ΠΡΟΣΩΠΑ

Γιάννης Αγγελάκας : «Το προτεκτοράτο μας πάντα πρωτοστατούσε στην ανοησία…»

Τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, ο Γιάννης Αγγελάκας είχε πάρει τα βουνά. Εκεί, ψηλά, στα Ζαγοροχώρια. Να βρει ένα ξωκκλήσι ερημικό, να κάνει μια βόλτα στα μονοπάτια, να αφουγκραστεί τη φύση, «να γιορτάσει την άνοιξη, την αναγέννηση» της γης, την ανάταση  της ψυχής, μου έλεγε πριν φύγει: «Nα πάω κάπου ήσυχα, με άλλα 2-3 άτομα και να γιορτάσουμε μόνοι μας αυτό που εμείς εννοούμε Πάσχα… Καλά, έχουμε και από παιδάκια τις μνήμες μας, αλλά νομίζω είναι αρχέγονα, παγανιστικά αισθήματα μέσα μας αυτά που εκφράζονται με την Μεγάλη Εβδομάδα… Δεν είμαι ακριβώς ορθόδοξος χριστιανός, αλλά με συγκινεί η Μεγάλη Εβδομάδα, μου αρέσουν οι ύμνοι της. Μου αρέσει να παίρνω τα βουνά… Νιώθω ότι συμμετέχω και εγώ σε μια γιορτή. Και η Άνοιξη είναι μια γιορτή».

Από τα βουνά, ο Γιάννης Αγγελάκας γλίστρησε ξανά αυτές τις μέρες πίσω στο παράδοξο σύμπαν του Μικρού Πρίγκηπα που έφτιαξε εκεί στη Στέγη Ωνάση, για να μας πει δυο λόγια: πως όσο και να μεγαλώνουμε μένουμε πάντα παιδιά, όσο κι αν κάποιοι ίσως δεν θέλουν -εμείς έχουμε πεισμώσει και δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ, θα διώχνουμε τα μπάομπαπ, θα φροντίζουμε το μοναδικό μας λουλούδι κι ας έχει αγκάθια, θα κάνουμε φίλους αιώνιους, θα βλέπουμε τον ήλιο να βασιλεύει σε μια μέρα σαράντα φορές. Έτσι. Και θα κάνουμε βόλτες στους πλανήτες. Και σε αυτόν εδώ, τον δικό μας τον όμορφο που τον ασχημαίνουν όμως τα «θλιβερά όντα που χαίρονται να παίζουν αυτό το τόσο ανόητο παιχνίδι» με τα σιδερένια πουλιά που σκορπάνε τον όλεθρο στους ζοφερούς καιρούς μας. Η αγάπη, η φιλία, η ζωή ορθώνονται φωτεινά και αγέρωχα απέναντι στον πόλεμο, στον θάνατο, την παράνοια, στις βόμβες του μίσους και της καταστροφής.

Παρακολουθώντας την παράσταση, αυτήν την τόσο δυνατή και αταξινόμητη «ηλεκτρισμένη ωδή στον πρίγκιπα που κάποτε όλοι αγαπήσαμε», κι ακόμη αγαπάμε, μόνο συγκίνηση και τρυφερότητα μπορείς να νιώσεις –και μην ντραπείς, όταν ανοίξουν τα φώτα της πλατείας, να σκουπίσεις εκείνη την μικρή σταγόνα που έτρεξε στο μάγουλο, δεν θα είσαι ο μόνος. Μαζί θα αισθανθείς και μια βαθιά ανακούφιση καθώς, έστω και για λίγο σε αυτά τα μόλις 65 λεπτά πτήσης, παίρνεις βαθιές ανάσες οξυγόνου -όχι γιατί ξεχνάς τι γίνεται έξω από την πόρτα, αλλά γιατί θυμάσαι τι θα μπορούσε να μην γίνεται.

«Το Μπλουζ του Μικρού Πρίγκηπα» του Γιάννη Αγγελάκα και της Θεοδώρας Καπράλου, έργο εμπνευσμένο από και βασισμένο στο πολυαγαπημένο βιβλίο του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ που όλοι έχουμε διαβάσει -πιτσιρίκια, έφηβοι ή γονείς με τα παιδιά μας-, τυλίγει τις καρδιές μας με έναν ιστό αγάπης από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή της ιστορίας του. Επειδή «μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια», όπως λέει η Αλεπού στον Μικρό Πρίγκηπα. Στον χορό και τα παιχνιδίσματα του φωτός, των σκιών, του σκοταδιού, των χρωμάτων, του νέον, των δυνατών ήχων, των σιωπών, των εξαιρετικών μουσικών, των σπασμένων βαλς, των ηλεκτρικών μπλουζ και των μελωδικών θορύβων που σε περιβάλλουν, οι αισθήσεις ξεχύνονται ελεύθερες, γίνονται συμμέτοχοι. Καθώς τα λόγια που στέλνουν ο Μικρός Πρίγκηπας, ο Πιλότος, το Λουλούδι, μπαίνουν στην ψυχή, σε ταξιδεύουν σε άλλους ουρανούς, σε ξυπνάνε, σε κάνουν να φαντάζεσαι ότι κοιτάς από ψηλά μια γη αλλιώτικη, χωρίς τα μαύρα σύννεφα, σου στέλνουν ερωτήσεις που, ίσως ναι ή ίσως όχι, μπορείς να απαντήσεις, σου θυμίζουν τα όνειρά σου γιατί «ό,τι ονειρεύεσαι υπάρχει», ανασταίνουν το παιδί, που ίσως ναι -ή ίσως όχι;- κρύβεις μέσα σου.

@Pinelopi_Gerasimou

Τον Γιάννη είχα να τον δω πολύ καιρό. Δεν θυμάμαι αν ήταν στην Θεσσαλονίκη ή στην Αθήνα. Και βρεθήκαμε για μια κουβέντα με αφορμή τον ωραίο μικρό μας Πρίγκηπα, στη γειτονιά των Πετραλώνων. Ένα βράδυ με γλυκό αεράκι να μπαίνει μέσα από την κουρτίνα και ζεστό τσάι στο τραπέζι. Είναι ωραίο να συναντάς, στη διάρκεια των χρόνων που φεύγουν τρέχοντας και δεν ξαναγυρνάνε, ανθρώπους αγαπημένους -και να νιώθεις λες και δεν πέρασε μια μέρα από εκείνη που είπατε το πρώτο γεια, στα 20 και κάτι. Σαν χθες, δηλαδή. Γιατί, όπως είπαμε, εμείς μένουμε πάντα παιδιά.

«Όταν πατήσεις στη γη έχεις πια μεγαλώσει» είναι ο υπότιτλος του έργου -δικό σου είναι αυτό;

Όχι, είναι της Θεοδώρας (Καπράλου). Δεν είναι από το βιβλίο. Κάναμε μαζί το κείμενο, την διασκευή. Γνωριστήκαμε στην «Νέκυια» και με κάποιο τρόπο με μύησε στην θεατρική γραφή. Με τις οδηγίες της προχωρούσα και έγραφα. Γιατί, εντάξει, ωραία, έχεις μια διάθεση να γράψεις, αλλά όταν φτιάχνεις κάτι το οποίο θα καταλήξει σε αφήγηση, είναι αλλιώς τα πράγματα. Η Θεοδώρα είναι για μένα μια σπουδαία δραματουργός.

Εσύ πώς νοιώθεις λοιπόν, για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα: πατάς στη Γη κι έχεις πια μεγαλώσει;

Τι να σου πω τώρα; Πατάω στη γη αλλά δεν έχω μεγαλώσει. Κι ούτε το θέλω. Και πατάω και σε δύσκολη γη δηλαδή, γιατί η ελληνική γη είναι δύσκολη.

Γιατί το λες αυτό;

Δεν μιλάω για το χώμα. Μιλάω για την ατμόσφαιρα στην χώρα, στο πώς είναι. Ήταν πάντα μια δύσκολη χώρα. Πότε ήταν εύκολα τα χρόνια -όταν ξεκινάγαμε με τις Τρύπες; Όταν τα καταφέραμε με τις Τρύπες, που τρώγαμε πάλι τον πόλεμο και τις πέτρες; Πάντα υπήρχε ένα σκοτάδι που δεν φεύγει. Είναι εδραιωμένο σε αυτή τη χώρα. Έτσι και αλλιώς η κοινωνία είναι μια κοινωνία νεοφοβική, φοβάται να δοκιμαστεί, να αλλάξει… Προτιμάει την παλιά σαπίλα από το να ονειρευτεί ένα “κάτι άλλο”, κάτι καλύτερο.

Και προς τα πού πάμε, πώς βλέπεις τα πράγματα;

Κοίταξε, το “προς τα πού πάμε”… έχει να κάνει και με το mainstream -δηλαδή το κυρίως ρεύμα των νεοελλήνων προς τα πού πάει. Kαι μάλλον φαίνεται να γοητεύεται να ψηφίζει απατεώνες γιατί κάτι βαθύτερο το συγκινεί σε αυτό. Πολλοί θα θέλανε να είναι απατεώνες. Όχι όλοι… αλλά τέλος πάντων, οι ψηφοφόροι της εξουσίας. Δεν ξέρω πού πάει. Άμα συνεχίσει έτσι, σίγουρα δεν πάει… Πάντα έτσι γινόταν, απλά τώρα έχει παραγίνει. Δεν έχουμε πολιτικούς εμείς. Οι δικοί μας είναι χαρτογιακάδες, ραγιάδες.

Είναι ένας φίλος μου στην Κρήτη, ο Μανώλης. Ο παππούς του λοιπόν κάποτε του είχε πει, «λένε παιδί μου, λένε Μανώλη μου, ότι οι λαοί έχουν τους αρχηγούς, τους πολιτικούς που τους αξίζουν». Είναι γνωστή ρήση. Αλλά αυτός μετά την διόρθωσε και είπε «εμάς εδώ στην Ελλάδα μας αξίζουν χειρότεροι»! Γιατί εντάξει, μη λέμε μόνο για την πολιτική και τους πολιτικούς. Να λέμε και για το ποιοι το στηρίζουν όλο αυτό. Εμείς δηλαδή!

@Pinelopi_Gerasimou

Αλλά κι όσα γίνονται γενικώς στον κόσμο τώρα, είναι τα χειρότερα… Ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο του έργου «Το Μπλουζ του Μικρού Πρίγκηπα», είναι πόσο αντιπολεμικό είναι… Πάνω απ’ όλα έτσι το ένιωσα…

Ναι. Αυτό ήταν και ένα καινούργιο πράγμα που βάλαμε στο έργο, γιατί στο βιβλίο υποβόσκει αλλά δεν είναι τόσο ξεκάθαρο. Μας το υπέβαλαν, όταν κάναμε την πρώτη δραματουργική επεξεργασία, τότε που ψάχναμε πώς θα πούμε την ιστορία, ο Αντώνης ο Τσιοτσιόπουλος και ο Γιώργος ο Γούσης. Μάλιστα είδαμε ένα ντοκιμαντέρ που μας το είχε προτείνει ο Τσιοτσιόπουλος με τη ζωή του Εξυπερύ και είδαμε εκεί ότι ο Εξυπερύ το έγραψε μέσα στον πόλεμο και δεν πρόλαβε να το δει να τυπώνεται. Τον καλέσανε και πήγε με το αεροπλάνο του σε στρατιωτικές επιχειρήσεις και σκοτώθηκε εκεί, χάθηκε με το αεροπλάνο… Οπότε αυτό μας έδωσε μια φόρα να μιλήσουμε πιο ανοιχτά… Τώρα βέβαια υπήρξε και μια συγκυρία περίεργη: δουλεύαμε όλο αυτό το θέμα με τον πόλεμο στο έργο, από πέρσι. Και όταν ήρθε η ώρα να το παρουσιάσουμε, συνέβαινε ήδη όλη αυτή η ανοησία που ζούμε σήμερα, αυτή η φρίκη και ανοησία με τον Τραμπ και το Ιράν και όλα αυτά… θεέ και κύριε… δηλαδή… ήταν…

Το γράφεις. Λέει στο κείμενο: «ο πόλεμος αυτό το τόσο ανόητο παιχνίδι που χαίρονται να παίζουν τα θλιβερά όντα». Δεν είναι από το βιβλίο αυτό…

Όχι δεν είναι από το βιβλίο…

Όλα όσα παρανοϊκά γίνονται σήμερα, τα περίμενες;

Ναι!

Ο τύπος πρέπει να έχει τρελαθεί τελείως…

Όταν είδα ότι ο Τραμπ διεκδικούσε τη δεύτερη θητεία κάνοντας τον ειρηνοποιό, είχα σκεφτεί κατευθείαν ότι αυτός μπορεί να μας πάει και σε παγκόσμιο πόλεμο… Γιατί συνήθως ό,τι διακηρύσσουν, κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή, αν θέλεις να καταλάβεις τι θα κάνει ένας πολιτικός, άκου τι λέει και σκέψου ότι θα κάνει ακριβώς το αντίθετο!

Και πού μας οδηγούν; «Ο κόσμος ραγίζει για δύο λεπτά ή για πάντα;» ακούμε στην παράσταση…

Δεν υπάρχουν απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις, αυτά είναι τα αιώνια ερωτήματα -γιατί ο κόσμος μάλλον ραγίζει για πάντα… έτσι κι αλλιώς… Και τώρα -ειδικά αυτές τις εποχές, από την οικονομική κρίση και μετά, με την αλλαγή της πολιτικής. Φύγαμε θέλω να πω από τους παλιού στυλ πολιτικούς κι έχουμε πάει σε επιχειρηματική και ουσιαστικά μαφιόζικη πολιτική. Παγκόσμια. Και στην Ελλάδα ακόμα περισσότερο, γιατί το προτεκτοράτο μας πάντα πρωτοστατούσε στην ανοησία. Αλλά τη ζούμε και στην παγκόσμια κατάσταση πια, οπότε…

Τι σε ενέπνευσε να κάνεις τον «Μικρό Πρίγκιπα», αλλά και την επίσης υπέροχη περσινή «Νέκυια»; Ποιες ήταν οι αφορμές που σε έφεραν κοντά στα συγκεκριμένα έργα, τα επέλεξες και βασίστηκες σε αυτά για να δώσεις τις δικές σου σκέψεις;

Κοίταξε, η «Νέκυια», το είχα πει και παλιά, ήταν μια ιδέα της Όλιας (Λαζαρίδου). Η Όλια με μύησε στον Όμηρο με κάποιο τρόπο, πριν από δέκα… δεκαπέντε χρόνια. Δεν είχα διαβάσει ως τότε. Οπότε διαβάζω τις μεταφράσεις του Δημήτρη Μαρωνίτη -και τα διάβασα σερί και την Οδύσσεια και την Ιλιάδα, όλα…- και παθαίνω την πλάκα μου. Λέω, «τι γίνεται, τι λογοτεχνία είναι αυτό!» Ξέρεις, πιτσιρίκια στο σχολείο μόνο για Όμηρο δεν θέλαμε να ακούμε. Έτσι όπως μας τον μαθαίνανε και μας τον φέρνανε. Και η Όλια μου πρότεινε: «Α! σου άρεσε; ΟΚ, σκέψου… θες να κάνουμε την «Νέκυια»; Να την κάνεις με μουσική και αφήγηση;» Την πρώτη ιδέα λοιπόν μου την υπέβαλε η Όλια. Γοητεύτηκα, ήμουν ήδη γοητευμένος από τον Όμηρο. Και ξεκίνησα. Μετά το έβαλα στο συρτάρι. Και ύστερα από δέκα χρόνια που είχα κάνει κάποια προσχέδια και το συζητούσαμε, η Όλια είχε φτάσει στο τέλος και έλεγε πια «καλά δεν πρόκειται να το κάνουμε ποτέ»… κάπως τότε, ο Παύλος (Παυλίδης) που είχε συνεργαστεί με τη Στέγη, μου λέει «Δεν πας να γνωρίσεις την Αφροδίτη Παναγιωτάκου;». Και πήγα. Βρήκα μια καλή ατμόσφαιρα, μπορούσα να κάνω ό,τι θέλω, ήμουν ελεύθερος, δέχθηκα. Και έτσι έγινε η «Νέκυια». Όταν τελείωσε, είχα γοητευτεί πια. Άρχισε να μου αρέσει αυτή η διαδικασία του… μουσικού… πώς να το πω; Δεν ξέρω καν τι είναι. Βασικά να δημιουργείς μια εμπειρία, να μην είναι ακριβώς μουσική, να είναι ο λόγος κυρίαρχος, αλλά να έχει συνέχεια μουσική. Και με το surround και με τους φωτισμούς, να υποβάλεις και τον εαυτό σου και τον κόσμο σε μια διαδικασία πάνω στο κείμενο. Να γίνει τελετουργία, εμπειρία, να μην είναι απλώς διαβάζουμε το κείμενο.

Ναι, γιατί ούτε θέατρο μπορείς να το χαρακτηρίσεις αυτό που βλέπουμε…

Όχι, δεν είναι. Αρκετοί δεν ξέρουν πώς να το χαρακτηρίσουν. Ξέρεις… αναλόγιο άκουγα, εγώ δεν είχα ιδέα. Τέλος πάντων, πήγε ωραία η «Νέκυια», οπότε με το που είχε τελειώσει κιόλας, σκεφτόμουν, αν ποτέ μου ζητηθεί να κάνω κάτι άλλο, θα κάνω τον «Μικρό Πρίγκιπα». Αυτή ήταν η δεύτερή μου ιδέα… Γιατί ήταν ένα βιβλίο που είχα μια σχέση. Όχι από μικρός, το διάβασα στην εφηβεία και το ξαναδιάβασα και σε πιο ώριμη ηλικία και έλεγα «τι, παιδικό βιβλίο είναι αυτό μόνο; Μιλάει τόσο βαθιά και τόσο συμβολικά και τόσο απλά». Αυτά με γοητεύουν άλλωστε. Οπότε είχα ένα συναισθηματικό πάρε-δώσε με το βιβλίο όλα αυτά τα χρόνια. Και κάποια στιγμή ήρθαν οι άνθρωποι της Στέγης και μου λένε «θα κάνουμε κάτι άλλο;» Τους λέω ναι, τον «Πρίγκιπα». «Μα ένα παιδικό παραμύθι;», μου είπαν. Δεν το έπιασαν κατευθείαν, έπρεπε να το σκεφτούν λίγο. Τελικά με εμπιστευτήκανε για άλλη μια φορά -και ορμήσαμε.

Και επέλεξες τη μετάφραση του Στρατή Τσίρκα. Είναι το βιβλίο που είχες στα ράφια σου από παλιά;

Ναι, ναι, ναι, εννοείται. Έχει βγει σε διάφορες μεταφράσεις, άλλες ωραίες μεταφράσεις, αλλά του Τσίρκα μου πήγαινε -πιο λαϊκή, πιο δυνατή.

Το είχες διαβάσει και στις άλλες μεταφράσεις;

Βέβαια το έχω διαβάσει και σε άλλες. Το είχα διαβάσει και παλιά. Γιατί έπαιρνα ένα βιβλίο, το έχανα, το χάριζα, ξανάπαιρνα άλλο, το έπαιρνα σε άλλη μετάφραση. Στο τέλος βρέθηκε του Τσίρκα. Στη μετάφρασή του βασιστήκαμε για να δώσουμε αυτό που βλέπεις. Εκείνη μας ενέπνευσε, σε εκείνη στηριχθήκαμε για να κάνουμε τη διασκευή.

Οι εξαιρετικοί μουσικοί στη σκηνή. Από αριστερά, πάνω: Κωνσταντίνος Ζάμπος (κρουστά, synths) Coti K. (παραγωγή ήχου, μπάσο & ηλεκτρονικά). Κάτω: Νίκος Γιούσεφ (μουσικό πριόνι), Περικλής Τσουκαλάς («Μέδουσα»-custom ηλεκτρικό, βαρύτονο έγχορδο, ηλεκτρική κιθάρα) @Pinelopi_Gerasimou

Και φτιάξατε την παράσταση με παλιούς φίλους συνεργάτες –Coti K., Νίκο Γιούσεφ… και με νέους βέβαια, καθώς εδώ φτιάχτηκε κάτι διαφορετικό. Η φιλία για σένα όμως παίζει πάντα πολύ μεγάλο ρόλο στη ζωή σου, πολύ σημαντικό, έτσι δεν είναι;

Ε ναι, πάντα με τους συνεργάτες μου ήθελα να έχω μια σχέση πέρα από τη συνεργασία. Αυτό συνέβαινε πάντα. Και με τις Τρύπες, στα μεγαλεία μας, ήμασταν όλοι κολλητοί, αδέρφια. Εντάξει, κάποια στιγμή χαλάνε οι σχέσεις, αλλάζουν τα πράγματα, κάνεις καινούριους φίλους. Ας πούμε δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι το πριόνι μπορεί να είναι ένα πολύ ενδιαφέρον μουσικό όργανο. Όταν γνώρισα τον Γιούσεφ, τον γνώρισα ως φίλο. Βέβαια μετά γοητεύτηκα από τον τρόπο που έπαιζε, αλλά κυρίως εμπιστεύτηκα να συνεργαστώ με έναν άνθρωπο που τον ήξερα και είχαμε ένα εσωτερικό πάρε-δώσε μεγαλύτερο, φιλικό.

Ο Γιούσεφ ήταν και στην «Νέκυια»…

Ναι. Και ο Coti ήταν στην «Νέκυια», αλλά δεν ήταν στη σκηνή.

Ήταν και ο Νίκος Βελιώτης.

Αυτοί είναι αιώνιοι φίλοι, ναι… Όπως και ο Γιώργος Χριστιανάκης, αδερφός…

Με τον Γιώργο Γούση, που κάνει την σκηνοθετική επιμέλεια, πώς προέκυψε η συνεργασία; Τον ήξερες από τις ταινίες του ή από τα κόμικ;

Μας τον πρότεινε η Θεοδώρα. Είχα δει μόνο την ταινία του, τα «Μαγνητικά Πεδία» και μου άρεσε πολύ. Τα υπόλοιπα εκ των υστέρων τα έμαθα. Μου λέει η Θεοδώρα, «νομίζω ότι ως φυσιογνωμίες και ως προσωπικότητες μπορείτε να τα βρείτε». Γνωριστήκαμε, όντως τα βρήκαμε και προχωρήσαμε.

Νάντια Μπαϊμπά (πάνω), Νικόλας Παπούλιας (κάτω) @Pinelopi_Gerasimou

Είναι επίσης πολύ ωραία και τα τρία νέα παιδιά που είναι στη σκηνή. Πώς τους επιλέξατε; Έγινε οντισιόν;

Την Ειρήνη Μπούνταλη την επέλεξα γιατί ήταν βοηθός σκηνοθέτη στην «Νέκυια» και είχα δει ότι θα μπορούσαμε να ταιριάξουμε ωραία. Την Νάντια Μπαϊμπά την πρότεινε, αν θυμάμαι καλά, ο Γιώργος Γούσης. Πήγαμε και την είδαμε σε μια παράσταση της Αλεξάνδρας Καζάζου και μας άρεσε… Οπότε κάναμε μια οντισιόν με την Ειρήνη και την Νάντια -πριν το καλοκαίρι. Τις έβαλα, τραγουδήσανε, μιλήσανε, ήταν πολύ ωραία. Και κλείσαμε. Μετά μας έμενε να βρούμε ένα αγόρι. Έγινε οντισιόν, αλλά όλοι είχαμε συμφωνήσει από την πρώτη στιγμή ότι ο Νικόλας Παπούλιας είναι εκείνος που μας ταιριάζει. Είναι ωραία παιδιά, νέα παιδιά. Όπως και στα φώτα η Ελίζα (Αλεξανδροπούλου). Ήταν και στα φώτα της «Νέκυιας». Και είπα να την ρωτήσουμε κι εδώ αν είχε χρόνο να συνεργαστούμε. Ευτυχώς είχε!

Τα τελευταία χρόνια διάφορα σπουδαία πράγματα που γίνονται στην τέχνη στην Ελλάδα, βγαίνουν μέσα από ιδρύματα όπως η Στέγη, το Νιάρχου… Φαίνεται σαν να μην υπάρχει άλλη διέξοδος για τους καλλιτέχνες πια, στις δύσκολες καταστάσεις που ζούμε, για να μπορέσουν να αναδείξουν το έργο τους…

Ούτε η «Νέκυια», ούτε «Το Μπλουζ του Μικρού Πρίγκιπα» θα είχαν ποτέ συμβεί αν δεν είχα πλησιάσει την Στέγη. Η «Νέκυια» περίμενε δέκα χρόνια στο συρτάρι μου και πίστευα πως δεν θα βρεθεί ποτέ χρηματοδότης για μια τόσο ακριβή παραγωγή αμφιβόλου εμπορικότητας. Η Στέγη μου πρόσφερε τα υλικά και την ελευθερία να πραγματοποιήσω αυτά τα δύο τρελά δημιουργικά μου όνειρα και τα χάρηκα και εγώ και αρκετός κόσμος. 

Αν είχαμε μια σοβαρή χώρα, με ένα σοβαρό Υπουργείο Πολιτισμού και με σοβαρούς φορείς… τέλος πάντων, αν ζούσαμε σε ένα παραμύθι που δεν ζούμε, μπορεί να γίνονταν και αλλιώς τα πράγματα. Είναι όμορφο, καλότυχο και ευλογημένο για ανθρώπους με δημιουργικά οράματα να περνούν από αυτή τη ζωή, και κυρίως από αυτή τη χώρα, χωρίς απωθημένα.   

@Pinelopi_Gerasimou

Ποιες ήταν οι πιο μεγάλες δυσκολίες και προκλήσεις που αντιμετώπισες, αλλά και οι πιο μεγάλες χαρές που ένιωσες στον «Μικρό Πρίγκιπα»;

Οι δυσκολίες ήταν ότι, επειδή είμαι άπειρος, κάποια πράγματα χρειάστηκε να κάνουμε μερικές παραστάσεις για να τα διορθώσουμε. Οι μεγάλες χαρές είναι να βλέπεις το έργο να διορθώνεται, να βρίσκει το δρόμο του και να εκπέμπει.

Αν αποτύγχανε τι θα έλεγες; Θα προχωρούσες σε ένα άλλο παρακάτω;

Δεν ξέρω. Μπορεί αν αποτύχαινε να μην ξανασκεφτόμουν να ασχοληθώ με ένα τέτοιο είδος, γιατί δεν το είχα, δεν τα κατάφερα. Αλλά κάτι θα ρίσκαρα κάπου αλλού.

Τολμάς και πειραματίζεσαι και κάνεις πράγματα που θα μπορούσες και να μην τα κάνεις ίσως, γιατί έτσι κι αλλιώς είσαι αυτός που είσαι, σε αγαπάνε όλοι…

Δεν με ενδιαφέρει αυτό. Δεν έχω να αποδείξω τίποτα, μόνο να δέχομαι καινούργιες προκλήσεις από τον εαυτό μου ή από το περιβάλλον μου και να δοκιμάζομαι. Θα μπορούσε είτε η «Νέκυια» είτε ο «Πρίγκιπας» να καταβαραθρωθούν. Είναι πολύ δύσκολο όλο αυτό. Ισορροπείς σε μία κλωστούλα και από κάτω είναι το χάος… και ήμουν και άπειρος. Αλλά… ήταν η ιδέα ρε παιδί μου. Ότι το μυαλό μου το είχε σκεφτεί και ήθελε να το δει να γίνεται. Βέβαια αυτό έχει συμβεί και παλιότερα. Σκέψου ότι μετά τις Τρύπες πειραματίστηκα με τον Βελιώτη, με τους Επισκέπτες.

Γιάννης Αγγελάκας, Ειρήνη Μπούνταλη @Pinelopi_Gerasimou

Τι νομίζεις ότι παίρνει το κοινό σήμερα και ειδικά το νεανικό κοινό, από «Το Μπλουζ του Μικρού Πρίγκηπα»; Τι του δίνεις, τι σου δίνει;

Αυτό που θα πω το ένιωσα και με την «Νέκυια» και τώρα. Είναι πολύ ωραίο που μετά την παράσταση κατεβαίνεις, μιλάς με τον κόσμο, υπογράφεις βιβλία. Με το να υπογράφεις βιβλία δίνεις χαρά, ΟΚ, αλλά συζητάς συγχρόνως κιόλας, κατάλαβες; Ακούς. Ακούς τον κόσμο πώς το ένιωσε, βλέπεις αυτούς που συγκινηθήκανε. Νιώθεις ότι έπιασε τόπο τόσος κόπος και τόσο ρίσκο.

Και δεν είναι μόνο τα νέα παιδιά… Είναι τα νέα παιδιά και οι μεγάλοι… Έχω ακούσει γενικά λόγια από πιτσιρικάδες μέχρι ογδοντάρηδες. Έχει πλάκα, είναι μεγάλη η γκάμα… Είναι ωραίο να ανοίγεις ένα ρεύμα από την καρδιά σου προς την καρδιά του κόσμου. Να ανοίγεσαι και εσύ προς τον εαυτό σου και προς τα έξω. Και να δοκιμάζεις καινούργιους τρόπους να επικοινωνήσεις ή να μεταφέρεις ένα έντονο συναίσθημα ή μια σκέψη καινούργια…

Σε ρωτάω ειδικά για τα νέα παιδιά γιατί αν και είναι κολλημένα στα κινητά και, το κυριότερο, δεν διαβάζουν βιβλία, αρκετά από αυτά ασχολούνται με το παρελθόν -ας πούμε έρχονται να δουν εσένα και είμαι σίγουρη ότι έχουν ακούσει και Τρύπες. Ή και Παύλο Σιδηρόπουλο (σ.σ. το έργο αποτίνει φόρο τιμής στον καλλιτέχνη και στον εμβληματικό του δίσκο, «Τα Μπλουζ του Πρίγκηπα»).

Αναγκαστικά αυτά τα παιδιά, μέσα σε αυτόν τον αδιέξοδο πολιτισμό, τον υποπολιτισμό που έχει επιβληθεί, με τα site και γενικά με το internet, δεν διαβάζουν. Είναι συνέχεια στις οθόνες μπροστά. Αυτή η γενιά κάποια στιγμή θα φτάσει σε αδιέξοδο. Ήδη διαισθάνομαι ότι αρχίζουν και σκέφτονται «υπάρχει κάτι περισσότερο από αυτό που έχουμε μάθει από παιδάκια;» Έχουν δίκιο. Έτσι μεγαλώσανε, μπροστά σε μια οθόνη. Οπότε, όταν βλέπω κάποιες φατσούλες με ματάκια να καίνε και να λένε «θα το διαβάσουμε αυτό το βιβλίο» ή να συγκινούνται από μια παράσταση, νιώθω ότι κάτι δουλεύει, κάτι γίνεται. Νομίζω ότι ήδη υπάρχει μια φόρα από τα πιο νέα παιδιά ίσως, να σπάσουν κάποια στιγμή αυτήν την ψηφιακή κλεισούρα και να βγουν λίγο προς τα έξω… να δουν, να ψάξουν το βίωμα, όχι το ποστάρισμα.

Εσύ διαβάζεις ακόμα;

Διαβάζω. Αλλά και εγώ τρώω ώρες στο YouTube…

Ο χρόνος τι ρόλο παίζει τώρα πια σε σένα, πώς τον σκέφτεσαι; Δεν θες να σταματήσεις όσα κάνεις κι ας τρέχεις τόσα χρόνια. Γιατί αν ήθελες, θα σταμάταγες.

Όχι, δεν θέλω να σταματήσω και μάλλον όσο θα στέκομαι στα πόδια μου -και εύχομαι να στέκομαι μέχρι την τελευταία ανάσα-, κάτι θα κάνω. Θα μπορούσα, ναι, να σταματήσω και να μην κάνω τίποτα, αλλά το σώμα μου, το μυαλό μου, θέλουν δράση. Τώρα πια είμαι σε μια φάση που το πρόγραμμά μου είναι για την επόμενη βδομάδα ή δημιουργικά αν θέλεις για τους επόμενους μήνες, για κάτι καινούριο που θα ήθελα να κάνω.

Σκέφτεσαι ήδη κάτι καινούριο;

Ναι…

Πάλι μια παράσταση;

Σκέφτομαι και για παράσταση, αλλά όχι στο άμεσο μέλλον. Στο άμεσο μέλλον σκέφτομαι να κάνω μια μπάντα. Να ξαναβγούμε να παίξουμε κάπως. Τον χειμώνα.

Σου έχει λείψει η μπάντα;

Μου έχει λείψει η δημιουργία τραγουδιών, το να βρίσκομαι με μουσικούς, να επικοινωνώ. Έχω βρει τώρα μια καινούρια παρέα και νιώθω ωραία και, πώς να το πω… εξιταρισμένος. Περιμένω να τελειώσει ο Πρίγκιπας για να μπω στη διαδικασία προβών, δημιουργίας τραγουδιών. Ή και τα παλιά ακόμη να τα παίξουμε αλλιώς… Ψάχνω. Θα φανεί. Σίγουρα θέλω να παίξουμε με καινούριο τρόπο. Και τα παλιά και τα νέα -να ενορχηστρωθούν με καινούριο τρόπο.

Για πες μου λοιπόν τώρα, από όλα αυτά που έχεις κάνει: τις Τρύπες, τις συνεργασίες με τον Γιώργο Καρρά, τον Γιώργο Χριστιανάκη, τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, τους Επισκέπτες, τον Νίκο Βελιώτη & τους Λύκους –την πρώτη, θεωρώ, μεγάλη στροφή προς το “πείραμα”. Τον Νίκο Νικολαΐδη που σε έχρισε πρωταγωνιστή στην ταινία «Ο Χαμένος Τα Παίρνει όλα» -επίσης άλλη μεγάλη στροφή. Σάουντρακ, μουσική για την ταινία «Ψυχή Βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη. Ποίηση, βιβλία, σκίτσα -γιατί ζωγραφίζεις κιόλας. Οδύσσεια και Μικρό Πρίγκιπα τώρα. Από όλα αυτά λοιπόν που έχεις κάνει, τι σου μένει πιο πολύ μέσα σου και το κρατάς πολύ γερά γιατί σε οδήγησε κάπου αλλού εσένα τον ίδιο;

Κοίταξε, αυτό είναι μία ορμή που νιώθω, μία δημιουργική ένταση που πάντα φροντίζω κάπου να την διοχετεύσω, κάπου να βγει, να κάνω καινούργια πράγματα. Έχει πάντα γοητεία -είτε είναι ένα βιβλίο, είτε ένα καινούργιο τραγούδι, είτε μία καινούργια συνεργασία, είτε ένα σάουντρακ είτε μια παράσταση. Όλα αυτά είναι προκλήσεις με τον εαυτό μου πρώτα απ’ όλα. Μία πάλη να τον ξεπεράσω κάθε στιγμή. Εκείνο που μένει πάντα, αυτό που θεωρώ ότι είναι η πιο γοητευτική εποχή, είναι όταν τα ετοιμάζω – πριν βγουν προς τα έξω, όταν βρίσκομαι σε εκείνη την υπερένταση του να δημιουργήσω κάτι καινούργιο. Με φορτίζει πάρα πολύ αυτή η διαδικασία. Νιώθω δεμένος με την τρέλα του να φτιάχνεις καινούργια πράγματα, νιώθω δεμένος με τις καινούργιες προκλήσεις.

Άρα όλα αυτά που έκανες, τα αγάπησες πολύ.

Ναι, εννοείται. Αλλιώς δεν θα τα έκανα.

Και με τον εαυτό σου πώς τα πας, πώς είστε μεταξύ σας;

Δεν ασχολούμαι με τον εαυτό μου. Καλά είμαι. Τη χαρά θέλω από αυτά που κάνω. Αυτή τη χαρά της δοκιμασίας, της προετοιμασίας, του ταξιδιού σε έναν καινούργιο κόσμο έκφρασης. Νιώθω πιο πολύ σαν παιδάκι που κάποια μέρα θα φύγει ευχαριστημένο και κουρασμένο από το παιχνίδι, αλλά ευχαριστημένο. Είμαι καλά. Είμαι γεμάτος. Ονειρεύομαι τη ζωή μου κάπως. Μπορεί να έχει εντάσεις, να έχει δύσκολες στιγμές, να έχει απογοητεύσεις, να έχει ενθουσιασμούς… Καλή γραμμή είναι, ένας δρόμος, τον περπατάω. Η ψυχή μου είναι όπου υπάρχουν άνθρωποι που αγαπάω. Κι όπου υπάρχουν επίσης συνεργάτες που αγαπάω να φτιάχνουμε πράγματα… Δηλαδή τώρα είμαι τέσσερεις μήνες στην Αθήνα, δεν μου έχει λείψει ούτε η Κρήτη ούτε η Θεσσαλονίκη ούτε τίποτα. Είμαι εδώ, είμαι στον Πρίγκηπα, στη δημιουργία της παράστασης…

Έγραφες από μικρός; Και διάβαζες πολύ;

Διάβαζα πολύ, πειραματιζόμουν πολύ και με τη ζωή μου. Πέρασα και πολύ δύσκολες μέρες. Αλλά παρόλα αυτά ήταν πολύ όμορφες μέρες. Από 15 χρονών κάτι έγραφα. Μου αρέσει το γράψιμο. Μου αρέσει ο γραπτός λόγος πιο πολύ από τον προφορικό. Η κουβέντα πάντα ξεφεύγει, λίγο από εδώ λίγο από εκεί, καμιά φορά μπορεί να πάει αλλού. Στον γραπτό λόγο λες τα πράγματα ακριβώς όπως τα σκέφτεσαι και πιο οργανωμένα. Βέβαια, πρέπει να γράψουμε πολλές βλακείες για να πούμε και κάτι σωστό. Και χρειαζόμαστε χρόνο. Σε αυτό με βοήθησε η Κρήτη και η Επανομή, κλείνω κάποια στιγμή τα κανάλια επικοινωνίας με τον έξω κόσμο και πάω κάθομαι κάπου και γράφω.

Τότε, μικρός, σκεφτόσουν ποτέ τι θα γίνει στο μέλλον; Τα περίμενες όλα αυτά;

Θυμάμαι όταν ξεκινήσαμε με τις Τρύπες -μπορεί να είχαμε κάνει και τον πρώτο δίσκο, πριν γίνει βέβαια πασίγνωστο το γκρουπ-, μιλούσα με φίλους στα μπαρ που βγαίναμε και τους έλεγα «εμείς αυτό που κάνουμε θα μιλήσει σε πολύ κόσμο». Είχα μια τέτοια αίσθηση… Πίστευα ότι αξίζει.

Γιατί βασικά μίλαγες νομίζω στην καρδιά του κόσμου…

Φυσικά και ήθελα να μιλήσω στην καρδιά του κόσμου από την άποψη ότι μιλούσα στην καρδιά μου. Και στην καρδιά μας είναι και η καρδιά του κόσμου. Έτσι κι αλλιώς. Αλλά σου λέω από τις πολύ δύσκολες εποχές, πάνω σε πείνες και τέτοιες φάσεις, μιλάγαμε με φίλους για το «τι θα κάνεις στη ζωή σου;» κι έλεγα «αυτό που κάνουμε αφορά κόσμο, θα ζήσουμε από αυτό».

Δηλαδή πάντα αυτό ονειρευόσουν να κάνεις, έτσι;

Δεν μπορούσα, δεν είχα άλλη επιλογή. Σκεφτόμουν ή θα ζήσω έτσι ή θα βρεθώ στη νότια Κρήτη, εργάτης γης. Δεν ήθελα ούτε οικογένεια… δεν μπορούσα να σκεφθώ τον εαυτό μου να μικροαστικοποιείται… θα πήγαινα στο τρελάδικο δηλαδή. Είχα αυτή τη φόρα. Δεν έκανα παιδιά, αλλά  αγαπώ όλα τα παιδιά του κόσμου. Και να σου πω και αυτό: μου έχουν στείλει, μπορεί και εκατοντάδες, βίντεο με παιδάκια να χορεύουν είτε Τρύπες, είτε «Σιγά μην κλάψω» είτε «Αιρετικό» είτε Επισκέπτες –έχει πολύ πλάκα. Αλλά το βίντεο που δεν ξεχνάω είναι εκείνο με ένα τρίχρονο που γρατζουνάει μια κιθάρα, δεν παίζει, απλά τη γρατζουνάει και μουρμουράει συνέχεια μόνο του «Μας περιμένουν άδειες μέρες ραγισμένοι ουρανοί»… Είχε κολλήσει σε αυτή τη φράση, δεν έλεγε άλλους στίχους (σ.σ. τραγούδι «Γιορτή» / Τρύπες –Στίχοι: Γιάννης Αγγελάκας). Είχα συγκλονιστεί! Έβλεπες ένα παιδάκι τριών χρονών να τραγουδάει λες τη μοίρα του, να προφητεύει… 

ΤΟ ΜΠΛΟΥΖ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

Όταν πατήσεις στη γη, έχεις πια μεγαλώσει

Γιάννης Αγγελάκας

Σκηνοθετική επιμέλεια: Γιώργος Γούσης

Βασισμένο στο βιβλίο του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ «Ο Μικρός Πρίγκηπας» (1943), σε μετάφραση Στρατή Τσίρκα

Στέγη Ιδρύματος Ωνάση (Συγγρού 107) | Κεντρική Σκηνή

Έως 26 Απριλίου | Πέμπτη – Σάββατο 20:30, Κυριακή 14:00 | Διάρκεια: 65 λεπτά

 

Συντελεστές

Σύλληψη, Μουσική Σύνθεση, Καλλιτεχνική Επιμέλεια: Γιάννης Αγγελάκας | Σκηνοθετική Επιμέλεια: Γιώργος Γούσης | Ελεύθερη Διασκευή & Πρωτότυποι Στίχοι: Γιάννης Αγγελάκας, Θεοδώρα Καπράλου

Αφήγηση & Τραγούδι: Γιάννης Αγγελάκας, Νάντια Μπαϊμπά, Ειρήνη Μπούνταλη, Νικόλας Παπούλιας

Ενορχήστρωση: Γιάννης Αγγελάκας, Coti K. | Δραματουργική Επεξεργασία: Γιώργος Γούσης, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος | Σκηνικά: Λουκάς Μπάκας | Φωτιστικός Σχεδιασμός: Ελίζα Αλεξανδροπούλου | Animation Direction: Αριστοτέλης Μαραγκός | Επιμέλεια Κίνησης: Αλεξάνδρα Καζάζου | Ενδυματολογική Επιμέλεια: Κατερίνα Ζούρα | Διεύθυνση Παραγωγής: Κάσση Καφέτση | Βοηθός Σκηνοθέτη: Αρσένης Πολυμενόπουλος | Συνεργάτες Σκηνογράφοι: Φιλάνθη Μπουγάτσου, Βαγγέλης Ξενοδοχίδης | Hand-drawn Animation: Χρυσούλα Κοροβέση | Computer Animation: Γεώργιος Χερουβείμ | Technical & Live Projection Queues: Μάριος Γαμπιεράκης | Additional Frames: Rebecca Marshall, Jordan Behnan, Νικόλας Γαμπιεράκης | Βοηθός Ενδυματολόγου: Χαρά Τζερεφού | Κατασκευή κοστουμιών: Μαργαρίτα Ξανθάκη | Μετάφραση για τους υπέρτιτλους στα αγγλικά: Μέμη Κατσώνη | Χειρισμός υπέρτιτλων: Γιάννης Παπαδάκης | Εκτέλεση Παραγωγής: ΠLANKTON – Κωνσταντίνος Κουκούλης, Wild Rose Productions / Γιώργης Δραγατάκης, Ευαγγελία Πετράκη

Μουσικοί

Παραγωγή ήχου, μπάσο & ηλεκτρονικά: Coti K. | Μουσικό πριόνι: Νίκος Γιούσεφ | «Μέδουσα» (custom ηλεκτρικό, βαρύτονο έγχορδο εμπνευσμένο από το Cümbüş), ηλεκτρική κιθάρα εναλλακτικών κουρδισμάτων με εφέ: Περικλής Τσουκαλάς | Κρουστά, synths: Κωνσταντίνος Ζάμπος | Παραγωγή ήχων, προηχογραφημένο modular synthesizer: Δημήτρης Σαλεπάκης

Ανάθεση & Παραγωγή: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση | Υποστηρίζεται από το Onassis Stegi Touring Program

Το κείμενο της παράστασης κυκλοφορεί σε έκδοση των Onassis Publications, διαθέσιμο στο Onassis Shop και σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία.

Εισιτήρια: Κανονικό: 40 €, 32 €, 26 €, 22 € | Μειωμένο εισιτήριο, Φίλος Στέγης, Κάτοικος Γειτονιάς: έκπτωση 20% στην τιμή του κανονικού εισιτηρίου | Ανεργίας: έκπτωση 30% στην τιμή του κανονικού εισιτηρίου | Παρέα 5-9 άτομα: έκπτωση 10% στην τιμή του κανονικού εισιτηρίου | Εισιτήριο Περιορισμένης Ορατότητας: 13 € | ΑμεΑ, Συνοδός ΑμεΑ: 10 €

https://tickets.onassis.org/el/Organizer/sgt/EventPage?eventSlug=the-little-prince-blues-giannis-aggelakas  

Εφη Παπαζαχαρίου