ΘΕΑΤΡΟ

Είδαμε τη Νέκυια στη Στέγη και συγκινηθήκαμε με την αφήγηση του Γιάννη Αγγελάκα και της Όλιας Λαζαρίδου

Νέκυια, στην ελληνική μυθολογία, είναι η τελετή της επίκλησης των νεκρών από τους ζωντανούς για να μάθουν τι θα φέρει το μέλλον. «Νέκυια» λέγεται αλλιώς η ραψωδία λ της Οδύσσειας του Ομήρου, που πραγματεύεται την κάθοδο του πολυμήχανου ήρωα στον Άδη για να μάθει από τον μάντη Τειρεσία αν και πώς θα μπορέσει να επιστρέψει στην αγαπημένη του Ιθάκη. «Νέκυια», όπως μάλλον όλοι πλέον γνωρίζουμε, είναι η υβριδική, βασισμένη στο ομηρικό κείμενο, παράσταση των Γιάννη Αγγελάκα (μουσική) και Χρήστου Παπαδόπουλου (σκηνοθεσία), στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.

Ένα πολύ ιδιαίτερο, πειραματικό στην ουσία αναλόγιο, με συγκινητικούς αφηγητές τον Γιάννη Αγγελάκα και την Όλια Λαζαρίδου, μέσα σε μια ατμόσφαιρα κατανυκτική, μυστηριακή, απόκοσμη: ένα σχεδόν απόλυτο, πνιγμένο σε σύννεφα καπνού, σκοτάδι, που διακόπτεται από ισχυρές “λωρίδες” και στροβιλισμούς φωτός και σκιών που χορεύουν κάτω από μία υποβλητική, “θορυβώδη” σε χροιά μουσική, η οποία γαντζώνεται κυριολεκτικά στην ψυχή σου. Και τελικά, μέσα από το σκοτάδι αυτό του Κάτω Κόσμου, βγαίνεις στο φως. Στη ζωή.

Παρακολουθώντας στην πρόβα τζενεράλε για πρώτη φορά το «υβριδικό θέαμα που δεν είναι συναυλία ούτε παράσταση. Είναι ηχοτροπική κατάσταση» -όπως το χαρακτηρίζουν οι συντελεστές του-, ένιωσα το ίδιο συναίσθημα που με είχε διαπεράσει τρεις δεκαετίες πριν, ακούγοντας το «Magic and Loss» του Lou Reed. Άλμπουμ που είχε δράσει σωτήρια και καταλυτικά πάνω στην οδύνη για την απώλεια ενός αδερφικού φίλου. Όταν το ανέφερα τότε στον ίδιο τον Lou Reed στη συνέντευξη που είχα μαζί του, απάντησε συγκινημένος πως έστω κι ένας να το πει αυτό, το άλμπουμ έχει πετύχει τον σκοπό του κι ο ίδιος την αποστολή του. Κάπως έτσι, έστω και μέσα από ένα τελείως διαφορετικό εγχείρημα, πρέπει να νιώθουν οι δημιουργοί της «Νέκυια».

Φωτογραφία: Πηνελόπη Γερασίμου

Όταν είπα στον Γιάννη Αγγελάκα πόσο λυτρωτικά και συγκλονιστικά ακούμπησε η παράσταση την ψυχή μιας κοινής φίλης που έχασε πριν λίγα χρόνια τον αδερφό της, είδα πώς άστραψε το βλέμμα του στο «μακάρι» που μου απάντησε. Έργο ζωής για τον ίδιο, η «Νέκυια», στην οποία τον μύησε η Όλια Λαζαρίδου, χρειάστηκε πολλά χρόνια για να πάρει σάρκα και οστά, καθώς η πραγμάτωσή της, τόσο καλλιτεχνικά όσο και πρακτικά, δεν ήταν εύκολη υπόθεση -και ήταν η παρότρυνση του Παύλου Παυλίδη που τον έστρεψε προς τη Στέγη όπου πίστεψαν και υποστήριξαν το όνειρό του. Έργο διαχρονικό και αιώνιο, που έχει εμπνεύσει άπειρους δημιουργούς στις πάνω από δύο χιλιετίες ζωής της, η ομηρική ραψωδία σε κάνει να ανατριχιάζεις με το πόσο σύγχρονη και ταιριαστή είναι στον μάταιο τούτο κόσμο που διαρκώς κύκλους γύρω από τον εαυτό του και την ιστορία του κάνει. Ο χρόνος, η απώλεια, ο νόστος, ο θάνατος, η ζωή.

Γύρω από αυτές τις πέντε λέξεις περιστρέφεται σαν σούφικος χορός η ουσία του έργου που ενέπνευσε τον Γιάννη Αγγελάκα και ρίζωσε για τα καλά πάνω στο δικό του δρόμο. Ο πανδαμάτωρ χρόνος αλλά και η “στιγμή” του που χαρίζεται στον καθένα μας όταν γεννιέται στο άπειρό του. Η οδύνη της απώλειας αλλά και το δέος της αποδοχής της που ίσως αποφέρει τη λύτρωση. Ο παντοτινός νόστος για όποια πατρίδα, πραγματική ή ονειρική, τρέφει την καρδιά -ακόμη και ο νόστος των νεκύων, των νεκρών, για τον Πάνω Κόσμο. Ο πανταχού παρών αθάνατος θάνατος αλλά και η συμφιλίωση μαζί του που μπορεί να γεννήσει ακόμη μεγαλύτερη δύναμη για ζωή. Και, τέλος, η ζωή, μια αέναη σταγόνα αγάπης τόσο μικρή και τρυφερή κι ευάλωτη, δώρο πολύτιμο στη “στιγμή” που απλώνεται στου καθενός την πλάτη – μα και με τόση έχθρα και μίσος και θυμό των ανθρώπων φορτωμένη που συχνά χάνεται πριν προλάβει να ανθήσει. Η ματαιότητα των θνητών που δεν κατανοούν πόσο ελάχιστο είναι το πέρασμά τους από τον συμπαντικό χωροχρόνο, αλλά και η αθανασία των νεκρών μέσα στις καρδιές των ζωντανών.

Πρόσφατα διάβασα κάτι που έγραψε η Κάτια Γέρου στο facebook, την ευχαριστώ και το δανείζομαι «οι ζώντες δεν μπορούν χωρίς τους τεθνεώτες τους, ούτε οι τεθνεώτες χωρίς τους ζώντες τους. Ίσως είναι η μόνη αδιάσπαστη γραμμή, η μόνη αθανασία, η μόνη συνέχεια». Έτσι…

Φωτογραφία: Πηνελόπη Γερασίμου

Θες δεν θες λοιπόν, συνειδητά ή ασυνείδητα, παρακολουθώντας αυτό το τόσο βαθύ σε έννοιες και έγνοιες, με τόση ιερή απλότητα δοσμένες, έργο, μπαίνεις στη δίνη του – ξυπνάνε προσωπικά ή μη βιώματα, φέρνεις στο νου πρόσωπα αγαπημένα που έχασες και μένουν πάντα ζωντανά μέσα σου. Και αναλογίζεσαι συγχρόνως σε ποιον κόσμο ζεις και γιατί συμβαίνουν όλα ετούτα τα άσχημα –οι πόλεμοι, η πείνα, η αδικία– που δεν έχουν τέλος, σε έναν κόσμο που έχει τέλος.

«Συγκλονίστηκα», μου είπε μια άλλη φίλη, με την οποία πήγα για δεύτερη φορά, στην παράσταση. Το εννοούσε από την κορφή ως τα νύχια. Ο συνταρακτικός διάλογος του Οδυσσέα με τη μητέρα του Αντίκλεια – κορυφαία η ερμηνεία της σπουδαίας Όλιας Λαζαρίδου-, που έσβησε από τον καημό της περιμένοντας την επιστροφή του, είναι όντως από τις συγκλονιστικότερες στιγμές του έργου. Όπως και εκείνη με τον συμπολεμιστή σύντροφο του Οδυσσέα, Ελπήνορα, που χάθηκε άδοξα σε δυστύχημα στο νησί της Κίρκης και τον παρακαλά να μην αφήσει άθαφτο το κορμί του. Αλλά κι εκείνη με τον πικραμένο Αγαμέμνονα που πρόδωσε και σφάγιασε η αδίστακτη Κλυταιμνήστρα και αναζητά να μάθει αν ζει ακόμη ο Ορέστης του ή εκείνη με τον δοξασμένο Αχιλλέα που παραδέχεται πως όσο κι αν τον τιμούν όλοι, θα προτιμούσε να απολαμβάνει την ζωή στον Πάνω Κόσμο.

Περιττό να πω, πόσο σε αγγίζει το ίδιο το κείμενο, ακόμη και στην ελεύθερη διασκευή του. Πόσες φορές θα σκεφθείς, ακούγοντάς το, «γιατί μαθαίνουν με τόσο λάθος τρόπο στα παιδιά μας τα Αρχαία Ελληνικά και την Ιστορία στο σχολείο; Γιατί τα κάνουν να απεχθάνονται έτσι κάτι τόσο μοναδικό, διαχρονικό και όμορφο;» και να θυμηθώ πώς τα μισούσα επίσης μέχρι την τέταρτη δεκαετία της ζωής μου, που τα λάτρεψα, καθώς εισέπραξα το μεγαλείο τους παρακολουθώντας υποκριτική αρχαίου δράματος με δάσκαλο τον συναρπαστικό και άφθαστο Άρη Ρέτσο.

Φωτογραφία: Πηνελόπη Γερασίμου

«Ονειρεύτηκα μια υποβλητική αφήγηση της Οδύσσειας», δήλωσε ο Γιάννης Αγγελάκας για το έργο. Το πέτυχε, με την καθοριστική συνδρομή του εμπνευσμένου χορογράφου Χρήστου Παπαδόπουλου στη σκηνοθεσία –και βέβαια και των υπόλοιπων ξεχωριστών συντελεστών. «Για να ’χουν φως οι νύχτες σας/ αυτή ήταν η έννοια μου,/ τι άλλο να προσμένω;», όπως αφηγείται στο τέλος με την χαρακτηριστική τραχιά φωνή του που την ξεχωρίζεις όπου κι αν την ακούσεις. Και είναι πραγματικά ταιριαστή στη συγκεκριμένη ατμόσφαιρα, λες και αποτελεί ακόμη ένα όργανο στο έντονο ηχοτοπίο των συνθέσεων, των παύσεων και των σιωπών, δίπλα στο μαγικό μουσικό πριόνι του Νίκου Γιούσεφ και τα πλήκτρα του συν-ενορχηστρωτή Ηλία Μπαγλάνη που τον ακολουθούν επί σκηνής, όπως και μέλη από το πολυφωνικό σχήμα Διώνη στα φωνητικά –τις κραυγές και τους λυγμούς του Κάτω Κόσμου.

Ο σχεδιασμός ήχου του Coti K. (έχει γράψει και πρόσθετη μουσική) καταπληκτικός, δένει απόλυτα με το άκρατα εντυπωσιακό “παιχνίδι” του φωτός με τις σκιές -σε σχεδιασμό της Ελίζας Αλεξανδροπούλου-, δημιουργώντας ένα γεμάτο εντάσεις, υπόγειες και μη, απόκοσμο, όμως όχι τρομακτικό, περιβάλλον. Στο οποίο είναι δύσκολο να μην παρασυρθείς, λιγότερο ή περισσότερο. Στο τέλος, στην υπόκλιση, βλέπεις  πιο πολλά άτομα στη σκηνή από όσα την ώρα που “τρέχει” το έργο: performers που με τα σώματά τους συμβάλλουν καίρια στο καθηλωτικό φωτιστικό εγχείρημα, χαρίζοντας κίνηση στην απόλυτη ακινησία μέσα στην οποία “δρουν” οι χαρακτήρες και εξελίσσεται το έργο.  

Ανεξαρτήτως του πόσο μέσα τελικά θα μπεις σε αυτό το ταξίδι του Οδυσσέα στον Άδη, πόσα συναισθήματα θα νιώσεις και πόσο διάλογο θα κάνεις με τον ίδιο τον εαυτό σου στη σύντομη διάρκειά του, το σίγουρο είναι πως, όπως και τόσες άλλες φορές μετά τις Τρύπες (με τους Λύκους και τον εξαίρετο συνοδοιπόρο Νίκο Βελιώτη, ως πρωταγωνιστής στην ταινία «Ο Χαμένος Τα Παίρνει Όλα» του Νίκου Νικολαΐδη, με τους Επισκέπτες, με τους 100ο,  στο Ηρώδειο ή όπου αλλού), ο Γιάννης Αγγελάκας δεν δίστασε να πειραματιστεί και να δώσει κάτι καινούργιο, τολμώντας να εκθέσει και πάλι τον καλλιτεχνικό εαυτό του στο κοινό.

Σιγά μη φοβηθεί άλλωστε. Για αυτό τον αγαπάμε. Αλλά και γιατί είναι ποιητής που εκτοξεύει στον ουρανό τα εσώψυχά μας σε οτιδήποτε και αν κάνει –κι επισημαίνω εδώ ξανά ότι η «Νέκυια» του είναι βασισμένη στο ομηρικό πρωτότυπο κι όχι κατά λέξη απόδοσή του και περιλαμβάνει και δικούς του στίχους. Αλλά και γιατί όσα κι αν επιχειρεί, τα ψάχνει βαθιά στην ταξιδιάρα ψυχή του και τα βγάζει με την αλήθεια του προς τα έξω. Αλλά και γιατί όλοι οι συνεργάτες του, είναι ένας κι ένας, πάντα εκεί, ακόμη και στα projects που τυχαίνει να μη συνεργαστούν, μια παρέα χαρισματικών ατόμων που βάζουν τις διακριτές πινελιές τους ο ένας στα έργα του άλλου. Στο τέλος της πρόβας τζενεράλε ήταν συγκινητικό να βλέπεις παρέα, χαμογελαστούς και αφοσιωμένους στην κουβέντα τους, τον Γιάννη Αγγελάκα, τον Coti K., τον Νίκο Βελιώτη, αλλά και τον Αλέξη Καλοφωλιά (Alex K. – The Last Drive). Μια γενιά πολυδιάστατων, ασυμβίβαστων, βαθιά παθιασμένων δημιουργών που, μαζί με μερικούς ακόμη, προχώρησαν, περνώντας μέσα από διάφορους σκοπέλους, σε καινούργιες φωτεινές λεωφόρους τα μουσικά μας –κι όχι μόνο- δρώμενα, ο καθένας με τον δικό του τρόπο και όλοι μαζί παράλληλα, με αλληλοσεβασμό και αγάπη. Παίρνοντας μαζί τους τόσο εμάς που μεγαλώσαμε στην ίδια γενιά παρέα όσο και τους επόμενους…

Φωτογραφία: Τάσος Βρεττός

«ΝΕΚΥΙΑ»
Γιάννης Αγγελάκας & Χρήστος Παπαδόπουλος
Οδύσσεια με πλήκτρα, φωνές και μουσικό πριόνι
Στέγη Ιδρύματος Ωνάση (Συγγρού 107) | Κεντρική Σκηνή
Μέχρι τις 28 Ιανουαρίου | Πέμπτη – Κυριακή | ώρα 20:30 (διάρκεια: 60’)
Συντελεστές
Μετάφραση: Γιώργος Ψυχουντάκης / Σύλληψη, Σύνθεση μουσικής, Καλλιτεχνική επιμέλεια: Γιάννης Αγγελάκας / Σκηνοθεσία: Χρήστος Παπαδόπουλος / Ελεύθερη διασκευή & Πρωτότυποι στίχοι: Γιάννης Αγγελάκας, Θεοδώρα Καπράλου / Ενορχήστρωση: Γιάννης Αγγελάκας, Ηλίας Μπαγλάνης / Σχεδιασμός ήχου & Πρόσθετη μουσική: Coti K. / Δραματουργική επιμέλεια: Θεοδώρα Καπράλου / Σκηνικά: Κλειώ Μπομπότη / Σχεδιασμός φωτισμών: Ελίζα Αλεξανδροπούλου / Επιμέλεια κοστουμιών: Ελευθερία Αράπογλου
Παραγωγή – Εκτέλεση παραγωγής: Wild Rose Productions / Γιώργης Δραγατάκης – Ευαγγελία Πετράκη / Line Production: CULTOPIA / Κάσση Καφέτση / Παραγωγή: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση
Αφήγηση: Όλια Λαζαρίδου & Γιάννης Αγγελάκας / Μουσικοί: Ηλίας Μπαγλάνης (πλήκτρα, πρόσθετη μουσική), Νίκος Γιούσεφ (μουσικό πριόνι), Δημήτρης Σαλεπάκης (προηχογραφημένο modular synthesizer) / Φωνητικά: Γιώτα Κολιούση, Ειρήνη Κολιούση, Νεφέλη Μπραβάκη, Μυρτώ Σταυρακίδου-Ζάχου / Performers φωτιστικής εγκατάστασης: Παγώνα Μπουλμπασάκου, Αμαλία Κοσμά, Θέμις-Αριάδνη Ανδρεουλάκη, Ειρήνη Μπούνταλη
ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
«ΝΕΚΥΙΑ» – Κείμενο βασισμένο στη ραψωδία λ της «Οδύσσειας» του Ομήρου
Εκδότης: Ίδρυμα Ωνάση / Κείμενο παράστασης: Γιάννης Αγγελάκας, Θεοδώρα Καπράλου / Μετάφραση από το κείμενο του Ομήρου: Γεώργιος Ψυχουντάκης / Επιπλέον κείμενα: Αφροδίτη Παναγιωτάκου (πρόλογος), Όλια Λαζαρίδου (σημείωμα), Χρήστος Παπαδόπουλος (σημείωμα) / Επιμέλεια έκδοσης: Χριστίνα Κοσμόγλου / Σύμβουλοι έκδοσης: Ιλειάνα Δημάδη, Βάσω Βασιλάτου / Καλλιτεχνική διεύθυνση: Χρήστος Σαρρής / Σχεδιασμός: Μαρία Πογιατζή, Γεωργία Λεοντάρα / Επιμέλεια κειμένων: Βασίλης Δουβίτσας / Φωτογραφίες: Πάνος Κέφαλος
Εφη Παπαζαχαρίου