TECHNEWS

Πόσο προετοιμασμένοι είναι οι Έλληνες εργαζόμενοι για την Τεχνητή Νοημοσύνη;

Η «Χ», επιστήμονας πληροφορικής με εξειδίκευση στην ανάπτυξη εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), μετανάστευσε από το Μιλάνο στη Βοστόνη των ΗΠΑ, για να εργαστεί εκεί με πολύ υψηλότερη αμοιβή. Ο «Υ» από τη Βαρκελώνη έχει πτυχίο πανεπιστημίου, αλλά εργάζεται σε μια θέση εργασίας, για την οποία θα υπέθετε κάποιος ότι δεν χρειάζεται ούτε απολυτήριο Λυκείου. Η «Ζ», κάτοικος Θεσσαλονίκης, αισθανόταν μέχρι πρότινος ότι η παραγωγικότητά της έχει εκτοξευθεί χάρη στη χρήση εργαλείων ΤΝ, αλλά όταν χρειάστηκε να εκτελέσει κάποια πιο σύνθετα καθήκοντα «τα βρήκε σκούρα», γιατί δεν είχε τις γνώσεις για να ελέγξει την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων που της έδινε ο αλγόριθμος. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγικότητά της έπεσε ξανά.

Οι τρεις τους είναι φανταστικά πρόσωπα, αλλά οι ιστορίες τους αποτυπώνουν κάποιες βασικές τάσεις στην αγορά εργασίας της ΕΕ, στην εποχή της ΤΝ: εργαζόμενοι με προσόντα πολύ ανώτερα από αυτά που απαιτεί η θέση εργασίας τους, ελλιπής επανακατάρτιση του ευρωπαϊκού πληθυσμού, ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις, καθώς και μετανάστευση προς χώρες με πιο ανεπτυγμένη αγορά στις τεχνολογίες ΤΝ -παράγοντες που εν τέλει έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην παραγωγικότητα της ΕΕ σε σχέση με τις ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή όμως, οι ευρωπαϊκές τεχνολογικές εταιρείες εμφανίζονται αρκετά ελκυστικές, ώστε να προσελκύουν εργαζόμενους και από τις ΗΠΑ στον τομέα της ΤΝ. 

Όπως επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο εμπειρογνώμονας του Cedefop, Κωνσταντίνος Πουλιάκας, με αφορμή σεμινάριο για τις δεξιότητες και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα, στις Βρυξέλλες, ποσοστό 40%-60% των Ευρωπαίων εργαζόμενων διαθέτουν χαμηλό γραμματισμό ΤΝ, ενώ το 42% (51% στην Ελλάδα) χρειάζεται να αναπτύξει περαιτέρω τη γνώση και τα skills του, προκειμένου να μπορεί να χρησιμοποιεί εργαλεία ΤΝ στη δουλειά του. Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με την έρευνα «ΑΙ Skills Survey» (2024) του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop), αποκεντρωμένου οργανισμού της ΕΕ με έδρα τη Θεσσαλονίκη, μόλις το 6% των Ελλήνων γνωρίζει «πολύ καλά» και το 29% «αρκετά καλά» πώς να ερμηνεύει τα αποτελέσματα των εφαρμογών της ΤΝ και να κατανοεί τους περιορισμούς τους. Αντίστοιχα, μόνο ένας στους δέκα Έλληνες εργαζόμενους κατανοεί πώς μια μηχανή αντιλαμβάνεται το περιβάλλον της και πώς μαθαίνει από δεδομένα μέσω αλγόριθμων ή μπορεί να εξηγήσει τις επιπτώσεις της ΤΝ στον κόσμο και τις ηθικές της διαστάσεις. «Γενικά οι Έλληνες, ιδίως οι νέοι, είναι πολύ καλοί στο να χρησιμοποιούν την ΤΝ για προσωπικούς λόγους, αλλά δεν την αξιοποιούν επαρκώς ως εργαλείο στη δουλειά τους, κυρίως λόγω της οργανωτικής δομής των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονται» παρατηρεί.

Έχουν τελικά αποτέλεσμα τα προγράμματα reskilling;

Σύμφωνα με τον κ. Πουλιάκα, βάσει έρευνας σε 11 χώρες, μεταξύ 2023 και 2024 περίπου το 15% των εργαζομένων στην Ευρώπη συμμετείχαν σε κάποιο πρόγραμμα κατάρτισης, για να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους γύρω από τη χρήση της ΤΝ. Αποδίδουν όμως όντως οφέλη αυτά τα προγράμματα; Κατά τον εμπειρογνώμονα του Cedefop, παρότι δεν υπάρχουν επαρκείς έρευνες, που να στοιχειοθετούν με ασφάλεια την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, ωστόσο «ακαδημαϊκή μελέτη σε 37 χώρες έδειξε ότι η κατάρτιση αυτού του είδους μειώνει τον κίνδυνο αυτοματοποίησης της θέσης εργασίας που καταλαμβάνει ο/η εργαζόμενος κατά 3,8 ποσοστιαίες μονάδες, με μεγαλύτερα οφέλη για προγράμματα μεγαλύτερης διάρκειας (Falck et al., 2026), ενώ δεν αποκλείεται να φέρει αύξηση μισθού. Η πρόσβαση σε κατάρτιση όμως τείνει να είναι ιδιαίτερα άνιση για εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας, γυναίκες, απασχολούμενους σε μικρές επιχειρήσεις και άτομα σε επισφαλείς μορφές απασχόλησης». 

Πολλές απόψεις ακούγονται για το πώς επιδρά τελικά η χρήση της ΤΝ στην παραγωγικότητα της εργασίας. Τι ισχύει τελικά; Κατά τον κ.Πουλιάκα, παγκοσμίως, οι έρευνες τείνουν να αποδίδουν πολύ μεγάλα οφέλη παραγωγικότητας, της τάξης του 20% έως και 60%, όταν εξετάζεται η χρήση της ΤΝ στην εκτέλεση απλών ή σαφώς ορισμένων εργασιακών καθηκόντων (π.χ, σύνοψη μιας έρευνας, συγγραφή μιας αναφοράς ή κώδικα). Μάλιστα, σε αυτή την περίπτωση ωφελούνται κυρίως άτομα με δεξιότητες χαμηλότερου επιπέδου, με αποτέλεσμα πολλοί να χαρακτηρίζουν την ΤΝ ως τον μεγάλο εξισωτή ευκαιριών. «Όταν όμως πάμε σε πιο σύνθετα tasks, που απαιτούν δυνατότητα ελέγχου και ερμηνείας των αποτελεσμάτων που δίνουν οι αλγόριθμοι και κριτική σκέψη, τότε τα οφέλη παραγωγικότητας εξαρτώνται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις δεξιότητες του χρήστη, και πιο ωφελημένοι εμφανίζονται όσοι έχουν ήδη υψηλότερη εξειδίκευση» λέει.

Αν ανοίξουμε κι άλλο την εικόνα, πόσο έχει βοηθήσει η ΤΝ τις επιχειρήσεις και την οικονομία συνολικά; Στις περισσότερες χώρες, απαντά, δεν έχει σημειωθεί αισθητή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, κάτι που φέρνει εκ νέου στο προσκήνιο -αυτή τη φορά για την ΤΝ- την παλιά ρήση του Νομπελίστα Ρόμπερτ Σόλοου, ο οποίος όταν οι υπολογιστές είχαν διαδοθεί ευρύτερα, είχε επισημάνει ότι «οι υπολογιστές είναι παντού εκτός από τις στατιστικές παραγωγικότητας». Γιατί δεν υπάρχει αξιοσημείωτη αύξηση παραγωγικότητας; Κατά τον κ.Πουλιάκα, κατά μια εκδοχή αυτό συμβαίνει γιατί όταν μια νέα τεχνολογία ενσωματώνεται στην οικονομία, η παραγωγικότητα αρχικά μειώνεται προτού αυξηθεί, μέχρις ότου οι οργανισμοί αλλάξουν οργάνωση, οι εργαζόμενοι εκπαιδευτούν στις νέες δεξιότητες κτλ. «Με την ΤΝ όλα γίνονται ταχύτερα, αλλά κανείς δεν ξέρει πόσο γρήγορα θα φτάσουμε στο σημείο που αυτή η τεχνολογία θα έχει αντίκτυπο στην παραγωγικότητα, γιατί υπεισέρχονται και παράγοντες ρύθμισης, κοινωνικής αποδοχής, πιθανώς αντίστασης των επιχειρήσεων στη χρήση της λόγω κόστους, ανάγκης προστασίας προσωπικών δεδομένων κτλ» σημειώνει.

Έτερο σημαντικό ζήτημα είναι η κατάρτιση των εργαζομένων, δεδομένου ότι όταν μια νέα τεχνολογία μεταλλάσσει την οργάνωση της παραγωγής, συχνά υπάρχει εκτεταμένο skills mismatch (αναντιστοιχία επαγγελματικών δεξιοτήτων με το προφίλ των μεταλλασσόμενων καθηκόντων της θέσης εργασίας που έχει ο/η εργαζόμενος/η).

Πτυχιούχοι πανεπιστημίου σε δουλειές που απαιτούν απολυτήριο γυμνασίου ή λυκείου

Πόσοι Ευρωπαίοι εργάζονται σε θέσεις εργασίας με απαιτήσεις κατώτερες των τυπικών τους προσόντων; Σύμφωνα με τον κ.Πουλιάκα, βάσει της πιο πρόσφατης σχετικής έρευνας της Eurostat (2024), το 21% των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εργάζονται σε θέσεις για τις οποίες θα υπέθετε κάποιος ότι δεν απαιτείται πτυχίο. Ουραγοί μεταξύ των κρατών-μελών είναι η Ελλάδα (33%) και η Ισπανία (35%), ενώ στον αντίποδα βρίσκεται το Λουξεμβούργο, όπου μόλις το 5% των εργαζόμενων εργάζεται σε θέση εργασίας με απαιτήσεις κατώτερες του πτυχίου του.

Οι ερευνητές και ερευνήτριες του Cedefop ρώτησαν τους ίδιους τους εργαζόμενους/ες «τι πτυχίο θα χρειαζόταν να έχει κάποιος για να κατέχει τη θέση στην οποία δουλεύεις;» και οι απαντήσεις σκιαγράφησαν αντίστοιχη εικόνα, αφού το 28% του συνόλου των ερωτηθέντων στην ΕΕ και το 32% των Ελλήνων απάντησαν πως το πτυχίο τους υπερβαίνει το επίπεδο που είναι απαραίτητο για τη θέση εργασίας που κατέχουν. Επιπλέον, τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους στην ΕΕ των 27 δήλωσαν ότι οι δεξιότητές τους δεν αξιοποιούνται πλήρως στην εργασία τους.

«Γενικά, τα στοιχεία αναδεικνύουν ότι οι εργαζόμενοι με αναντιστοιχία δεξιοτήτων/υπερ-προσόντα εμφανίζουν χαμηλότερες αμοιβές, χαμηλότερη εργασιακή ικανοποίηση, υψηλότερη εναλλαγή θέσεων εργασίας, λιγότερη κατάρτιση και εργάζονται σε χαμηλότερης ποιότητας θέσεις εργασίας (ως προς την αυτονομία, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και την επαγγελματική εξέλιξη), σε σύγκριση με εργαζόμενους παρόμοιου εκπαιδευτικού επιπέδου που κατέχουν θέση αντίστοιχη των προσόντων τους, με συνέπεια τη χαμηλότερη παραγωγικότητα και με αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας» σημειώνει.

Αμερικανοί, Ινδοί και οι Κινέζοι έρχονται (και) Ευρώπη

Στο σκηνικό αυτό, μπορεί η ΕΕ να διακρατήσει το ανθρώπινο ταλέντο της; «Υπάρχει μια τάση μετακίνησης, κυρίως προς τις ΗΠΑ, για όσους/ες Ευρωπαίους έχουν δεξιότητες γύρω από την ΤΝ. Για να σταματήσει αυτό, η Ευρώπη χρειάζεται να προσελκύσει καινοτόμες επιχειρήσεις έντασης τεχνολογίας και να δημιουργήσει ένα πολύ υγιές οικοσύστημα τεχνολογικών επιχειρήσεων, ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και κέντρων κατάρτισης, που θα συνεργάζονται σε κλάδους τεχνολογίας αιχμής. Σε τέτοιο σύστημα, η εκπαίδευση και κατάρτιση και το επιχειρηματικό περιβάλλον αλληλοενισχύονται και συντηρούν σύνθετα δίκτυα που τροφοδοτούν τη δημιουργία νέων προϊόντων και τις κατάλληλες δεξιότητες. Υπάρχουν κάποιες πολύ δυναμικές κοιτίδες στην Ευρώπη, αλλά είναι μεμονωμένες, χρειαζόμαστε κάτι συνολικότερο, ώστε να υπάρξει μια έκρηξη παραγωγικότητας» εκτιμά ο κ.Πουλιάκας.

Μελέτη των Lazaroni και Pal (2024) που εξετάζει τον απόλυτο αριθμό ταλέντων ΤΝ ανά χώρα, αναδεικνύει τις ΗΠΑ στην πρώτη θέση, με περίπου 450.000 επαγγελματίες. Ακολουθούν Ινδία (περίπου 220.000), Ηνωμένο Βασίλειο (περίπου 60.000) και Γερμανία (περίπου 50.000). Εντός της ΕΕ, η Ινδία αποτελεί τη μεγαλύτερη χώρα προέλευσης (12%) εργατικού δυναμικού ΤΝ για τις ευρωπαϊκές εταιρείες, ακολουθούμενη από την Κίνα (11%), ενώ υπάρχει και ταλέντο που μετακινείται από ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο προς την ΕΕ (10% έκαστη). «Η ποικιλομορφία των χωρών από τις οποίες μεταναστεύουν επαγγελματίες ΤΝ στην Ευρώπη -συμπεριλαμβανομένων του Ιράν (7,6%), της Ρωσίας (5%) και άλλων αναδυόμενων χωρών όπως οι Βραζιλία, Αίγυπτος, Πακιστάν και Αργεντινή- αναδεικνύει την ελκυστικότητα της ΕΕ ως προορισμού για το εργατικό δυναμικό ΤΝ. Ακόμα και εντός των χωρών της ΕΕ, όμως, ενδέχεται να εκδηλωθεί φυγή ταλέντων και “brain drain”, καθώς εργαζόμενοι υψηλής ειδίκευσης με τεχνολογική κατάρτιση αναζητούν υψηλότερες αμοιβές (στον τομέα ΤΝ) εκτός συνόρων. Χωρίς ανταγωνιστικές συνθήκες στις τοπικές αγορές εργασίας, τα υψηλής ειδίκευσης άτομα ενδέχεται να μεταναστεύουν ολοένα περισσότερο» λέει ο κ. Πουλιάκας.

ΤΝ, ανεργία, δημογραφικό και το πρόβλημα του «υπερβολικά πολύ ελεύθερου χρόνου»

Κατά τον Κωνσταντίνο Πουλιάκα, δεν υπάρχουν ακόμα συγκεκριμένα στοιχεία αύξησης της ανεργίας λόγω ΤΝ από το 2022 μέχρι σήμερα. Στην ΕΕ, δεδομένα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έδειξαν ότι επιχειρήσεις που υιοθέτησαν την ΤΝ τον τελευταία χρόνο τείνουν να παρουσιάζουν αυξανόμενη απασχόληση κι αναμένουν ισχυρή αύξησή της στην επόμενη διετία. Το πρόβλημα δεν είναι, προς το παρόν τουλάχιστον, η ανεργία: «η δημογραφική συρρίκνωση στην ΕΕ αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα διαμόρφωσης της αγοράς εργασίας και τροχοπέδη στην παραγωγικότητα. Λόγω χαμηλών εφεδρειών εργατικού δυναμικού, είναι πολύ πιθανό να δούμε στο μέλλον χαμηλή ανεργία και υψηλές ελλείψεις δεξιοτήτων, ιδίως σε ανθρωποκεντρικές δεξιότητες (κοινωνικο-συναισθηματικές δεξιότητες, τεχνικές δεξιότητες, κατανόηση και κριτική αξιολόγηση δεδομένων και εργαλείων ΤΝ, δημιουργικότητα, ηγεσία και κατανόηση των ηθικών και κοινωνικών διαστάσεων της τεχνολογίας). Σε κάποιο βαθμό, το μεγαλύτερο “πρόβλημα” για τον άνθρωπο στο μέλλον ενδέχεται να είναι η διαθεσιμότητα υπερβολικού “ελεύθερου χρόνου” και η πρόκληση της αξιοποίησης και κατεύθυνσής του προς παραγωγικές δραστηριότητες» καταλήγει.

POPAGANDA