Η Ελληνίδα σοπράνο είναι μια καλλιτέχνης που συνδυάζει τεχνική πειθαρχία με έντονη θεατρικότητα, και που μέσα σε λίγες εμφανίσεις κατάφερε να κερδίσει κοινό και κριτικούς. Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν είναι μόνο η ταχύτητα της ανόδου της και μετάβαση του επιπέδου της. Είναι το timing. Σε μια εποχή που η όπερα αναζητά νέα πρόσωπα, η Κοσοβίτσα με δύο ρόλους, μπαίνει σε έναν χάρτη που συνήθως απαιτεί χρόνια για να σε δεχτεί. Και φαίνεται να έχει ήδη κατακτήσει κάτι πιο σημαντικό από την ίδια την πρόσκαιρη επιτυχία. Την προσοχή. Και, ενδεχομένως, την προσδοκία. Απολαύστε τη.
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Γκάζι. Τότε ήταν μια περιοχή εντελώς διαφορετική. Μετά, με το μετρό, άλλαξε όλη η γειτονιά. Είναι εντυπωσιακό τι μπορεί να κάνει η εξέλιξη σε μια περιοχή. Παλιά ήταν μια πολύ φτωχή περιοχή με πολύ απλό όμως και όμορφο κόσμο, στην πλειοψηφία της κατοικημένη με πομάκους της Κομοτηνής. Μετά την έλευση του μετρό, καθώς άνοιξαν πολλά κλαμπ, ο κόσμος αποκαλούσε το Γκάζι «Μανχάταν» της Αθήνας.
«Σ’ αυτήν την περιοχή οι γονείς μου λίγο πριν γεννηθώ ανοίξανε το ‘’Οινομαγειρείο’’. Ένα μικρό υπόγειο χώρο με γεύσεις κυρίως επηρεασμένες από την καταγωγή της μητέρας μου. Πολίτικες. Από την αρχή, το μαγαζί ήταν δεμένο με τη μουσική. Το μαγαζί είναι στέκι, ιδιαίτερα για μουσικούς με λαϊκά, ρεμπέτικα, παραδοσιακά, και ηπειρώτικα με κλαρίνα, λόγω της καταγωγής του πατέρα μου από την Ήπειρο».
«Από μικρή είχα πολλά ακούσματα. Όταν άκουσα πιάνο για πρώτη φορά σε πολύ μικρή ηλικία αμέσως μαγεύτηκα . Στα οκτώ μου ξεκίνησα με τη σπουδή του πιάνου στο ωδείο. Στο Γυμνάσιο πήγα στο Μουσικό σχολείο Ιλίου όπου εκεί διδάχτηκα επίσης το βιολοντσέλο και τον ταμπουρά, καθώς σπουδάζαμε την κλασική αλλά και την βυζαντινή και παραδοσιακή μουσική. Ήταν αρχικά ιδέα της μητέρας μου. Που γνώριζε το όμορφο περιβάλλον που παρέχουν τα μουσικά σχολεία και μου πρότεινε να δοκιμάσω. Δεν τραγουδούσα όπερα τότε, αλλά στο σπίτι υπήρχε πάντα η μουσική. Ακούγαμε τα πάντα – ελληνικά, ξένα, κλασικά, ροκ, ρεμπέτικα. Η μητέρα μου αγαπά πολύ τη μουσική και τραγουδάει κι αυτή».
«Στο μουσικό σχολείο Ιλίου υπήρχε η ευρωπαϊκή χορωδία με μαέστρο τον Αντώνη Παλάσκα και πιανίστα τον Αντώνη Κασιούρα. Εξαιρετικοί άνθρωποι και μουσικοί, που μας ενέπνεαν την αγάπη για το χορωδιακό τραγούδι. Ο μαέστρος μας ήθελε να δημιουργήσει κάτι πολύ ξεχωριστό, δουλεύοντας ένα ευρύ ρεπερτόριο με τις φωνές των μαθητών, κλασικό , γκόσπελ , θρησκευτικό κ.α. Και από εκεί ξεκίνησαν όλα. Τότε ήταν που κατάλαβα ότι μπορώ να κινηθώ και προς την κατεύθυνση του κλασικού τραγουδιού με τη φωνή μου».
«Νομίζω πως αν κάποιος δεν έχει ακούσει ποτέ όπερα και τη συναντήσει για πρώτη φορά, είτε θα τη λατρέψει είτε δεν θα του αρέσει. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να την ακούσουν εύκολα. Άλλοι λένε “δεν την καταλαβαίνω” – πολύ σύνηθες, είναι και το θέμα της γλώσσας. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρετικές μας ελληνικές οπερέτες. Για μένα, όμως, ήταν αλλιώς. Από τη στιγμή που άκουσα όπερα πρώτη φορά, όλα άλλαξαν, με συγκίνησε βαθιά. Ήμουν 4 χρονών και είχαμε παρακολουθήσει με την μητέρα μου την όπερα Andriana Lecouvrer σε παραγωγή της Λυρικής . Από πολύ μικρή επίσης αγάπησα τη Μαρία Κάλλας. Νομίζω πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη ερμηνεύτρια -για μένα τουλάχιστον- ούτε μεγαλύτερη καλλιτέχνις στον χώρο της μουσικής. Όταν βρέθηκα στην χορωδία του Μουσικού σχολείου Ιλίου άλλαξαν πολλά πράγματα. Συμμετείχαμε σε διαγωνισμούς, ταξιδεύαμε στο εξωτερικό. Η χορωδία μάς έδινε τεράστια ώθηση. Το πρώτο μου ταξίδι στην Ιταλία ήταν μαζί της. Όταν τελείωσα το σχολείο, συνέχισα να πηγαίνω στη χορωδία γιατί εξακολουθούσαμε να κάνουμε πολύ ωραία πράγματα. Κάποια στιγμή βεβαίως, μετά από δύο-τρία χρόνια, σταμάτησα. Είχα περάσει στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό – εντελώς διαφορετικός δρόμος. Ήταν η εποχή που δεν ήξερα ακριβώς τι ήθελα, είχα φτάσει να σκέφτομαι μέχρι και τη φυσικοθεραπεία. Ήταν μια περίοδος αναζήτησης. Το τελείωσα το πανεπιστήμιο. Έχω κάνει και ανασκαφές ως φοιτήτρια, είναι κι αυτό ένα κομμάτι που αγαπώ πολύ. Την ίδια περίοδο ολοκλήρωνα και τις σπουδές μου στο πιάνο, στο Ωδείο. Πήρα το δίπλωμά μου και εκείνη τη χρονιά που έκλειναν όλα – και πανεπιστήμιο και πιάνο – ήταν που συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς το κλασικό τραγούδι, το οποίο για οικονομικούς λόγους δεν είχα καταφέρει να ξεκινήσω νωρίτερα».
«Είναι σημαντικό να κατανοείς και να αποδέχεσαι τι είναι αυτό που σε κάνει πραγματικά χαρούμενο. Έτσι αποφάσισα πως αυτός ήταν ο δρόμος της χαράς μου και ξεκίνησα. Ήμουν πια στα 22-23. Όμως δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνει κάτι άλλο. Το κλασικό τραγούδι είναι ένας τρόπος έκφρασης εντελώς διαφορετικός από την καθημερινότητα, εκεί βρίσκεις τις πιο βαθιές αλήθειες των συναισθημάτων και των σκέψεων σου».
«Οι σπουδές στο πιάνο με βοήθησαν πολύ στο να προχωρήσω και στο τραγούδι. Η γενική μουσική παιδεία πιστεύω είναι το 50% μαζί με την τεχνική και την ερμηνευτική κατάρτιση. Εγώ ευτυχώς είχα από την αρχή των σπουδών μου στο τραγούδι εξαιρετικούς δασκάλους. Ξεκίνησα με την Ελένη Βεσσαλά, συνέχισα με την Ειρήνη Τσιρακίδου. Πήρα το δίπλωμά μου με τη σοπράνο Χριστίνα Γιαννακοπούλου, η οποία με στήριξε πάρα πολύ σε όλη μου την πορεία, και συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι δίπλα μου και να με καθοδηγεί. Στο πιάνο ξεκίνησα και πήρα το δίπλωμά μου με τη Σοφία Ροσμαράκη, έναν άνθρωπο καθοριστικό για μένα. Τη θεωρώ τη «μουσική μου μαμά». Στην Ελλάδα συνάντησα και άλλους υπέροχους δασκάλους όπως τον Παναγιώτη Αδάμ, σκηνοθέτη και καθηγητή μελοδραματικής, που με βοήθησε πολύ να εξελιχθώ . Στο εξωτερικό έκανα μαθήματα με τον Αμερικανό τενόρο Andrew Richards και στη συνέχεια με την Ιταλίδα μέτζοσοπράνο, εξαιρετική δασκάλα και άνθρωπο Claudia Marchi, που αποτελεί και την τωρινή δασκάλα μου στο λυρικό τραγούδι και με στηρίζει σε όλους τους τομείς, τόσο καλλιτεχνικά όσο και ψυχολογικά».
«Οι οικονομικές μου δυνατότητες ήταν περιορισμένες, αλλά είχα την ευλογία να κερδίσω την Υποτροφία Κάλλας από τον Σύλλογο «Υποτροφίες Μαρία Κάλλας» των Φίλων της Μουσικής. Θεσμό που η ίδια η Μαρία Κάλλας είχε ιδρύσει, και που συνεχίζει μέχρι σήμερα να στηρίζει όλους τους νέους λυρικούς τραγουδιστές στην εξέλιξή τους. Χωρίς την υποτροφία Κάλλας , δεν θα μπορούσα να βγω στο εξωτερικό και να συνεχίσω τις σπουδές μου στο λυρικό τραγούδι. Έτσι βρέθηκα στην Αμβέρσα του Βελγίου, στο Royal Conservatory of Antwerp , όπου ξεκίνησα το μεταπτυχιακό μου. Μέσω του προγράμματος Erasmus πήγα στην Ιταλία, στο Arrigo Boito Κονσερβατόριο της Πάρμας, όπου γνώρισα την τωρινή μου καθηγήτρια. Επέστρεψα στην Αμβέρσα, ολοκλήρωσα το μάστερ και στη συνέχεια μετακόμισα στην Πάρμα. Εκεί είχα μια ακόμη σημαντική ευκαιρία. Με επέλεξαν στην Βερντιανή Ακαδημία του Βασιλικού Θεάτρου της Πάρμας. Πρόσφατα την ολοκλήρωσα και πλέον προσπαθώ να βρω τον δρόμο μου σε έναν πολύ απαιτητικό χώρο».
«Η αναζήτηση ατζέντη είναι καθοριστική, είναι μια μεγάλη επένδυση. Και αν δεν ανήκεις στο σταθερό ensemble κάποιου θεάτρου, πρέπει ουσιαστικά να είσαι συνεχώς με μια βαλίτσα στο χέρι. Παρόλα αυτά, ξαφνικά, προέκυψε κάτι πολύ σημαντικό για μένα. Επιλέχθηκα τον Αύγουστο του ’24 από την Εθνική Λυρική Σκηνή, μέσω ακρόασης για νέους καλλιτέχνες. Η Λυρική κάνει ανοιχτές ακροάσεις στις οποίες ακούνε τους νέους λυρικούς τραγουδιστές που έχουν τελειώσει τις σπουδές τους και είναι έτοιμοι να ανέβουν στη σκηνή. Στέλνεις το υλικό σου, και σε καλούν στις ανοιχτές αυτές ακροάσεις. Στη δική μου περίπτωση όταν έλαβα την απάντηση το θεώρησα ένα θαύμα από το Θεό! Ήταν για το ρόλο της Λιου στην παραγωγή της όπερας Τουραντότ από την Εθνική Λυρική Σκηνή. Τεράστια συγκίνηση, αλλά και άγχος. Θα λάμβανε χώρα στο Ηρώδειο, ανοιχτό θέατρο, κάτι πολύ διαφορετικό από τα κλειστά θέατρα, με μια ακουστική πιο απαιτητική».
«Νομίζω ότι ο τρόπος για να αποβάλεις το άγχος, είναι να αφήσεις τη χαρά και την αγάπη σου για αυτή την τέχνη να υπερισχύσει και να αποδεχτείς ότι δεν μπορείς να τα ελέγξεις όλα. Υπάρχει βέβαια κάποιες φορές και ένας εγωισμός που ξεπροβάλλει για το ότι θέλεις να τα πας καλά, αλλά το σημαντικό είναι να νιώθεις τη χαρά της τέχνης και την ομορφιά που φέρνει η συνεργασία με όλους τους συναδέλφους. Διότι όλοι εντός και εκτός σκηνής δουλεύουμε για να φέρουμε ένα συλλογικό αποτέλεσμα, που θα συνομιλήσει με το κοινό και θα το συγκινήσει.»
«Για τον κόσμο της όπερας υπάρχει κάποιες φορές η εντύπωση ότι είναι κάπως απροσπέλαστος . Όμως απευθείας όταν μπήκα στο περιβάλλον τον προβών ένιωσα σαν στο σπίτι μου. Στις πρόβες πέρα από την αφοσίωση στη δουλειά, τη δημιουργικότητα υπάρχει και το χιούμορ, υπάρχουν οι υπέροχες στιγμές με τους συναδέλφους. Φυσικά υπάρχει και μεγάλος επαγγελματισμός – πρέπει να είσαι προετοιμασμένος, να έχεις δουλέψει σκληρά, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αλλά είναι ένα ζωντανό πολύχρωμο περιβάλλον. Είναι σαν μια μικρή κοινωνία που δημιουργεί κάτι μαζί. Όλα τα συναισθήματα είναι εκεί».
«Μια έκπληξη που μου έφερε η Τουραντότ του Πουτσίνι είναι η συνεργασία μου με τη Τσέλια Κοστέα. Ένας σπάνιος άνθρωπος! Με βοήθησε απίστευτα και έδειξε τεράστια γενναιοδωρία. Από την μεγαλύτερες καλλιτέχνιδες, και η αγαπημένη μου προσωπικά «Τόσκα». Σε όλη την παραγωγή της Τουραντότ είχα νιώσει σαν να είμαι μέσα σε μια οικογένεια. Όλοι με στήριξαν. Αυτό, για μένα, ήταν ένα μεγάλο δώρο. Σαν να μου έλεγε κάποιος “ναι, προχώρα”. Μεγάλη ευλογία».
«Θυμάμαι κάτι που μου είχε πει η σπουδαία Αγνή Μπάλτσα. Την είχα δει όταν ερμήνευε την Κλυταιμνήστρα στην Ηλέκτρα του Στράους, στη Λυρική, και είχα πάει στα παρασκήνια. Μου είπε: “Να κάνεις πάντα την τέχνη σου με αφοσίωση και αγάπη. Να μην απογοητεύεσαι. Και ό,τι σου έρχεται, να το βλέπεις ως δώρο”. Όταν το λέει ένας τέτοιος άνθρωπος, το παίρνεις και το κρατάς σα φυλαχτό».
Η Μαρία Κοσοβίτσα ως Λιου στο Τουραντότ του Πουτσίνι © Γ. Αντώνογλου.
«Όταν ετοιμάζεσαι να βγεις για πρώτη φορά στο Ηρώδειο, το πριν, είναι το πιο αγχωτικό κομμάτι. Μόλις βγεις, όμως, κάτι αλλάζει. Προσωπικά ένιωθα τεράστια χαρά που πατούσα σε αυτόν τον ιερό χώρο, κάνοντας αυτό που αγαπώ. Ήξερα ότι στο κοινό βρίσκονταν και δικοί μου άνθρωποι, φίλοι, συγγενείς. Η μητέρα μου, φυσικά, που είχε ίσως περισσότερο άγχος από μένα! Και εκεί, πάνω στη σκηνή, παύεις να είσαι εσύ. Μπαίνεις στον ρόλο. Ζεις την ιστορία. Το άγχος υποχωρεί και μένει η συγκίνηση – μια βαθιά, έντονη συγκίνηση».
«Στην παραγωγή της Τουραντότ , ο εξαιρετικός μας σκηνοθέτης Αντρέι Σερμπάν, με βοήθησε πάρα πολύ στο να καταλάβω το ρόλο της Λιου και να τον ερμηνεύω όσο πιο αληθινά μπορούσα. Στην ερμηνεία του ρόλου αυτό που με βοηθάει είναι να μπαίνω στην ιστορία και να αφήσω όλα όσα έχω μάθει , σε τεχνικό, μουσικό ερμηνευτικό επίπεδο, να βγουν φυσικά».
Η Μαρία Κοσοβίτσα ως Άννα Μπολένα © Γ. Αντώνογλου.
«Πιστεύω πολύ σε αυτό. Το ανθρώπινο σώμα είναι φτιαγμένο για να τραγουδά».
«Η Anna Bolena είναι ένας απαιτητικός ρόλος. Και φωνητικά αλλά και ερμηνευτικά . Σαν χαρακτήρας είναι σύνθετος, γιατί μιλάμε για ένα ιστορικό πρόσωπο που έτυχε πολλών διαφορετικών αναγνώσεων».
«Όλοι οι ρόλοι, ανεξαρτήτως έκτασης, έχουν τις δικές τους απαιτήσεις, τόσο τεχνικές όσο και ερμηνευτικές. Το είδα ως μια μεγάλη ευκαιρία και ένα ακόμη δώρο από τη Λυρική να ερμηνεύσω αυτόν τον ρόλο, που ξεχωρίζει για τη μουσική του ομορφιά, τη συναισθηματική του δύναμη και την ερμηνευτική του πολυχρωμία, Έναν ρόλο που ονειρευόμουν ήδη από τα πρώτα χρόνια των σπουδών μου στο λυρικό τραγούδι. Η αλήθεια είναι ότι η ενασχόληση με αυτόν, όπως και με κάθε ρόλο, σε φέρνει αντιμέτωπο με τον εαυτό σου, με τα ψυχικά σου αποθέματα και με την αντοχή σου στην πειθαρχία. Πρόκειται, ουσιαστικά, για έναν αγώνα μαραθωνίου. Καθοριστικό ρόλο παίζει, βέβαια, και η ποιότητα της συνεργασίας με τον σκηνοθέτη, τον μαέστρο, τους συναδέλφους τραγουδιστές και όλους τους συντελεστές. Για μένα, αυτό υπήρξε καταλυτικό, ώστε να νιώσω σιγουριά και εμπιστοσύνη στο έργο μας».
«Νομίζω ότι δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή μετά το φινάλε της πρεμιέρας μας, τις αγκαλιές, τη συγκίνηση, τη συναδελφοσύνη που βιώναμε όλοι εκείνη τη στιγμή, που μόλις είχαμε πρωτοπαρουσιάσει και επίσημα το έργο μας στον κόσμο, ένα έργο για το οποίο εργαστήκαμε σκληρά όλοι οι συντελεστές εντός και εκτός σκηνής».
«Θα έλεγα πως το μεγαλύτερο άγχος μου πριν την πρεμιέρα ήταν το να μπω αληθινά στο πετσί του ρόλου που λέμε και να μην χάσω την συγκέντρωσή μου , ώστε να μπορέσω να φέρω εις πέρας το όραμα του σκηνοθέτη και του μαέστρου για το ρόλο μου σε αυτή την παράσταση , καθώς και να διατηρηθεί στο μεγαλύτερο βαθμό η επικοινωνία μου με τους συναδέλφους μου πάνω στη σκηνή με βάση όσα καταφέραμε να χτίσουμε στις πρόβες – συνδυαζόμενη πάντα με το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού που υπάρχει φυσικά στην κάθε παράσταση».
«Σίγουρα νιώθω συγκίνηση και τεράστια ευγνωμοσύνη που συμμετείχα σε αυτή την εκπληκτική παραγωγή , αλλά και φυσικά μια νοσταλγία και μια γλυκιά θλίψη για το ότι τώρα τελείωσε. Θα ευχόμουν να μπορούσαμε να παίζουμε την παράσταση αυτή για πολύ καιρό ακόμα».
«Είμαι πάρα πολύ χαρούμενη και ευγνώμων που το μεγαλύτερο μέρος του κοινού ανταποκρίθηκε στη δουλειά μας και καλοδέχτηκε αυτή την πρωτοποριακή παράσταση που είχε στόχο να συνομιλήσει με τον ακροατή. Να τον φέρει πιο κοντά στους χαρακτήρες της Ιστορίας , αλλά και να τον βάλει να σκεφτεί και μετά το τέλος της όπερας που είδε, πώς τελικά οι ιστορίες των ανθρώπων , ακόμα και κάποιες μου μας φαίνονται πολύ μακριά από το δικό μας τόπο και χρόνο , επηρεάζουν την πορεία της Ιστορίας, αγγίζουν το τώρα μας και κατά κάποιο τρόπο εμπλέκονται ή αντικατοπτρίζουν όψεις και των δικών μας ζωών. Ένα σχόλιο από θεατή που με συγκίνησε ήταν ότι ένιωσε σε μια παράσταση ότι αληθινά βίωνα τον ρόλο που ερμήνευα».
«Αυτή η παραγωγή ήταν για μένα σίγουρα ένα μεγάλο δώρο που μου δόθηκε από τη Λυρική να ερμηνεύσω ένα πρωταγωνιστικό ρόλο και νομίζω ότι τέτοιες ευκαιρίες σίγουρα βοηθούν και στηρίζουν στο μέγιστο βαθμό έναν λυρικό καλλιτέχνη που βρίσκεται στην αρχή της καλλιτεχνικής του πορείας, δίνοντας την ώθηση να κάνει ένα μεγάλο βήμα».
«Μέσα σε αυτή την πρωτοποριακή σκηνοθεσία του κ. Γλυνάτση, μου δόθηκε, νομίζω, η ευκαιρία να κατανοήσω ακόμη βαθύτερα τον ιδιαίτερο ψυχισμό της Άννα Μπολένα – την περιπλοκότητά της, τα σκληρά και πονεμένα, αλλά και τα ευαίσθητα στοιχεία του χαρακτήρα της. Ο τρόπος με τον οποίο δούλεψε ο σκηνοθέτης μαζί μας υπήρξε εξαιρετικά βοηθητικός, ώστε να αναδυθούν τα συναισθήματα των χαρακτήρων στην επιφάνεια και η ερμηνεία μας να αποκτήσει μεγαλύτερη ένταση και καθαρότητα. Μέσα στον αποπνικτικό, σχεδόν αγαλμάτινα ψυχρό κόσμο της αγγλικής αυλής του 16ου αιώνα, που ασκεί ασφυκτική πίεση στους χαρακτήρες, οι ρωγμές που προκαλούνται από γεγονότα μικρής και μεγάλης σημασίας φωτίζουν την ανθρώπινη πλευρά των προσώπων. Τα συναισθήματα αναδύονται σταδιακά, διογκώνονται και, τελικά, εκρήγνυνται, σπάζοντας το φράγμα της Ιστορίας δημιουργώντας έναν ζωντανό δίαυλο επικοινωνίας με το σύγχρονο κοινό».
Η Μαρία Κοσοβίτσα ως Άννα Μπολένα © Β. Ισάεβα
«Η Άννα, μια γυναίκα έξυπνη, φλογερή, παθιασμένη, με τη δύναμη της σκέψης και του λόγου της, παγιδεύεται μέσα στο νοσηρό περιβάλλον της ανδροκρατούμενης αγγλικής αυλής της περιόδου του Ερρίκου 8ου. Προδίδεται και καταδικάζεται, όμως ακόμα και στο τέλος κρατά το ανάστημά της ορθό. Η ιστορία της θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί σύγχρονη καθώς ακόμα υπάρχουν αμέτρητες περιπτώσεις όπου η γυναίκα, εξαιτίας σαθρών πολιτικών κοινωνικών και θρησκευτικών συστημάτων που ταλαιπωρούν τις κοινωνίες μας, ακόμα αντιμετωπίζει την υποτίμηση, την ανελευθερία και τον εξευτελισμό. Αυτή η συνθήκη δίνει ένα έντονο συναισθηματικό βάρος στον ρόλο της Άννας μέσα στην όπερα και σε συνδέει με ένα κοινό βίωμα τόσο έντονο που διαπερνά το φάσμα της Ιστορίας. Μέσα στην ερμηνεία μου προσπάθησα να χωρέσω αυτό το βίωμα. Σκέφτομαι ότι η ιστορία της Άννας δίνει φωνή σε τόσες γυναίκες που η δική τους φωνή καταπνίγηκε τόσο άδικα».
«Ερμηνεύοντας τον ρόλο βρέθηκα αντιμέτωπη με πολλές πτυχές της ανθρώπινης φύσης, που δεν είναι εύκολο να ψηλαφίσει κανείς. Να έρχεσαι αντιμέτωπη με τα λάθη σου και να τα παραδέχεσαι, να βρίσκεις τη δύναμη να συγχωρείς, ακόμη και στις στιγμές του μεγαλύτερου θυμού. Να συνειδητοποιείς πόσο σημαντικό είναι να στέκεσαι ακέραιη απέναντι στην αδικία, ακόμη και όταν αντικρίζεις τον θάνατο, χωρίς να χάνεις την τιμή σου. Η ερμηνεία αυτού του ρόλου υπήρξε ένα έντονο εσωτερικό ταξίδι, ένα βίωμα βαθύ και σίγουρα αξέχαστο. Πιστεύω πως ακόμη κι όταν ένας ρόλος πάψει να σε συνοδεύει επί σκηνής, αφήνει μέσα σου ανεξίτηλα ίχνη, σαν ένας άνθρωπος με τον οποίο έζησες για καιρό. Με έναν τρόπο συνεχίζει να ζει μέσα στην καρδιά σου και μπορείς πάντα να τον ξαναβρείς».