Ο Λένος και οι «Άλλοι»

Διάβασα για πρώτη φορά το Λοστρέ μόλις κυκλοφόρησε, το καλοκαίρι του 2003. Ήταν το πέμπτο βιβλίο του Χρηστίδη που έπεσε στα χέρια μου και το έκτο που είχε γράψει μέχρι τότε. Από τότε έχει κυκλοφορήσει άλλα δύο. Στα τρία από όλα αυτά επιστρέφω κατά καιρούς και αυτό στο οποίο επιστρέφω πιο συχνά είναι το Λοστρέ και κάθε φορά το ανοίγω στη μονίμως τσακισμένη σελ.304*, διαβάζω μέχρι την 307 και μετά το πιάνω από την αρχή. Μπορεί και να υπάρχουν πιο «λόγιες», πιο ψύχραιμες λογοτεχνικές καταγραφές της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας (που βέβαια, αν και σύγχρονη, δεν είναι καθόλου καινούρια). Αμφιβάλλω, όμως, αν υπάρχει κάποια πιο καίρια. Πάντως, ακόμη και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, δεν έχω αποφασίσει αν πρέπει να γελάσω ή όχι με το ότι ειδικά το συγκεκριμένο απόσπασμα παραμένει τόσο κωμικοτραγικά επίκαιρο. Μιλώντας μαζί του για τέσσερις ώρες με αφορμή το Τρένο, το εφηβικό θεατρικό έργο που έγραψε και το οποίο ανεβαίνει στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών σε σκηνοθεσία Σοφίας Βγενοπούλου, δεν κατάλαβα αν και ο ίδιος ο Λένος έχει αποφασίσει.

Από την τριβή σου με τα παιδιά, μετά από τόση δουλειά που έχετε ρίξει για την παράσταση, έχεις καταλήξει αν τελικά ο σημερινός δεκαπεντάρης την έχει πιο άσχημα από τον τριαντάρη, που η κρίση του κόβει την πορεία στη μέση ή τον εξηντάρη που του την τσακίζει λίγο πριν το τέλος; Δεν υποτιμώ την πίκρα του σαραντάρη οικογενειάρχη που ξαφνικά δεν έχει δουλειά ή του συνταξιούχου που πλήρωνε μια ζωή για να πάρει μία σύνταξη και τελικά παίρνει απ’ τα τρία το μακρύτερο. Ενστικτωδώς όμως το βλέπω το όλο πράγμα περισσότερο από τη σκοπιά του πόσο μέλλον έχεις μπροστά σου, άρα σκέφτομαι τον 15χρονο. Θυμάμαι ότι σε αυτή την ηλικία είχα απλά μια ανάγκη να κάνω ταξίδια, να γνωρίσω κόσμο, να ακούσω μουσικές, να δω συγκροτήματα και να γίνει γενικά χαμός, να μάθεις κάτι διαφορετικό, να ξεφύγεις από το mainstream, να βρεις τα όρια του εαυτού σου. Τώρα οι περισσότεροι είναι σε φάση «να τελειώσω γρήγορα τη σχολή, να βρω δουλειά, να βοηθήσω τον πατέρα μου». Γιατί έχει γκρεμιστεί το μεσοαστικό περιβάλλον. Οπότε τα παιδιά ξέρουν ότι έχουν περιορισμένες επιλογές. Ευτυχώς που υπάρχει και το ιντερνετ δηλαδή, για να μπορούν να διαβάζουν, να βλέπουν ταινίες, να μαθαίνουν αυτά που λείπουν από το σχολείο, που έχει γαμηθεί εντελώς. Από την άλλη χρειάζονται και μια καθοδήγηση, μέσα σε όλον αυτό τον καταιγισμό πληροφοριών. Είναι σε σύγχυση γενικώς τα παιδιά. Και δυστυχώς, τα επηρεάζει ακόμη η τηλεόραση.

Οι πρωταγωνιστές της παράστασης “Το Τρένο” που ανεβαίνει στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών (σκηνοθεσία : Σοφία Βγενοπούλου) | φωτογραφία: Σταύρος Πετρόπουλος

Δε μπορώ να πιστέψω ότι ένα παιδί στο γυμνάσιο ή στο λύκειο κάθεται και βλέπει ακόμη και σήμερα φανατικά τηλεόραση. Από την εμπειρία μου με παιδιά γύρω στα 15-16, μπορώ να σου πω ότι είχαν περισσότερη τηλεόραση μέσα τους, παρά ιντερνετ, όπως ίσως θα φανταζόμασταν. Master Chef, Φατμαγκιούλ, ελληνικά σίριαλ, σελέμπριτις, τα γνωστά. Επίσης, όσο κλισέ κι αν ακούγεται, ισχύει ακόμη αυτό που λένε για την οικογένεια. Όσα παιδιά είχαν από πίσω τους πιο ανοιχτόμυαλους γονείς, ήταν πιο προχωρημένα. Το είδα και στα παιδιά από το Περιστέρι που δουλέψαμε το Τρένο στα πλαίσια του φεστιβάλ εφηβικού θεάτρου. Τα παιδιά που είχαν κάποιον στον περίγυρό τους να τους πει κάτι σοβαρό, ήταν αυτομάτως πιο «ώριμα». Το ζήτημα πάντως είναι να συγκροτείς από νωρίς την προσωπικότητά σου. Και πως το κάνεις αυτό; Από τους φίλους σου, τους γονείς σου, τους δασκάλους και από μόνος σου. Ο σώζων εαυτώ σωθήτω. Αν και σήμερα το σχολείο έχει υποστεί μία άνευ προηγουμένου επίθεση. Οι προοδευτικοί δάσκαλοι ζουν σε καθεστώς τρομοκρατίας. Γιατί σήμερα, εδώ που έχουμε φτάσει, αν ένας μαθητής, μόνο ένας αρκεί, πάει στο βλάκα μπαμπά του και του πει «μπαμπά, ο δάσκαλος μας είπε κάτι για τον εμφύλιο που δεν υπάρχει στο βιβλίο», ο δάσκαλος την επόμενη έχει φάει μια καταγγελία κι άντε να ξεμπλέξει. Όλοι αυτοί οι βλακίζοντες ακροδεξιοί έχουν αυτό το χαρακτηριστικό, είναι θρασύδειλοι, δηλαδή 20 εναντίον ενός Ινδού, αλλά τώρα που νοιώθουν ότι «είναι στα πράματα» γιατί είναι στα πράματα, ξεσαλώνουν. Και θα κάνουν μαγκιές στον εργασιακό τους χώρο –βλέπουν και τη πρωθυπουργάρα που κάνει το ίδιο, και θα πάνε και στο σχολείο να πουνε στο Διευθυντή ότι «ο δάσκαλος αυτός είναι κουμούνι, διώξτονα να μην πάς και συ στον Εβρο». Έχουν ξεσαλώσει γιατί τους κανάκεψαν οι τελευταίες 5 κυβερνήσεις και φυσικά οι κωλοτηλεοπτικοί κολαούζοι της εκάστοτε «κατάστασης». Όταν μεγάλωνα εγώ –απ’ όσο τα θυμάμαι- δεν ήταν έτσι. Θυμάμαι, ας πούμε, ότι έκανα παρουσίαση για την Ιστορία του Ροκ στο σχολείο, με κασετόφωνο που έπαιζε Zeppelin και Hendrix. Κανονικά, στο μάθημα της Ιστορίας. Και είχε και νόημα. Και κάπως ήταν αδιανόητο να έρθει ένας μπαμπάς και να πει «βάλανε ροκ μουσική του διαβόλου στην τάξη τα κουμούνια» και να μην αντιμετωπιστεί σα γραφικός, τουλάχιστον εδώ στην πόλη που πήγα σχολείο. Τώρα όμως που έχουμε επιστρέψει εις τα ηθικάς αξιάς της δεκαετίας του 50 δεν είναι αδιανόητο. Είναι mainstream.

Όσα παιδιά έχουν από πίσω τους πιο ανοιχτόμυαλους γονείς, είναι πιο προχωρημένα. Το είδα και στα παιδιά από το Περιστέρι που δουλέψαμε το Τρένο στα πλαίσια του φεστιβάλ εφηβικού θεάτρου. Τα παιδιά που είχαν κάποιον στον περίγυρό τους να τους πει κάτι σοβαρό, ήταν αυτομάτως πιο «ώριμα».

Που πάμε δηλαδή ως χώρα αν πηγαίνουμε πίσω ολοταχώς στο κομμάτι της Παιδείας; Που να πάμε… Μας κυβερνά ένας τύπος από την Πολιτική Άνοιξη, που ήταν ήδη ένα πράγμα οπισθοδρομικό και αστείο πριν από 20 χρόνια που φτιάχτηκε, μαζί με το ΚΟΔΗΣΟ του Βενιζέλου. Είναι αστείοι, πάντα είναι αστείοι κάτι τέτοιοι τύποι. Αλλά αν αποκτήσουν δύναμη και εξουσία… Διάβαζα πρόσφατα για τέσσερις Γερμανούς που είχαν πάει σε μια συγκέντρωση του Χίτλερ το 1936 και είχαν ξεκωλιαστεί στο γέλιο – το κατέγραψε το 41 όλο αυτό, ο μόνος από τους τέσσερις που δεν είχαν σκοτώσει εν τω μεταξύ οι ναζί. Αλλά γελούσαν, τι να κάνουν; Όπως γελάς με τον Μιχαλολιάκο και τον Σαμαρά. Τι να κάνεις δηλαδή όταν βλέπεις το ύφος που είχε προχθές στη Βουλή; Τι άτομο είναι αυτό;! Τον μελετάω 20 χρόνια. Αυτόν που είχε στήσει την ιστορία με το Μακεδονικό μαζί με τον Χριστόδουλο και κατέβαζαν ένα εκατομμύριο κόσμο, στη Θεσσαλονίκη, με λάβαρα και πολεμικές ιαχές. Και τότε έκανε το μεγάλο πολιτικό του λάθος, γιατί πίστεψε ότι είναι ο φυσικός ηγέτης της ακροδεξιάς, της πρώιμης μαγιάς της Χρυσής Αυγής, που τότε έστω και ανεπίσημα γιγαντώθηκε. Οπότε έριξε τον Μητσοτάκη, έκανε την ΠΟΛΑΝ νομίζοντας ότι θα καταπιεί τη δεξιά παράταξη, απέτυχε, έκατσε 20 χρόνια στον πάγκο, συγνώμη, στην εξέδρα, και 20 χρόνια μετά, μέσα από απίθανες συγκυρίες και εύθυμες και κωμικές καταστάσεις τον επαναφέρουν για να διαχειριστεί την καταστροφή της χώρας. Είναι ο κλασσικός τύπος που λένε οι Ινδοί «bad carma» και αυτό πάνω κάτω προδιαγράφει το μέλλον του. Το θέμα είναι ότι θα μείνουν πίσω όλες οι μαλακίες που έχει κάνει.

Οι πρωταγωνιστές της παράστασης “Το Τρένο” που ανεβαίνει στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών (σκηνοθεσία : Σοφία Βγενοπούλου) | φωτογραφία: Σταύρος Πετρόπουλος

Αυτό είναι νομίζω το βασικό ερώτημα. Αν είναι αναστρέψιμη η κατάσταση. Όχι σε επίπεδο οικονομίας μόνο – γιατί δεν είναι μόνο η οικονομική ανέχεια το ζήτημα. Ανέχεια με πρωτογενές πλεόνασμα, όμως. Είναι φανερό δηλαδή ότι μας δουλεύουν μέσα στα μούτρα μας. Έλα μου όμως που ο Έλληνας έχει δείξει ένα στοιχείο τα τελευταία χρόνια που υπήρχε από παλιά στην ιδιοσυγκρασία του, και, όχι, δεν είναι η δημοκρατία ή η φιλοσοφία. Είναι ο ραγιαδισμός. Ψιλοπήγαινα, ξέρω γω, στη φάση με τους Αγανακτισμένους – που αν και πρωτόγνωρο πράγμα για την Ελλάδα, είχες μια αίσθηση ματαιότητας, με τους τυλιγμένους με τις Ελληνικές σημαίες από πάνω και τους άλλους από κάτω, καταφανώς καλύτερους φυσικά, αλλά με τις ομάδες «ψυχραιμίας» και τις γιόγκες και τις pilates και τις –πολύ διαφωτιστικές κατά τα άλλα- συνελεύσεις. Έπαιρναν δηλαδή κάτι τύποι το μικρόφωνο και λέγανε «εγώ ψηφίζω 20 χρόνια ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία αλλά τώρα δεν πάει άλλο». Σοβαρά ρε μεγάλε; Τι μου το λες τώρα αυτό; Εγώ είμαι 20 χρόνια κάτω στους δρόμους με δύο χιλιάδες άτομα, και δέρνομαι και τρώω τα δακρυγόνα για σένα και τώρα μου κατεβαίνεις μαζί με άλλους οκτακόσιες χιλιάδες με μούντζες και λέϊζερ επειδή σου πήρε το μισθό και τη σύνταξη απ’ την τσέπη ο Τζέφρι, αλλά αν εκείνη τη στιγμή ο Γιωργάκης σου έλεγε εσένα προσωπικά «Σόρι φίλε, πάρ το μισθό σου πίσω», τι θα έκανες; Θα συνέχιζες να αγωνίζεσαι για τους υπόλοιπους που δεν δικαιώθηκαν όπως εσύ «ή θα λεγες, ωραίος ο Γιωργάκης/Κωστάκης/Αντωνάκης, θα τον ξαναψηφίσω»;

Μας κυβερνά ένας τύπος από την Πολιτική Άνοιξη, που ήταν ήδη ένα πράγμα οπισθοδρομικό και αστείο πριν από 20 χρόνια που φτιάχτηκε, μαζί με το ΚΟΔΗΣΟ του Βενιζέλου. Είναι αστείοι, πάντα είναι αστείοι κάτι τέτοιοι τύποι. Αλλά αν αποκτήσουν δύναμη και εξουσία…

Ισχύει τελικά αυτό που λένε ότι σε καιρούς κρίσης ενισχύονται οι δομές αλληλεγγύης και πάει λέγοντας; Ή είναι απλά ένα placebo για να νομίζουμε ότι κάτι γίνεται; Με τον Γρηγορόπουλο, καταρχάς, για μια γενιά δεκαπεντάρηδων-δεκαεξάρηδων υπήρξε ένα γενικότερο κοινωνικό χαστούκι, ότι «παιδιά σας σκοτώνουν εκεί που πίνετε μπύρες με τους φίλους σας με μια σφαίρα στην καρδιά επειδή ΜΠΟΡΟΥΝ. Κάποιοι τους έχουν δώσει το δικαίωμα». Θα μπορούσες να είναι ο οποιοσδήποτε, αρκεί να μη συμφωνεί με το ακροδεξιό προφίλ της κοινωνίας. Αυτή η γενιά του 2008 έφαγε μεγάλη σφαλιάρα και συνειδητοποιήθηκε κάπως άγρια αλλά αναπόφευκτα. Το θέμα είναι δηλαδή να βγεις από το σπίτι σου και να συνειδητοποιήσεις ότι εδώ γίνεται σφαγή. Ακόμα κι αν είναι κάποιος προστατευμένος από την οικογένεια ή από το οικονομικό του στάτους, πρέπει να όλοι να βοηθηθούμε, γιατί κάποιοι άλλοι δέρνονται. Ζούμε σε ένα καθεστώς που απειλεί ολοένα και περισσότερες ομάδες πληθυσμού. Βγήκε δηλαδή ο Παναγιώταρος και είπε κάτι ηθοποιούς «αλβανικές κωλοτρυπίδες» live μπροστά στις κάμερες, και δεν έγινε τίποτα, για 3 χρόνια τα φασισταριά αντιμετωπίζονταν σα να είναι «κακά παιδιά που καμιά φορά εκτρέπονται και λένε κακά λόγια» σαν το θείο που λέει «σοκιν» ανέκδοτα, ενώ ήταν –και φαίνονταν- από την αρχή φασίστες νταβατζήδες μαχαιροβγάλτες. Μην κοιτάς που μια βδομάδα με τη δολοφονία του Φύσσα –και για να κλείσει ο Αντώνης τη μπίζνα στο Ισραήλ- ο Αντώνης διέταξε το επιτελείο να παίξουν τους «αντιφασίστες» στα «αντιφασιστικά» πλέον κανάλια τους και έσκασε ο Δένδιας με ράστα περούκα, peace man. Ο τύπος που, όταν κοτζάμ Guardian έγραψε ότι υπάρχουν χρυσαυγίτες μπάτσοι που βαράνε τον κοσμάκη, είπε ότι θα μηνύσει την πιο διάσημη εφημερίδα του πλανήτη. «Είπε», δεν μήνυσε. Και μετά έγινε ράστα.

Στην επόμενη σελίδα: το εγχώριο πολιτικό trash, ο Σίμος της Ρούλας και ο τηλεπωλητής υπουργός.

Page: 1 2 3

Θεοδόσης Μίχος

Ο Θεοδόσης Μίχος γεννήθηκε στον Βόλο το 1979. Ζει στο κέντρο της Αθήνας από το 1998. Εργάζεται ως δημοσιογράφος (είναι συνιδρυτής της Popaganda) και ραδιοφωνικός παραγωγός (καθημερινά 8-10πμ στον Best 92.6). Είναι συγγραφέας των βιβλίων Κράτα το σόου (2016) και Η Αλκμήνη και οι άλλοι (2020).

Share
Published by
Θεοδόσης Μίχος