ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Η Μαρία Κοσοβίτσα και οι ρόλοι ζωής που δεν τελειώνουν σε μια υπόκλιση

«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Γκάζι. Τότε ήταν μια περιοχή εντελώς διαφορετική. Μετά, με το μετρό, άλλαξε όλη η γειτονιά. Είναι εντυπωσιακό τι μπορεί να κάνει η εξέλιξη σε μια περιοχή. Όταν λέω ότι είμαι “γέννημα-θρέμμα”, πολλοί δεν το καταλαβαίνουν γιατί δεν ξέρουν πώς ήταν παλιά, μια φτωχή περιοχή με πολύ απλό όμως και όμορφο κόσμο. Μετά την έλευση του μετρό, παραδόξως, έγινε πιο επικίνδυνη. Το Γκάζι έγινε το “Μανχάταν” της Αθήνας, αλλά με μια ένταση που δεν υπήρχε πριν».

«Η μητέρα μου έχει ένα πολύ φημισμένο μαγαζί στην περιοχή. Το “Οινομαγειρείο της Αλεξάνδρας”. Το άνοιξαν οι γονείς μου μαζί και στην πορεία ο πατέρας μου αποχώρησε κι έμεινε σε εκείνη. Είναι οινομαγειρείο με πολίτικες γεύσεις, καθώς έχουμε καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Μέχρι πρόσφατα είχαμε συγγενείς εκεί, οι τελευταίοι ήρθαν το ’96. Πλέον έχουν χαθεί όλα, ακόμα και τα σπίτια όπου έμεναν. Δεν έχω πάει, αλλά θα το ήθελα πολύ. Το μαγαζί είναι στέκι, ιδιαίτερα για μουσικούς.. λαϊκά, ρεμπέτικα, παραδοσιακά, ακόμη και ηπειρώτικα με κλαρίνα, λόγω της καταγωγής του πατέρα μου από την Ήπειρο. Από την αρχή, το μαγαζί ήταν δεμένο με τη μουσική».

«Από μικρή είχα πολλά ακούσματα. Γύρω στα οκτώ μου, όταν άκουσα πιάνο για πρώτη φορά, κάτι έγινε μέσα μου. Δεν είχα ιδιαίτερη επαφή με την κλασική μουσική, αλλά κάτι με τραβούσε. Έτσι το ξεκίνησα και όταν πήγα στο Μουσικό Σχολείο Ιλίου συνέχισα εκεί. Εκεί ουσιαστικά άλλαξαν πολλά για μένα. Έκανα πιάνο, βιολοντσέλο -που μου άρεσε πολύ- και ταμπουρά, γιατί δουλεύαμε και κλασική και παραδοσιακή μουσική. Ήταν αρχικά ιδέα της μητέρας μου. Ήξερε αυτά τα σχολεία και μου πρότεινε να δοκιμάσω. Δεν τραγουδούσα όπερα τότε, αλλά στο σπίτι υπήρχε πάντα μουσική. Ακούγαμε τα πάντα – ελληνικά, ξένα, κλασικά, ροκ, ρεμπέτικα. Η μητέρα μου αγαπά πολύ τη μουσική και τραγουδάει κι αυτή».

«Στο σχολείο υπήρχε μια χορωδία με μαέστρο τον Αντώνη Παλάσκα. Εξαιρετικός άνθρωπος. Ήθελε να δημιουργήσει κάτι ξεχωριστό, δουλεύοντας ένα πιο κλασικό ρεπερτόριο με τις φωνές των μαθητών. Και από εκεί ξεκίνησαν όλα. Τότε ήταν που κατάλαβα ότι μπορώ να κινηθώ και προς αυτή την κατεύθυνση, γιατί αρχίσαμε με αυτόν τον άνθρωπο να δουλεύουμε ένα πιο κλασικό ρεπερτόριο που δεν είχα αγγίξει πριν».

«Νομίζω πως αν κάποιος δεν έχει ακούσει ποτέ όπερα και τη συναντήσει για πρώτη φορά, είτε θα τη λατρέψει είτε δεν θα του αρέσει καθόλου. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να την ακούσουν. Άλλοι λένε “δεν την καταλαβαίνω” – πολύ σύνηθες, είναι και σε άλλη γλώσσα τις περισσότερες φορές. Υπάρχουν βέβαια και οι ελληνικές οπερέτες. Για μένα, όμως, ήταν αλλιώς. Από τη στιγμή που άκουσα όπερα πρώτη φορά, όλα άλλαξαν, με συγκίνησε βαθιά. Από πολύ μικρή λάτρευα τη Μαρία Κάλλας. Νομίζω πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη ερμηνεύτρια -για μένα τουλάχιστον- ούτε μεγαλύτερη καλλιτέχνις στον χώρο της μουσικής. Ήμουν, λοιπόν, σε αυτή τη χορωδία. Κάναμε πάρα πολλά πράγματα. Συμμετείχαμε σε διαγωνισμούς, ταξιδεύαμε στο εξωτερικό. Η χορωδία μάς έδινε τεράστια ώθηση. Το πρώτο μου ταξίδι στην Ιταλία ήταν μαζί της. Όταν τελείωσα το σχολείο, συνέχισα να πηγαίνω στη χορωδία γιατί εξακολουθούσαμε να κάνουμε πολύ ωραία πράγματα. Κάποια στιγμή βεβαίως, μετά από δύο-τρία χρόνια, σταμάτησα. Είχα περάσει στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό – εντελώς διαφορετικός δρόμος. Ήταν η εποχή που δεν ήξερα ακριβώς τι ήθελα, είχα φτάσει να σκέφτομαι μέχρι και τη φυσικοθεραπεία. Ήταν μια περίοδος αναζήτησης. Το τελείωσα το πανεπιστήμιο. Έχω κάνει και ανασκαφές ως φοιτήτρια, είναι κι αυτό ένα κομμάτι που αγαπώ πολύ. Την ίδια περίοδο ολοκλήρωνα και τις σπουδές μου στο πιάνο, στο Ωδείο. Πήρα το δίπλωμά μου και εκείνη τη χρονιά που έκλειναν όλα – και πανεπιστήμιο και πιάνο – ήταν που συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς το κλασικό τραγούδι».

«Είναι σημαντικό να κατανοείς και να αποδέχεσαι τι είναι αυτό που σε κάνει πραγματικά χαρούμενο. Έτσι αποφάσισα πως αυτός ήταν ο δρόμος της χαράς μου και ξεκίνησα. Ήμουν πια στα 23-24. Για κάποιους θεωρείται αργά, γιατί ο χώρος ευνοεί όσους έχουν αρχίσει πολύ νωρίτερα. Όμως δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου κάπου αλλού. Είναι ένας τρόπος έκφρασης εντελώς διαφορετικός από την καθημερινότητα, εκεί βρίσκεις τις πιο βαθιές αλήθειες των συναισθημάτων και των σκέψεων σου».

«Οι σπουδές στο πιάνο με βοήθησαν απίστευτα στο να προχωρήσω πιο γρήγορα. Η γενική μουσική παιδεία πιστεύω είναι το 50%, μετά έρχεται η τεχνική και όλα τα υπόλοιπα. Εγώ ευτυχώς είχα και εξαιρετικούς δασκάλους. Ξεκίνησα με την Ελένη Βεσαλά, συνέχισα με την Ειρήνη Τσιρακίδου και πήρα το δίπλωμά μου με τη Χριστίνα Γιαννακοπούλου. Στο πιάνο είχα τη Σοφία Ροζμαράκη, έναν άνθρωπο καθοριστικό για μένα – ακόμα και οικονομικά, γιατί με βοήθησε να συνεχίσω. Τη θεωρώ τη «μουσική μου μαμά». Στην Ελλάδα τέσσερα χρόνια με τον Παναγιώτη Αδάμ στο Ωδείο, και στην Ιταλία με τη Ρομπέρτα Φαρόλντι. Είναι άνθρωποι που μου έμαθαν τα βασικά. Στο εξωτερικό συνεργάστηκα με τον Αμερικανό τενόρο Andrew Richards και στη συνέχεια με την Claudia Marchi, που είναι σήμερα η δασκάλα μου και με στηρίζει τόσο τεχνικά όσο και ψυχολογικά».

«Οι οικονομικές μου δυνατότητες ήταν περιορισμένες, αλλά είχα την τύχη να πάρω την Υποτροφία Κάλλας από τον Σύλλογο Φίλων της Μουσικής. Έτσι βρέθηκα στην Αμβέρσα, στο Royal Conservatory. Εκεί έκανα το μεταπτυχιακό μου. Μέσω Erasmus πήγα στην Ιταλία, στο Ωδείο της Πάρμας, όπου γνώρισα την τωρινή μου καθηγήτρια. Επέστρεψα στην Αμβέρσα, ολοκλήρωσα το μάστερ και στη συνέχεια μετακόμισα στην Πάρμα. Εκεί είχα μια ακόμη σημαντική ευκαιρία. Μπήκα με υποτροφία στην Ακαδημία του Θεάτρου της Πάρμας. Πρόσφατα την ολοκλήρωσα και πλέον προσπαθώ να βρω τον δρόμο μου σε έναν πολύ απαιτητικό χώρο».

«Η αναζήτηση ατζέντη είναι καθοριστική, είναι μια μεγάλη επένδυση. Και αν δεν ανήκεις σε κάποιο θέατρο, πρέπει ουσιαστικά να είσαι συνεχώς με μια βαλίτσα στο χέρι. Παρόλα αυτά, ξαφνικά, προέκυψε κάτι πολύ σημαντικό για μένα. Επιλέχθηκα τον Αύγουστο του ’24 από την Εθνική Λυρική Σκηνή, μέσω ακρόασης για νέους καλλιτέχνες. Η Λυρική κάνει τέτοιες ανοιχτές ακροάσεις. Στέλνεις υλικό, σε καλούν, πας στην πρώτη ακρόαση και μετά περιμένεις. Στη δική μου περίπτωση, η απάντηση για τη δεύτερη ακρόαση ήρθε περίπου σε ενάμιση μήνα. Ήταν ένα μικρό θαύμα – και πολλές οι προσευχές της μαμάς μου! Η πρώτη μου αντίδραση όταν με ζήτησαν για δεύτερη ακρόαση ήταν να βάλω τα κλάματα. Τεράστια συγκίνηση, αλλά και τεράστιο άγχος. Είμαι και από τη φύση μου αγχώδης. Ήταν και το Ηρώδειο, ανοιχτό θέατρο, κάτι πολύ διαφορετικό από τα κλειστά που ήξερα. Η ακουστική είναι πιο απαιτητική. Νομίζω ότι ο τρόπος για να καλύψεις το άγχος και να αφήσει τη χαρά να υπερισχύσει είναι να κάνεις αυτό που μπορείς και να αποδεχτείς ότι δεν μπορείς να τα ελέγξεις όλα. Εντάξει, προσωπικά δεν σημαίνει ότι το έχω κατακτήσει. Υπάρχει και ο εγωισμός – θέλεις να τα πας καλά. Πήγα, ευτυχώς, με τη σκέψη ότι κάνω αυτό που αγαπώ πολύ και όλα πήγαν καλά».

«Στην όπερα υπάρχει πάντα αυτή η εντύπωση ότι όλοι είναι πολύ σοβαροί. Κι εγώ έτσι το φανταζόμουν. Και στην αρχή ένιωθα σαν ψάρι έξω από το νερό. Αλλά στις πρόβες υπάρχει πάντα πολύ χιούμορ, υπάρχει πολλή πλάκα. Φυσικά υπάρχει μεγάλος επαγγελματισμός – πρέπει να είσαι προετοιμασμένος, να έχεις δουλέψει σκληρά, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αλλά δεν είναι ένα στεγνό περιβάλλον. Είναι σαν μια μικρή κοινωνία που δημιουργεί κάτι μαζί. Όλα τα συναισθήματα είναι εκεί».

«Μια έκπληξη που μου έφερε η Τουραντότ του Πουτσίνι είναι η συνεργασία μου με τη Τσέλια Κοστέα. Ένας σπάνιος άνθρωπος! Με βοήθησε απίστευτα. Στη γενική πρόβα, μάλιστα, είχε προτείνει να τραγουδήσω εγώ, παρόλο που δεν είχα ξαναβγεί στο Ηρώδειο. Έδειξε τεράστια γενναιοδωρία. Είναι από τις πιο όμορφες φωνές που έχω ακούσει – μια πραγματική «Τόσκα» για την Ελλάδα. Σε όλη την παραγωγή είχα νιώσει σαν να είμαι μέσα σε μια οικογένεια. Όλοι με στήριξαν. Αυτό, για μένα, ήταν ένα μεγάλο δώρο. Μια επιβεβαίωση. Σαν να μου έλεγε κάποιος “ναι, προχώρα”. Μεγάλη ευλογία».

«Θυμάμαι κάτι που μου είχε πει η σπουδαία Αγνή Μπάλτσα. Την είχα δει όταν ερμήνευε την Κλυταιμνήστρα στην Ηλέκτρα του Στράους, στη Λυρική, και είχα πάει στα παρασκήνια. Μου είπε: “Να κάνεις πάντα την τέχνη σου με αφοσίωση και αγάπη. Να μην απογοητεύεσαι. Και ό,τι σου έρχεται, να το βλέπεις ως δώρο”. Όταν το λέει ένας τέτοιος άνθρωπος… ποια είμαι εγώ να διαφωνήσω; Και τελικά, έτσι είναι. Έτσι ακριβώς».

«Όταν ετοιμάζεσαι να βγεις για πρώτη φορά στο Ηρώδειο, το πριν, είναι το πιο αγχωτικό κομμάτι που μπορείς να φανταστείς. Μόλις βγεις, όμως, κάτι αλλάζει. Υπήρχαν στιγμές που σκεφτόμουν “πού βρίσκομαι τώρα;”, βλέποντας τόσο κόσμο. Αλλά ταυτόχρονα ένιωθα τεράστια χαρά που πατούσα σε αυτόν τον χώρο. Ήξερα ότι κάτω βρίσκονταν και δικοί μου άνθρωποι, φίλοι, συγγενείς. Η μητέρα μου, φυσικά, είχε περισσότερο άγχος από μένα! Και εκεί, πάνω στη σκηνή, παύεις να είσαι εσύ. Μπαίνεις στον ρόλο. Ζεις την ιστορία. Το άγχος υποχωρεί και μένει η συγκίνηση – μια βαθιά, έντονη συγκίνηση».

«Πρώτη φορά στο Ηρώδειο και όση ώρα ήμουν στη σκηνή σκεφτόμουν συνεχώς ότι αυτό που με εκφράζει είναι η όπερα, ότι είμαι εκεί που πρέπει και αυτό είναι ελευθερία. Και ήταν και η φορά που ένιωσα πως η θεατρικότητα ίσως και να μου πάει. Με είχε βοηθήσει πάρα πολύ και ο σκηνοθέτης, με συγκεκριμένες οδηγίες και πολλές διορθώσεις. Για να είμαι ειλικρινής, μέχρι πρόσφατα θεωρούσα τη θεατρικότητα μου μειονέκτημα. Στα χρόνια των σπουδών μου ήταν κάτι που με δυσκόλεψε πολύ. Όλο αυτό το “υπόβαθρο” υπήρχε, αλλά όταν δεν είσαι ακόμη σίγουρος τεχνικά, έρχεται και η ντροπή – κι εγώ είμαι αρκετά ντροπαλός άνθρωπος. Νομίζω όμως ότι είναι θέμα ενός “κλικ”. Να μπεις στην ιστορία και να αφήσεις όλα όσα έχεις μάθει να βγουν φυσικά. Να το επιτρέψεις στον εαυτό σου και μετά απλώς να ζήσεις την ιστορία. Αυτό προσπάθησα να κάνω και με τη βοήθεια του σκηνοθέτη, ευτυχώς λειτούργησε. Και τελικά αυτό μου αρέσει και ως θεατής στην όπερα, να βλέπω ερμηνεία, όχι μόνο φωνή. Είναι σημαντικό να υπάρχουν και τα δύο. Εγώ είμαι ακόμη σε μια φάση που προσπαθώ να τα εδραιώσω».

Η Μαρία Κοσοβίτσα ως Άννα Μπολένα © Γ. Αντώνογλου.

«Πιστεύω πολύ σε αυτό. Το ανθρώπινο σώμα είναι φτιαγμένο για να τραγουδά».

«Η Anna Bolena είναι ένας πολύ απαιτητικός ρόλος. Και φωνητικά και ερμηνευτικά. Έχει κολορατούρες, λυρικά και δραματικά σημεία, δύσκολα ντουέτα και ανσάμπλ. Και ως χαρακτήρας βεβαίως είναι σύνθετος και αμφιλεγόμενος, γιατί μιλάμε για ιστορικό πρόσωπο με πολλές διαφορετικές αναγνώσεις».

«Όλοι οι ρόλοι, ανεξαρτήτως έκτασης, έχουν τις δικές τους απαιτήσεις, τόσο τεχνικές όσο και ερμηνευτικές. Το είδα ως μια μεγάλη ευκαιρία και ένα ακόμη δώρο από τη Λυρική να ερμηνεύσω αυτόν τον ρόλο, που ξεχωρίζει για τη μουσική του ομορφιά, τη συναισθηματική του δύναμη και την ερμηνευτική του πολυχρωμία, Έναν ρόλο που ονειρευόμουν ήδη από τα πρώτα χρόνια των σπουδών μου στο λυρικό τραγούδι. Η αλήθεια είναι ότι η ενασχόληση με αυτόν, όπως και με κάθε ρόλο, σε φέρνει αντιμέτωπο με τον εαυτό σου, με τα ψυχικά σου αποθέματα και με την αντοχή σου στην πειθαρχία. Πρόκειται, ουσιαστικά, για έναν αγώνα μαραθωνίου. Καθοριστικό ρόλο παίζει, βέβαια, και η ποιότητα της συνεργασίας με τον σκηνοθέτη, τον μαέστρο, τους συναδέλφους τραγουδιστές και όλους τους συντελεστές. Για μένα, αυτό υπήρξε καταλυτικό, ώστε να νιώσω σιγουριά και εμπιστοσύνη στο έργο μας».

«Νομίζω ότι δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή μετά το φινάλε της πρεμιέρας μας, τις αγκαλιές, τη συγκίνηση, τη συναδελφοσύνη που βιώναμε όλοι εκείνη τη στιγμή, που μόλις είχαμε πρωτοπαρουσιάσει και επίσημα το έργο μας στον κόσμο, ένα έργο για το οποίο εργαστήκαμε σκληρά όλοι οι συντελεστές εντός και εκτός σκηνής».

«Θα έλεγα πως το μεγαλύτερο άγχος μου πριν την πρεμιέρα ήταν το να μπω αληθινά στο πετσί του ρόλου που λέμε και να μην χάσω την συγκέντρωσή μου , ώστε να μπορέσω να φέρω εις πέρας το όραμα του σκηνοθέτη και του μαέστρου για το ρόλο μου σε αυτή την παράσταση , καθώς και να διατηρηθεί στο μεγαλύτερο βαθμό η επικοινωνία μου με τους συναδέλφους μου πάνω στη σκηνή  με βάση όσα καταφέραμε να χτίσουμε στις πρόβες – συνδυαζόμενη πάντα με το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού που υπάρχει φυσικά στην κάθε παράσταση».

«Σίγουρα νιώθω συγκίνηση και τεράστια ευγνωμοσύνη που συμμετείχα σε αυτή την εκπληκτική παραγωγή , αλλά και φυσικά μια νοσταλγία και μια γλυκιά θλίψη  για το ότι τώρα τελείωσε. Θα ευχόμουν να μπορούσαμε να παίζουμε την παράσταση αυτή για πολύ καιρό ακόμα».

«Είμαι πάρα πολύ χαρούμενη και ευγνώμων που το μεγαλύτερο μέρος του κοινού ανταποκρίθηκε στη δουλειά μας και καλοδέχτηκε αυτή την πρωτοποριακή παράσταση που είχε στόχο να συνομιλήσει με τον ακροατή. Να τον φέρει πιο κοντά στους χαρακτήρες της Ιστορίας , αλλά και να τον βάλει να σκεφτεί και μετά το τέλος της όπερας που είδε,  πώς τελικά οι ιστορίες των ανθρώπων , ακόμα και κάποιες μου μας φαίνονται πολύ μακριά από το δικό μας τόπο και χρόνο , επηρεάζουν την πορεία της Ιστορίας, αγγίζουν το τώρα μας  και κατά κάποιο τρόπο εμπλέκονται ή αντικατοπτρίζουν  όψεις και των δικών μας ζωών. Ένα σχόλιο από θεατή που με συγκίνησε ήταν ότι ένιωσε σε μια παράσταση ότι αληθινά βίωνα τον ρόλο που ερμήνευα».

«Αυτή η παραγωγή ήταν για μένα σίγουρα ένα μεγάλο δώρο που μου δόθηκε από τη Λυρική να ερμηνεύσω ένα πρωταγωνιστικό ρόλο και νομίζω ότι τέτοιες ευκαιρίες σίγουρα βοηθούν και στηρίζουν στο μέγιστο βαθμό έναν  λυρικό καλλιτέχνη που βρίσκεται στην αρχή της καλλιτεχνικής του πορείας, δίνοντας την ώθηση να κάνει ένα μεγάλο βήμα».

«Μέσα σε αυτή την πρωτοποριακή σκηνοθεσία του κ. Γλυνάτση, μου δόθηκε, νομίζω, η ευκαιρία να κατανοήσω ακόμη βαθύτερα τον ιδιαίτερο ψυχισμό της Άννα Μπολένα – την περιπλοκότητά της, τα σκληρά και πονεμένα, αλλά και τα ευαίσθητα στοιχεία του χαρακτήρα της. Ο τρόπος με τον οποίο δούλεψε ο σκηνοθέτης μαζί μας υπήρξε εξαιρετικά βοηθητικός, ώστε να αναδυθούν τα συναισθήματα των χαρακτήρων στην επιφάνεια και η ερμηνεία μας να αποκτήσει μεγαλύτερη ένταση και καθαρότητα. Μέσα στον αποπνικτικό, σχεδόν αγαλμάτινα ψυχρό κόσμο της αγγλικής αυλής του 16ου αιώνα, που ασκεί ασφυκτική πίεση στους χαρακτήρες, οι ρωγμές που προκαλούνται από γεγονότα μικρής και μεγάλης σημασίας φωτίζουν την ανθρώπινη πλευρά των προσώπων. Τα συναισθήματα αναδύονται σταδιακά, διογκώνονται και, τελικά, εκρήγνυνται, σπάζοντας το φράγμα της Ιστορίας δημιουργώντας έναν ζωντανό δίαυλο επικοινωνίας με το σύγχρονο κοινό».

Η Μαρία Κοσοβίτσα ως Άννα Μπολένα © Β. Ισάεβα

«Η Άννα, μια γυναίκα έξυπνη, φλογερή, παθιασμένη,  με τη δύναμη της σκέψης και του λόγου της, παγιδεύεται μέσα στο νοσηρό περιβάλλον της ανδροκρατούμενης αγγλικής αυλής της περιόδου του Ερρίκου 8ου. Προδίδεται και καταδικάζεται, όμως ακόμα και στο τέλος κρατά το ανάστημά της ορθό. Η ιστορία της θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί σύγχρονη καθώς ακόμα υπάρχουν αμέτρητες περιπτώσεις όπου η γυναίκα, εξαιτίας σαθρών πολιτικών κοινωνικών και θρησκευτικών συστημάτων που ταλαιπωρούν τις κοινωνίες μας, ακόμα αντιμετωπίζει την υποτίμηση, την ανελευθερία και τον εξευτελισμό. Αυτή η συνθήκη δίνει ένα έντονο συναισθηματικό βάρος στον ρόλο της Άννας μέσα στην όπερα και σε συνδέει με ένα κοινό βίωμα τόσο έντονο που διαπερνά το φάσμα της Ιστορίας. Μέσα στην ερμηνεία μου προσπάθησα να χωρέσω αυτό το βίωμα. Σκέφτομαι ότι η ιστορία της Άννας δίνει φωνή σε τόσες γυναίκες που η δική τους φωνή καταπνίγηκε τόσο άδικα».

«Ερμηνεύοντας τον ρόλο βρέθηκα αντιμέτωπη με πολλές πτυχές της ανθρώπινης φύσης, που δεν είναι εύκολο να ψηλαφίσει κανείς. Να έρχεσαι αντιμέτωπη με τα λάθη σου και να τα παραδέχεσαι, να βρίσκεις τη δύναμη να συγχωρείς, ακόμη και στις στιγμές του μεγαλύτερου θυμού. Να συνειδητοποιείς πόσο σημαντικό είναι να στέκεσαι ακέραιη απέναντι στην αδικία, ακόμη και όταν αντικρίζεις τον θάνατο, χωρίς να χάνεις την τιμή σου. Η ερμηνεία αυτού του ρόλου υπήρξε ένα έντονο εσωτερικό ταξίδι, ένα βίωμα βαθύ και σίγουρα αξέχαστο.  Πιστεύω πως ακόμη κι όταν ένας ρόλος πάψει να σε συνοδεύει επί σκηνής, αφήνει μέσα σου ανεξίτηλα ίχνη, σαν ένας άνθρωπος με τον οποίο έζησες για καιρό. Με έναν τρόπο συνεχίζει να ζει μέσα στην καρδιά σου και μπορείς πάντα να τον ξαναβρείς».

Δημήτρης Πάντσος