα πιέζονται να γίνουν πιο γρήγορα, πιο ασφαλή, πιο εμπορικά και πιο εύκολα καταναλώσιμα. Στην Ελλάδα του 2026, το να κάνεις ένα ανεξάρτητο φεστιβάλ σημαίνει συχνά να δουλεύεις μέσα στην αβεβαιότητα. Να βασίζεσαι πολύ στις σχέσεις, στη συλλογικότητα και στην επιμονή των ανθρώπων που πιστεύουν σε αυτό. Στη Μιλένα, στους δύο Γιώργηδες, στον Σταύρο, στη Γιασμίν, στον Περικλή και σε όλους όσοι βάζουν πλάτη για να τα καταφέρουμε. (Και στις μεγαλύτερες και πιο δυνατές πλάτες, δηλαδή κυρίως τους γονείς μου χαχαχα) Στους εθελοντές μας κάθε καλοκαίρι, αλλά και σε όλους τους ανθρώπους που έρχονται, συμμετέχουν και στηρίζουν το φεστιβάλ με κάποιον τρόπο.
Μπορεί ένα τοπίο να σκηνοθετεί τελικά τους ανθρώπους του; Ναι, το πιστεύω. Νομίζω τα τοπία μας επηρεάζουν περισσότερο απ’ όσο καταλαβαίνουμε. Αλλάζουν τον τρόπο που κινούμαστε, που σχετιζόμαστε, ακόμα και τον τρόπο που σκεφτόμαστε ή επιθυμούμε. Στην Ανάφη το νιώθεις έντονα. Ο αέρας, η ξηρότητα, οι αποστάσεις, η αίσθηση απομόνωσης αλλά και κοινότητας δημιουργούν άλλους ρυθμούς και άλλες συμπεριφορές. Οπότε ναι, πιστεύω ότι ένα τοπίο μπορεί να “σκηνοθετεί” τους ανθρώπους, όχι κυριολεκτικά, αλλά δημιουργώντας συνθήκες, εντάσεις και τρόπους ύπαρξης. Και νομίζω αυτό υπάρχει πολύ και στον κινηματογράφο.
Στέλιος Χριστοφόρου / Φωτό, Κατερίνα Μαρκουλάκη
Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή αυτών των τεσσάρων χρόνων; Υπήρξε στιγμή που σκεφτήκατε να τα παρατήσετε; Δεν ξέρω αν μπορώ να ξεχωρίσω μία μόνο δύσκολη στιγμή. Ίσως πέρσι, την τελευταία μέρα του φεστιβάλ, όταν έπαθα υπερκόπωση, ανέβασα πολύ υψηλό πυρετό και τελικά έχασα την ίδια την τελευταία μέρα του φεστιβάλ. Ήταν κάπως σκληρό, γιατί συνειδητοποίησα πόσο πολύ είχα πιέσει τον εαυτό μου όλο αυτό το διάστημα. Και πολλές φορές οι πιο δύσκολες στιγμές έρχονται τελικά από πράγματα που στο τέλος της ημέρας δεν έχουν και τόσο μεγάλη σημασία, γραφειοκρατία, χρηματοδοτήσεις, οργανωτικά αδιέξοδα, καταστάσεις που απορροφούν τεράστια ενέργεια και σε απομακρύνουν από το δημιουργικό κομμάτι. Έχω σκεφτεί αρκετές φορές να τα παρατήσω. Γιατί υπάρχουν πλευρές αυτής της διαδικασίας που δεν αγαπώ καθόλου και που παίρνουν πολύ χώρο από την ίδια τη δημιουργικότητα. Αλλά αυτό που με κρατάει είναι ότι το φεστιβάλ δεν το κάνω μόνος μου. Δουλεύω με φίλους μου, με ανθρώπους που αγαπάω και εμπιστεύομαι, και το έχουμε χτίσει μαζί με πολύ αγάπη. Και νομίζω στο τέλος αυτό φαίνεται και προς τα έξω, ότι, παρά την κούραση ή το χάος, υπάρχει πραγματική επιθυμία και χαρά πίσω από αυτό που κάνουμε.
Πώς αντιδρούν οι κάτοικοι της Ανάφης όταν βλέπουν το νησί τους να μετατρέπεται σε κινηματογραφικό χώρο εμπειρίας; Στην αρχή υπήρχε φυσικά μια περιέργεια, ίσως και μια επιφυλακτικότητα. Και λογικό είναι. Όταν κάτι καινούριο συμβαίνει σε ένα τόσο μικρό νησί, χρειάζεται χρόνος για να χτιστεί εμπιστοσύνη και να καταλάβουν οι άνθρωποι τι ακριβώς προσπαθείς να κάνεις. Αυτό που με συγκινεί πολύ είναι ότι σιγά σιγά το φεστιβάλ άρχισε να γίνεται κάτι συλλογικό. Οι κάτοικοι δεν το βλέπουν μόνο σαν “κάτι που έρχεται απ’ έξω”, αλλά σαν κάτι που συνδέεται πλέον και με το ίδιο το νησί. Υπάρχουν άνθρωποι που μας βοηθούν κάθε χρόνο, που παραχωρούν χώρους, που έρχονται στις προβολές, που μιλάνε με τους δημιουργούς, που συμμετέχουν στις δράσεις ή απλώς κάθονται μαζί μας μέχρι αργά μετά τις προβολές. Και νομίζω αυτό έχει σημασία, ότι η Ανάφη δεν αντιμετωπίζεται σαν σκηνικό ή εξωτικό background για ένα φεστιβάλ. Προσπαθούμε πραγματικά να υπάρχει διάλογος με τον τόπο και τους ανθρώπους του. Και νομίζω τελικά αυτό που συμβαίνει είναι ότι για λίγες μέρες το νησί μετατρέπεται σε έναν ζωντανό χώρο κοινής εμπειρίας. Όχι μόνο για τους επισκέπτες, αλλά και για τους ίδιους τους κατοίκους. Και αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο κομμάτι του φεστιβάλ.
Φωτό, ©Alexandra Riba
Η Ανάφη άλλαξε το φεστιβάλ ή το φεστιβάλ αλλάζει την Ανάφη; Νομίζω η Ανάφη άλλαξε πρώτα εμάς. Και συνεχίζει να μας αλλάζει. Το φεστιβάλ δεν θα μπορούσε να υπάρχει με τον ίδιο τρόπο σε άλλο μέρος. Ο αέρας, οι αποστάσεις, η δυσκολία του νησιού, οι άνθρωποι, η αίσθηση απομόνωσης αλλά και κοινότητας, όλα αυτά διαμόρφωσαν από την αρχή τον τρόπο που σκεφτόμαστε το σινεμά και τη συλλογική εμπειρία.. Αυτό που προσπαθούμε περισσότερο είναι να δημιουργήσουμε έναν διάλογο ανάμεσα στον τόπο, στους κατοίκους και στους ανθρώπους που έρχονται από αλλού. Φυσικά, όταν ένα φεστιβάλ επιστρέφει κάθε χρόνο, αρχίζει αναπόφευκτα να επηρεάζει και τον τόπο, μέσα από σχέσεις, συνεργασίες, νέους ανθρώπους, εικόνες και εμπειρίες που μένουν πίσω. Αλλά ελπίζω αυτό να γίνεται με τρόπο οργανικό και όχι επιβλητικό. Για μένα το πιο όμορφο είναι όταν παύεις να ξεχωρίζεις πού τελειώνει το φεστιβάλ και πού αρχίζει το ίδιο το νησί.