Categories: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Λουκία: «Είμαι ένα είδος μπανιστιρτζή των τεχνών»

Ευγένεια. Στο βλέμμα, στην κίνηση, στις εκφράσεις και στην ομιλία. Αυτό χαρακτηρίζει όσο τίποτε άλλο νομίζω την Λουκία, την πιο καταξιωμένη σχεδιάστρια μόδας που εδώ και 40 χρόνια ντύνει στο ατελιέ της στο Κολωνάκι κάθε γυναίκα που επιζητά το στιλ σε όλες τις σημαντικές στιγμές της ζωής της. Ακόμη και όταν μιλάει για τη χαμένη, επί ΠΑΣΟΚ, ευκαιρία να συστήσει την ελληνική μόδα στο εξωτερικό είναι μεν γεμάτη παράπονο αλλά καθόλου επιθετικότητα. Νιώθεις έτσι ότι η επαφή της με την τέχνη, αγαπά κάθε μορφής της αλλά λατρεύει πρωτίστως τον κινηματόγραφο, την έχει διαποτίσει με μια καλλιέργεια που πάει πέρα από τη γνώση και έχει διαμορφώσει έναν χαρακτήρα πάνω από τις κακοτοπιές και τις πικρίες της καθημερινότητας.

Την ερχόμενη Δευτέρα 31 Οκτωβρίου στο Παλαιό Χρηματιστήριο η Λουκία θα παρουσιάσει τη νέα της κολεξιόν με τίτλο Omnium Gatherum. Εκεί θα δώσει το παρών και η Samsung με τις SUHD τηλεοράσεις όπως και τις επαγγελματικές οθόνες και τα video wall. Η μόδα συναντά την υψηλή τεχνολογία πράγματα που να μπορείς να τα θεωρήσεις και παρόμοια πια αφού οι SUHD τηλεοράσεις της Samsung διακρίνονται τόσο για τον κομψό μίνιμαλ σχεδιασμό τους όσο και για την καινοτομία τους, συνδράμοντας στην ανάδειξη των φαντασμαγορικών εκδηλώσεων. Το ύφος της κολεξιόν θ’ αναδειχθεί στο θεατή μέσα από τα 1 δισεκατομμύρια χρώματα που προσδίδουν απίστευτο ρεαλισμό και βάθος. 

Λίγο πριν συμβεί αυτό, όμως, μας υποδέχεται στο ατελιέ της για να μιλήσει με διάθεση και όρεξη για τη δουλειά της και την τέχνη. Το μόνο που την αγχώνει είναι η φωτογράφιση καθώς δηλώνει άνθρωπος του παρασκηνίου. Χαλαρώνει μόνο όταν μαθαίνει ότι μπορεί να φωτογραφηθεί καπνίζοντας. «Κάνω περίπου 10 τσιγάρα τη μέρα. Βρίσκετε ότι είναι πολλά;» ρωτά ενώ στήνεται μπροστά στον φακό και ζητά από τον φωτογράφο Νίκο Βαρδακαστάνη να μη τη βγάλει λυπημένη. 

«Έχω έρωτα με την τέχνη. Το πάθος μου είναι να βλέπω, να βλέπω, να βλέπω. Είμαι ένα είδος μπανιστιρτζή, μ’ αρέσει να κοιτώ και μέσα από τις κλειδαρότρυπες».

Σχεδιάζω συνέχεια. Πότε πέρασαν αυτά τα 40 χρόνια; Δεν το έχω καταλάβει καθώς ποτέ δε σταματώ να δουλεύω, έχω μια ροή που δε τη διακόπτουν οι επιδείξεις. Ποιες θεωρώ τις καλύτερες που έχω κάνει; Την επίδειξη του Urban Poetry, εκείνη που ήταν αφιερωμένη στην ταινία του Φεντερίκο Φελίνι E la nave va. Πάντα προσπαθώ να βάλω τα δυνατά μου, δούλεψα για τα σαράντα χρόνια όπως δουλεύω πάντα. Είμαι πρόσκοπος και καλή μαθήτρια.

Πάντα έχω γύρω μου κούκλες, σχέδια, υφάσματα, ζω μέσα σε όλο αυτό, είναι η καθημερινότητά μου. Φροντίζω να ενημερώνομαι, να μαθαίνω τις νέες τάσεις και ξέρω ήδη τι έχει συμβεί παλαιότερα. Δεν μπορείς να κάνεις μόδα, δεν μπορείς να πας μπροστά εάν δεν ξέρεις τι έχει γίνει πίσω, στην ιστορία της μόδας.

Η μόδα μια εφαρμοσμένη τέχνη δεν είναι; Παίζει βέβαια και με τη γεωμετρία, τα μαθηματικά, την αρχιτεκτονική. Στο εξωτερικό η μόδα έχει μπει στα πανεπιστήμια, είναι κρίμα που εδώ την έχουν υποβιβάσει έτσι.

«Έχω επιβιώσει χάρη στο πείσμα μου, αυτό με βοήθησε να κρατήσω αυτό το ατελιέ εδώ και 40 χρόνια».

Η ελληνική μόδα δεν βρήκε υποστήριξη από το κράτος. Γιατί δε γίνεται μια κρατική σχολή που θα κάνει ανταλλαγές με καθηγητές του εξωτερικού αλλά και Έλληνες ζωγράφοι, γλύπτες που θα ανοίξουν τα μυαλά των νέων παιδιών δείχνοντας χρώματα, τάσεις, πρωτοπορίες; Η μόδα δεν έχει ανάγκη από ακριβή τεχνολογία. Κι εγώ θα μπορούσα να έχω φέρει λεφτά στη χώρα, θα μπορούσε να είναι μια αναπτυγμένη βιομηχανία αλλά δυστυχώς δε γίνεται τίποτα.

Έχω επιβιώσει χάρη στο πείσμα μου, αυτό με βοήθησε να κρατήσω αυτό το ατελιέ εδώ και 40 χρόνια. Το σημαντικό είναι να λες τη δική σου κουβέντα, να πετάς τη σκόνη από τα παλιά και δείχνεις νέα πράγματα.

Έχουμε πάθει μεγάλη ζημιά με την οικονομική κρίση. Δεν θα μπορούσα τώρα να κάνω την επερχόμενη επίδειξη με 40 μοντέλα και με τόση πολυτέλεια εάν δεν είχα την υποστήριξη της Samsung και της APIVITA. Όλοι οι σχεδιαστές έχουν επηρεαστεί πολύ από τη δύσκολη εποχή που περνάμε. Έχω πείσμα, δεν επιτρέπεται να εξαφανιστούμε όλοι.

Στην αρχή της καριέρας μου είχα στείλει κάποια σε μια φίλη μου στο Λονδίνο κάποια μεταξωτά ρούχα. Τα πήγε και τα δειγμάτισε στο Harrods. Ένα πρωί πήγε τον σκύλο της βόλτα και βλέπει όλες τις κάτω βιτρίνες με Λουκία, στην «Εβδομάδα του Μεταξιού». Όταν πήρε τηλέφωνο και μου το είπε, της απάντησα ότι έχει τρελαθεί, τόσο δεν το πίστευα. Έβγαλε φωτογραφίες τα ρούχα στις βιτρίνες και μου τις έστειλες. Συνέβη όμως το εξής: μου έκαναν μια τεράστια παραγγελία από τα Harrods αλλά δεν μπορούσα να ανταποκριθώ γιατί δεν είχα το budget. Χτύπησα όλες τις πόρτες, τότε ήταν το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, ζητώντας χρηματοδότηση αλλά δεν κατάλαβαν ποτέ ότι έτσι δεν έρχονταν χρήματα στην Ελλάδα. Ένιωσα ένα τίποτα. Κανονικά θα έπρεπε να είχα μείνει στην Αγγλία αλλά λόγοι υγείας της μητέρας μου με κράτησαν πίσω. Είχα την ευθύνη της και δεν γινόταν αλλιώς. Αυτή είναι η ζωή.

Γεννήθηκα στη Σάμο, μεγάλωσα στην Αθήνα. Δυστυχώς δεν πηγαίνω πια γιατί έχασα μια αγαπημένη μου ξαδέρφη με το Σαμίνα ενώ μέχρι τότε πήγαινα κάθε καλοκαίρι. Μικρή ήθελα να γίνω χορεύτρια αλλά της μητέρας μου της σηκωνόταν η τρίχα μόλις το άκουγε αυτό. Προέρχομαι από μια πάμπτωχη οικογένεια. Ειλικρινά δεν ξέρω πώς έγινε και ανακατεύτηκα με τις τέχνες τόσο πολύ.

Είχα την τύχη ο πρώην άντρας μου, ο Γιάννης Κούκης να είναι ένας εξαιρετικά καλλιεργημένος άνθρωπος. Με έμαθε να βλέπω και να ακούω με σωστό τρόπο. Δεν μπορείς ξαφνικά να ακούς Μπετόβεν από τη μια μέρα στην άλλη και να ξετρελαθείς, ούτε να δεις ξαφνικά Καντίνσκι και να τον λατρεύεις. Θέλει μια καλλιέργεια, να μάθεις και να τελειώσεις με τη κλασική ζωγραφική για να πας στους εξπρεσιονιστές. Θέλει κάποιος να σε οδηγεί. Βέβαια πάντα με συγκινούσε ο Σαγκάλ αλλά δεν ήξερα να εξηγήσω γιατί ενώ τώρα μπορώ.

Έχω έρωτα με την τέχνη. Το πάθος μου είναι να βλέπω, να βλέπω, να βλέπω. Είμαι ένα είδος μπανιστιρτζή, μ’ αρέσει να κοιτώ και μέσα από τις κλειδαρότρυπες.

Στο ξεκίνημα μου γνώρισα πολύ σημαντικούς ανθρώπους. Γνώρισα τη Μελίνα, της έφτιαξα τα τελευταία κοστούμια όταν έκανε το «Γλυκό πουλί της νιότης» και μετά της έφτιαχνα τα βραδινά της φορέματα όταν ήταν υπουργός. Γνώρισα τη Δέσπω Διαμαντίδου, τρομερή προσωπικότητα, τον υπέροχο Χορν. Μπήκα σε ένα κύκλο καλλιεργημένων ανθρώπων και έτσι άκουγα τόσο ενδιαφέρουσες συζητήσεις γύρω μου. Καλλιεργήθηκε το μάτι μου, καλλιεργήθηκε το μυαλό μου κι εγώ έκανα ό,τι μπορούσα. Ήμουν τυχερή.

«Στις γυναίκες που ντύνω θέλω να δω μια ονειρική εικόνα. Φταίει μάλλον ο κινηματογράφος γι’ αυτό. Θα ήθελα να είχα ντύσει την ηρωίδα του «Πέρσι στο Μάριενμπαντ».

Έχω έρωτα με την τέχνη. Το πάθος μου είναι να βλέπω, να βλέπω, να βλέπω. Είμαι ένα είδος μπανιστιρτζή, μ’ αρέσει να κοιτώ και μέσα από τις κλειδαρότρυπες. Βλέπω εκθέσεις, βλέπω πολύ κινηματογράφο. Μπορώ να βγω από το ένα σινεμά και να μπω σε ένα άλλο, να δω τρία έργα σε μία ημέρα. Έχω πάθος με όλων των ειδών της τέχνες: τη ζωγραφική, τη μουσική, τη ζωγραφική, τα χρώματα, με ό,τι έχει να κάνει με τη δημιουργία. Για εμένα η τέχνη είναι στην καθημερινότητα μας. Το ότι φοράτε ταιριάξει τόσο ωραίο το κραγιόν με το πουκάμισό σας για μένα είναι τέχνη.

Αγαπώ τον Ταρκόφσκι. Όταν είδα «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» έπαθα πλάκα. Είχα μια αγαπημένη θεία που ζούσε στη Ρωσία και ήταν κουμπάρα του Ταρκόφσκι. Είναι μια γυναίκα που αγάπησα πιο πολύ κι από τη μάνα μου. Όταν ερχόταν στην Ελλάδα την έβαζα κάτω και της ζητούσα να μου διηγηθεί ιστορίες από τον Ταρκόφσκι ξανά και ξανά, δε χόρταινα να τις ακούω κι εκείνη δεν κουραζόταν να μου τις λέει. Μου αρέσει επίσης τόσο ο Μπουνιουέλ -λατρεύω το χιούμορ του- ή ο Τζάρμους, μια εντελώς διαφορετική περίπτωση.

Όλες αυτές οι ταινίες έχουν μπερδευτεί μέσα μου, έχουν μπει στη ψυχή μου και τις ξεθάβω μόνο όταν χρειάζεται για προσωπικούς λόγους. Όταν περνάω δύσκολα η τέχνη είναι παρηγοριά.

Στο θέατρο πλέον συνεργάζομαι μόνο με τον Θεόδωρο Τερζόπουλο. Μιλάμε, μου λέει τι θέλει, μπαίνω στο μυαλό του, του προτείνω και κατά βάση συμφωνεί. Κάνουμε και αλλαγές βέβαια γιατί σε αυτή την ιστορία ο σκηνοθέτης είναι ο οδηγός. Ξέρω όμως ότι έχει δίκιο εάν ζητήσει να αλλάξει κάτι.

Βλέπω με χαρά ότι οι νέες κοπέλες, οι πελάτισσες έχουν άλλη νοοτροπία. Φορούν τα ρούχα των μαμάδων τους κι εμένα με χαροποιεί όχι επειδή βλέπω ότι τα ρούχα μου είναι διαχρονικά αλλά επειδή οι ίδιες οι κοπέλες αγαπούν ό,τι φτιάχνω τώρα και ό,τι έφτιαχνα παλιότερα. Αυτό δεν έχει να κάνει με το vintage.

Κάθε γυναικείο σώμα έχει κάποιο καλό σημείο κι αυτό προσπαθώ να βρω και να αναδείξω. Πολλές φορές γίνομαι η ψυχολόγος της κοπέλας που θα έρθει εδώ, να μπω στον τρόπο σκέψης της, στις επιθυμίες της. Οι νέες κοπέλες γυμνάζονται περισσότερο, έχουν καλύτερα σώματα, έχουν δει περισσότερα πράγματα. Τις χαίρομαι.

Μια φορά δεν μπόρεσα να μην απαντήσω σε μια μέλλουσα πεθερά που υποβίβαζε τη νύφη της. Μου έδειχνε μια φωτογραφία με το μοντέλο που φορούσε το νυφικό και έλεγε συνέχεια «μα κοίτα τι ωραία που πηγαίνει σε αυτήν». Νευρίασα γιατί έφερνε την κοπέλα σε δύσκολη θέση. Γύρισα και της είπα ότι το κορίτσι ήταν ακόμη πιο όμορφο από το μοντέλο, ήταν αλήθεια άλλωστε.

Με ενδιαφέρει περισσότερο το στιλ από την ομορφιά. Η Κέιτ Μπλάνσετ έχει υπέροχο στιλ ενώ τη Καρντάσιαν ούτε να τη βλέπω δε θέλω. Η θηλυκότητα είναι στην κίνηση, στα μάτια, στο βλέμμα, στον τρόπο που τρώει. Όλα αυτά βρίσκονται στα απλά, καθημερινά πράγματα.

Στις γυναίκες που ντύνω θέλω να δω μια ονειρική εικόνα. Φταίει μάλλον ο κινηματογράφος γι’ αυτό. Θα ήθελα να είχα ντύσει την ηρωίδα του «Πέρσι στο Μάριενμπαντ».

Ευχαριστιέμαι την καθημερινότητα. Είναι ευλογία να κάνεις μια δουλειά που σου αρέσει. Έχω περάσει πολλές λύπες και αγωνίες αλλά και πολλές χαρές. Μόνη μου την παίρνω τη χαρά όταν έχω την ικανοποίηση ότι κατάφερα να φτιάξω ένα ενδιαφέρον ρούχο. Αυτό μου δίνει δύναμη στις δύσκολες στιγμές. Ξανασηκώνομαι μόνη μου.

Omnium Gatherum, επίδειξη μόδας της σχεδιάστριας Λουκίας στο Παλαιό Χρηματιστήριο Αθηνών με την χορηγία της Samsung και της Apivita, Σοφοκλέους 10, τη Δευτέρα 31 Οκτωβρίου, στις 19:30
Λίνα Ρόκου

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κέρκυρα. Το 1998 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού. Από το 2001 εργάζεται ως δημοσιογράφος.

Share
Published by
Λίνα Ρόκου