Οι ερευνητές ανέλυσαν τρισδιάστατες μετρήσεις από 87 κρανία απολιθωμάτων του γένους Homo, που περιλαμβάνουν πρώιμα είδη, όπως ο Homo habilis και ο Homo erectus, καθώς και τον Homo heidelbergensis, τους Νεάντερταλ και πρώιμους και σύγχρονους πληθυσμούς του Homo sapiens.
Η βάση δεδομένων περιλαμβάνει την πλειονότητα των καλά διατηρημένων απολιθωμάτων ανθρωπίνων (hominins) των τελευταίων δύο εκατομμυρίων χρόνων, «καθιστώντας τη μελέτη μας μια από τις πιο περιεκτικές εργασίες που διερευνούν τις εξελικτικές αλλαγές εντός του γένους μας»¸ όπως εξηγεί η κ. Χαρβάτη στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
«Συγκρίναμε αυτό το εξαιρετικό σύνολο δεδομένων με έξι διαφορετικά εξελικτικά μοντέλα χρησιμοποιώντας στατιστικές αναλύσεις για να αξιολογήσουμε ποιο μοντέλο αντιστοιχεί καλύτερα στις παρατηρούμενες αλλαγές στη μορφολογία της κεφαλής και του προσώπου στο γένος Homo. Τα μοντέλα περιελάμβαναν τη γνωστή εξελικτική διαδικασία της φυσικής επιλογής, καθώς και άλλους εξελικτικούς μηχανισμούς που απαντώνται στη φύση, όπως την ουδέτερη εξέλιξη, την εξελικτική “στάση” και το μοντέλο της “διακεκομμένης ισορροπίας”», περιγράφει η κ. Χαρβάτη.
Οι αναλύσεις επιβεβαιώνουν τις γνωστές εξελικτικές τάσεις της σταδιακής αύξησης του μεγέθους του εγκεφάλου και της μείωσης του μεγέθους του προσώπου στην πορεία του χρόνου. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η σπουδαία Ελληνίδα παλαιοανθρωπολόγος στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, «δείχνουν ότι οι σταδιακές αυτές αλλαγές στην εξέλιξη του γένους Homo δεν φαίνεται να είναι αποτέλεσμα μιας σταθερής, σταδιακής φυσικής επιλογής προς τη σύγχρονη ανθρώπινη μορφή». Αντίθετα, οι τυχαίες γενετικές μεταλλάξεις, η σταθεροποιητική επιλογή, καθώς και οι βιολογικοί περιορισμοί πιθανότατα διαδραμάτισαν πολύ μεγαλύτερο ρόλο από ό,τι πιστευόταν μέχρι σήμερα.
Οι σημαντικότερες αυξήσεις του μεγέθους του εγκεφάλου, όπως στον Homo heidelbergensis και αργότερα και στον Homo sapiens και στους Νεάντερταλ φαίνεται ότι συνέβησαν σε περιόδους κατά τις οποίες οι εξελικτικοί περιορισμοί ήταν προσωρινά λιγότερο σοβαροί. Σύμφωνα με τους ερευνητές, σε αυτό συνέβαλαν διάφοροι παράγοντες, όπως η αναπτυξιακή βιολογία, οι μεταβολικές συνθήκες και κυρίως η πολιτισμική καινοτομία.
«Περίοδοι έντονης τεχνολογικής και πολιτισμικής καινοτομίας μπορούν να πυροδοτήσουν ταχύτερες εξελικτικές αλλαγές. Τέτοιες αλλαγές ήταν σαφώς μεγάλης σημασίας για την εξέλιξη του γένους Homo, καθώς επέτρεψαν στους προγόνους μας να ανταποκριθούν στις διατροφικές απαιτήσεις μεγαλύτερων εγκεφάλων και να αξιοποιήσουν πλήρως τα οφέλη των υψηλότερων γνωστικών ικανοτήτων», σημειώνει ο Μαρκ Χούμπε.
Παρόμοιοι μηχανισμοί ίσως εξηγούν και τις διαφορές μεταξύ των σύγχρονων ανθρώπων και παλαιότερων ειδών του γένους Homo. Για παράδειγμα, η μορφολογία του προσώπου των Νεάντερταλ φαίνεται ότι παρέμεινε σχετικά αμετάβλητη για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ενώ τα πρόσωπα των σύγχρονων ανθρώπων είναι σημαντικά μικρότερα από αυτά άλλων γενετικών γενεαλογιών
«Είναι πιθανό αυτές οι μεταγενέστερες αλλαγές να συνδέονται επίσης με βαθιές αλλαγές στη συμπεριφορά που συνόδευσαν την εμφάνιση του είδους μας», παρατηρεί η Κατερίνα Χαρβάτη.
Οι συγγραφείς διευκρινίζουν ότι η μελέτη δεν υποστηρίζει πως η φυσική επιλογή δεν διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανθρώπινη εξέλιξη. Αντίθετα, προτείνει μια διαφορετική ερευνητική προσέγγιση.
«Τα ευρήματά μας μετατοπίζουν το επίκεντρο», τονίζει η κ. Χαρβάτη στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. «Υπογραμμίζουν την ανάγκη να λαμβάνουμε και άλλους μηχανισμούς, όπως τους βιολογικούς περιορισμούς ή τις τυχαίες αλλαγές, υπόψη ως σοβαρούς παράγοντες στην εξέλιξή μας και να διαμορφώσουμε πιο εποικοδομητικά ερωτήματα που να μετατοπίζουν το επίκεντρο της μελλοντικής έρευνας. Δηλαδή, αντί να ρωτάμε γιατί οι άνθρωποι εξελίχθηκαν συνεχώς προς μεγαλύτερους εγκεφάλους και μικρότερα πρόσωπα, θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον να διερευνήσουμε υπό ποιες συνθήκες οι ανθρώπινοι πληθυσμοί κατάφεραν να ξεπεράσουν τους βιολογικούς φραγμούς που περιόριζαν την εξέλιξή τους και να αναπτύξουν νέα χαρακτηριστικά».
Η κ. Χαρβάτη αναφέρει ως παράδειγμα τις τεχνολογικές καινοτομίες, όπως την ανάπτυξη της λίθινης τεχνολογίας ή την ανάπτυξη μεθόδων επεξεργασίας τροφών, που «θα μπορούσαν να έχουν επιτρέψει την άρση βιολογικών ή μεταβολικών περιορισμών και, ως εκ τούτου, την εξέλιξη χαρακτηριστικών που προηγουμένως ήταν αδύνατα, όπως οι μεγαλύτεροι εγκέφαλοι» και καταλήγει ότι «αυτή η προσέγγιση θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα κατάλληλη για την καλύτερη κατανόηση της εξέλιξης του γένους μας».
Πηγή: ΑΠΕ