Categories: ΠΡΟΦΙΛFeatured

Όλιβερ Σακς: Ο ποιητής της επιστήμης που ήθελε να ζήσει με πάθος την πορεία του προς το θάνατο

«Πριν από ένα μήνα, ένιωθα πως ήμουν υγιής, σχεδόν έσφυζα από υγεία. Στα 81 μου κολυμπάω ακόμη ένα μίλι την ημέρα. Όμως η τύχη μου στέρεψε – πριν από λίγες εβδομάδες έμαθα πως έχω πολλαπλές μεταστάσεις στο συκώτι».

Με αυτά τα λόγια αποφάσισε ο καθηγητής νευρολογίας και συγγραφέας Όλιβερ Σακς να ανακοινώσει με κείμενο του στους New York Times  ότι πάσχει από καρκίνο σε τελικό στάδιο.

Ο Σακς γεννήθηκε το 1933 στο Λονδίνο από μία εβραϊκή οικογένεια. Στα έξι του χρόνια εγκατέλειψε μαζί με τον αδερφό του Μάικλ την αγγλική πρωτεύουσα για να γλιτώσει από το Blitz,  τη γερμανική επίθεση στο αγγλικό νησί. Έμεινε στο Midlands μέχρι το 1943. Όπως ο ίδιος μαρτυρεί στο βιβλίο Uncle Tungsten, από μικρός ήταν ερωτευμένος με τη χημεία και την ιατρική, αγάπη την οποία είχε κληρονομήσει από τους γονείς του. 

Σύντομα εγκατέλειψε τη Μεγάλη Βρετανία για τον Καναδά και έπειτα τη Νέα Υόρκη, πόλη στην οποία μένει από το 1965.

Ο Όλιβερ Σακς τιμήθηκε το 2008 με το μεγάλο σταυρό του τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (CBE)

Το 1966 ο Σακς έκανε κάτι πραγματικά μεγάλο. Εργαζόμενος ως νευρολόγος στο νοσοκομείο Beth Abraham του Bronx, ήρθε σε επαφή με μία ιδιαίτερη ομάδα ασθενών, πολλοί από του οποίους ζούσαν για δεκαετίες σε κατάσταση «φυτού», ανίκανοι να κάνουν την παραμικρή κίνηση. Θεώρησε πως αυτοί οι ασθενείς αποτελούσαν επιζώντες της μεγάλης επιδημίας της ασθένειας του ύπνου που εμφανίστηκε τα έτη 1916- 1927. Ο Σακς χρησιμοποίησε το πειραματικό φάρμακο L-dopa, το οποίο έδωσε τη δυνατότητα στους ασθενείς να επανέλθουν σε μια φυσιολογική ζωή.

 Οι ασθενείς αυτοί αποτέλεσαν τους πρωταγωνιστές του βιβλίου Awakenings, ενός από τα πιο δημοφιλή βιβλία του Σακς, το οποίο έγινε ταινία και κόντεψε να αποσπάσει και αγαλματάκι του Όσκαρ με τις ερμηνείες του Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Ρόμπιν Γουίλιαμς

Ο Σακς είναι περισσότερο γνωστός για τις εμπνευσμένες από την καριέρα του ιστορίες που κινούνται στα άκρα όρια της νευρολογικής εμπειρίας. Στα έργα του The Man Who Mistook His Wife for a Hat και An Anthropologist on Mars περιγράφει ασθενείς του να μάχονται για να ζήσουν σε συνθήκες που κινούνται από σύνδρομο Τουρέτ μέχρι τον αυτισμό , το πάρκινσον, τις παραισθήσεις της μουσικής, την επιληψία, τη σχιζοφρένεια, τη νοητική καθυστέρηση και τη νόσο του Αλτσχάιμερ.

Το περιοδικό The New Yorker φιλοξένησε συχνά συγγραφικά πονήματα του Σακς, ενώ οι New York Times τον χαρακτήρισαν «τιμημένο ποιητή της σύγχρονης ιατρικής».  Οι εναργείς και συχνά λογοτεχνικές του περιγραφές ανθρώπων που μάχονται με νευρολογικές ασθένειες αποτυπώνουν με ένταση τους τρόπους με τους οποίους ο ανθρώπινος νους  συλλαμβάνει τις έννοιες της αντίληψης, της μνήμης και της ατομικότητας.

Ο Σακς δεν παντρεύτηκε ποτέ, ούτε έζησε ποτέ με κάποια σύντροφο. Έχοντας αυτοχαρακτηριστεί ως εργένης, σε συνέντευξή του έχει δηλώσει ότι δεν είχε σύντροφο για μεγάλα διαστήματα στη ζωή του και είχε περιγράψει την ντροπαλοσύνη του ως «ασθένεια».

Η ζωή του Σακς είναι μακρά και έντονη. Όμως πλέον, όπως αναφέρει ο ίδιος, είναι «πρόσωπο με πρόσωπο με το θάνατο». «Από εμένα εξαρτάται να επιλέξω το πώς θα ζήσω τους μήνες που μου απομένουν. Πρέπει να ζήσω όσο πιο πλούσια, βαθιά και παραγωγικά μπορώ».  Συνοδοιπόρος του Σακς στο τελευταίο μέρος της ζωής του θα είναι τα λόγια του Ντέιβιντ Χιουμ, ενός από τους αγαπημένους του φιλοσόφους,  ο οποίος, όταν έμαθε ότι ήταν άρρωστος σε ηλικία 65 ετών, έγραψε μια μικρή αυτοβιογραφία με τον τίτλο «My own Life».   Τον ίδιο τίτλο έδωσε και ο Σακς στο κείμενο του στους New York Times

O Σακς χρησιμοποιεί μια φράση του Χιουμ για να περιγράψει το πως αισθάνεται πλέον απέναντι σε ό,τι τον περιβάλει : «είναι δύσκολο να είσαι πιο αποστασιοποιημένος στη ζωή από ότι είμαι εγώ τώρα». Όμως αυτό δε σημαίνει  ότι ο Σακς ότι έχει τελειώσει με τη ζωή. «Νιώθω έντονα ζωντανός και θέλω και ελπίζω στο χρόνο που μου απομένει να εμβαθύνω τις φιλίες μου, να αποχαιρετίσω αυτούς που αγαπώ, να γράψω περισσότερο, να ταξιδέψω, αν έχω το κουράγιο, να επιτύχω ανώτερα επίπεδα κατανόησης και επίγνωσης».

Χωρίς να κρύβει το φόβο που νιώθει, ο Σακς αναφέρει πως το συναίσθημα που τον κυριεύει είναι αυτό της «ευγνωμοσύνης». «Αγάπησα και αγαπήθηκα. Πήρα πολλά και έδωσα κάτι. Διάβασα και ταξίδεψα και σκέφτηκα και έγραψα. Είχα επικοινωνία με τον κόσμο, αυτή την ειδική επαφή που έχουν οι συγγραφείς και οι αναγνώστες. Πάνω απ’ όλα υπήρξα ον με ενσυναίσθηση, ζώο σκεπτόμενο πάνω σ’ αυτόν τον όμορφο πλανήτη και αυτό από μόνο του υπήρξε ένα τεράστιο προνόμιο και περιπέτεια».

Ο Σακς αποφάσισε να πει δημόσια ότι του απομένουν λίγοι μήνες ζωής.  Το ίδιο είχε κάνει και ο Κρίστοφερ Χίτσενς, συγγραφέας και δημοσιογράφος του Vanity Fair και της Guardian που έπασχε από καρκίνο στις φωνητικές του χορδές. Πρόσφατα, ο Ρίτσαρντ Σμιθ, γιατρός και πρώην εκδότης του British Medical Journal δήλωσε ότι ο καρκίνος είναι ο καλύτερος τρόπος για να πεθάνει κανείς, αφού δίνει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να αποχαιρετίσουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, να ακούσουν καλή μουσική και ποίηση και να έρθουν αντιμέτωποι με τη θνησιμότητά τους. Κατά τον Σμιθ, ο πόνος του θανάτου μπορεί να γίνει υποφερτός με την «αγάπη, τη μορφίνη και το ουίσκι». Για αυτό καλεί τους ανθρώπους «να σταματήσουν να ξοδεύουν δισεκατομμύρια προσπαθώντας να θεραπευθούν από τον καρκίνο»

Ο Σακς θα πρέπει στα μάτια του Σμιθ να είναι ένας από τους πιο ευλογημένους ανθρώπους του κόσμου. Έζησα έντονα τη ζωή του και τώρα μπορεί με ηρεμία να «κλείσει τους λογαριασμούς του» και να αποχαιρετίσει τα αγαπημένα του πρόσωπα. Μπορεί να μην μας αρέσουν οι δημόσιες παραδοχές μίας ανίατης ασθένειας ή οι αλλόκοτες θέσεις ενός γιατρού που βλέπει τον καρκίνο ως προοπτική για έναν ωραίο θάνατο. Το σίγουρο είναι πως οι σκέψεις αυτές, πέρα από τη λειτουργία τους ως εργαλείο προσωπικής κάθαρσης, δίνουν μία διαφορετική διάσταση στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το όμορφο και σύντομο παιχνίδι που λέγεται ζωή.

Τα βιβλία του Όλιβερ Σακς κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα και Καστανιώτη. 

Θοδωρής Χονδρόγιαννος

Share
Published by
Θοδωρής Χονδρόγιαννος