Categories: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ασκήσεις Φαντασίας
: Ελληνική Επανάσταση – Έτος Σαιν-Σανς

Στην πρώτη του συνεργασία με την ΚΟΑ, ο Λευκορώσος μαέστρος Βιατσεσλάβ Βόλιτς, πρώτος αρχιμουσικός της Εθνικής Όπερας της Οδησσού, διευθύνει την Τρίτη Συμφωνία του Camille Saint-Saëns, ανοίγοντας έτσι ένα ευρύτερο αφιέρωμα στον σπουδαίο Γάλλο μουσουργό, από τον θάνατο του οποίου συμπληρώνεται φέτος ένας αιώνας. Στην αρχή της βραδιάς ακούγεται ένα νέο συμφωνικό έργο του προβεβλημένου συνθέτη Δημήτρη Σκύλλα, εμπνευσμένο από το χορό του Ζαλόγγου (παραγγελία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών), ενώ στη συνέχεια ο βιρτουόζος πιανίστας Συπριέν Κατσαρής ερμηνεύει δύο φαντασμαγορικές συνθέσεις υψηλών δεξιοτεχνικών απαιτήσεων του Franz Liszt [Φραντς Λιστ].

Το πρόγραμμα με μια ματιά

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΚΥΛΛΑΣ (γεν. 1987)

Ο χορός του Ζαλόγγου, παραγγελία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών για τα 200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης

ΦΡΑΝΤΣ ΛΙΣΤ (1811–1886)

Φαντασία πάνω σε μοτίβα από τα «Ερείπια των Αθηνών» του Μπετόβεν

Ουγγρική Φαντασία για πιάνο και ορχήστρα

ΚΑΜΙΓ ΣΑΙΝ-ΣΑΝΣ (1835–1921)

Συμφωνία αρ. 3 σε ντο ελάσσονα, έργο 78, «του εκκλησιαστικού οργάνου»

ΣΟΛΙΣΤ

Συπριέν Κατσαρής, πιάνο

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ

Βιατσεσλάβ Βόλιτς

Για την ιστορία…

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΖΑΛΟΓΓΟΥ: Ένα Συμφωνικό Ποίημα Επανάστασης 

Στη δική μου ζωή, η ιστορία του Ζαλόγγου ξεκινά έντονα από την παιδική κιόλας ηλικία. Στο άκουσμα μιας αφήγησης πως μια ομάδα γυναικών αναζητούν τη λύτρωση και την ελευθερία μέσα από τη συμβολική πράξη του εκούσιου θανάτου, με όπλο τον χορό και το τραγούδι, έκανε το παιδικό μου μυαλό να πάλλεται και το στομάχι μου να σφίγγεται. Ήθελα να τρέξω, να φωνάξω δυνατά. Δεν καταλάβαινα γιατί αυτή η ιστορία μου προκαλούσε τόσο έντονα και αντιφατικά συναισθήματα. Τα χρόνια πέρασαν και στην ηλικία των είκοσι χρονών, όντας πλέον νέος συνθέτης στο Λονδίνο, θυμάμαι να λέω συχνά: θέλω πολύ να γράψω ένα έργο για τον Χορό του Ζαλόγγου, για μουσικούς της χώρας μου. Με την γλυκιά μα αφελή παρόρμηση ενός τότε νεανικού μυαλού, δεν είχα καν διανοηθεί πως αυτή η ευκαιρία θα μπορούσε να μου παρουσιαστεί περίπου μια δεκαετία αργότερα. 

Ύστερα από πολλά, δυναμικά χρόνια σπουδών και ταξιδιών, προβών, συναυλιών, χρόνια γεμάτα συνεργασίες κι εμπειρίες, μπήκαμε όλοι σε μια παύση για να καταπολεμήσουμε τη νέα πανδημία. Με ταχύ ένστικτο, άφησα πίσω το Λονδίνο κι αποφάσισα να ζήσω την καραντίνα πίσω στην Ελλάδα. Βρήκα καταφύγιο στο πιο αγαπημένο μου μέρος στον κόσμο, τον πυρήνα όλης μου της δημιουργικής ενέργειας, το σπίτι και στούντιό μου στο Βόλο. Στις μέρες της απόλυτης σιωπής και απραξίας, του επιβεβλημένου κοινωνικού διαλογισμού, ένιωσα μέσα μου κάτι να αλλάζει ριζικά. Τις άχρονες εκείνες μέρες, καθόμουν στο πιάνο ασκητικά κι αυτοσχεδίαζα, χωρίς πρόθεση. Μα πού να ‘ξερα πως έχτιζα σταδιακά το νέο μου μουσικό μέλλον. 

Στην ηδονή εκείνης της χειμερίας νάρκης, μια μέρα ηλιόλουστη και σιωπηλή, χτύπησε το τηλέφωνο: η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών μόλις μου ζήτησε να γράψω ένα νέο έργο με θέμα την Επανάσταση! Το σώμα μου και το μυαλό μου φώναξαν ”O Xορός του Ζαλόγγου!”

Oι μέρες και οι μήνες περνούσαν, μα τα χέρια μου ήταν ακόμα άδεια. Ενώ ήμουν έτοιμος να γράψω, με όρεξη κι ορμή, δεν είχα συνειδητοποιήσει το πόσο είχα αλλάξει τα τελευταία δέκα χρόνια ως συνθέτης, ως άνθρωπος, ως φίλος, ως σύντροφος. Η επανάσταση δεν ηχούσε το ίδιο μέσα μου. Ακόμα περισσότερο, ύστερα από έναν χρόνο καραντίνας, τον πρώτο ολοκληρωμένο χρόνο που έζησα τη χώρα μου ως ενήλικας, οι μουσικές μου προτεραιότητες και αξίες είχαν πλέον μεταλλαχθεί σε κάτι νέο, άμεσα, ζεστό, καθαρό, ολοκληρωμένο. 

O δικός μου Χορός του Ζαλόγγου δεν ήταν πλέον ένα έργο μόνο άγριο κι επαναστατικό, αλλά παράλληλα μια ηχητική στιγμή συναισθημάτων, νοσταλγίας και συνομιλίας με το παρελθόν. Με αναφορές στην καθαρότητα της ομορφιάς του μουσικού Μεσαίωνα, την αίσθηση της αρχαίας τραγωδίας, τον θρήνο ποικίλων παραδόσεων, αλλά και την ανοιχτή επιρροή από σύγχρονους καλλιτέχνες όπως η Bjork, ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, o Arvo Part, ο Bill Viola και ο Ingmar Bergman, o δικός μου Ζάλογγος είναι η αρχή του προσωπικού μου δρόμου για να ανακαλύψω κάτι νέο, άμεσο και ουσιώδες.

Νιώθω βαθιά πως η μεγαλύτερη κατάκτηση για κάθε καλλιτέχνη είναι η ειλικρίνεια.

Δημήτρης Σκύλλας 2021

ΦΡΑΝΤΣ ΛΙΣΤ (1811 – 1886)

Φαντασία πάνω σε μοτίβα από τα «Ερείπια των Αθηνών» του Μπετόβεν

Στις αρχές του 19ου αιώνα, και προκειμένου να εγκαινιασθεί το υπό ανέγερση νέο θέατρο της Πέστης (τμήματος της σημερινής Βουδαπέστης), ο γνωστός Γερμανός δραματουργός, δικηγόρος και διπλωμάτης Άουγκουστ φον Κότσεμπου έγραψε τα πατριωτικού περιεχομένου θεατρικά έργα Βασιλιάς Στέφανος και Τα ερείπια των Αθηνών, ενώ την παραγγελία για τη μουσική τους επένδυση έλαβε ο Μπετόβεν, τον Ιούλιο του 1811. Πράγματι, οι δύο σκηνικές μουσικές που συνέθεσε άμεσα, ακούστηκαν για πρώτη φορά στα εγκαίνια του εν λόγω θεάτρου, στις 10 Φεβρουαρίου 1812, η πρώτη ως πρόλογος και η δεύτερη ως επίλογος της όλης εκδήλωσης.

Κατά τη δεκαετία του 1850 ο Φραντς Λιστ, καταξιωμένος πλέον ως ο μεγαλύτερος πιανίστας της εποχής του και ως σημαντικός συνθέτης, επέστρεφε σε πολλά έργα της νεότητάς του, τα οποία επεξεργαζόταν σε νέες εκδοχές, αντιπροσωπευτικές του ώριμου πλέον ύφους του. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και το νεανικό, γραμμένο γύρω στα 1837, Capriccio alla turca, στο οποίο (πέραν διάφορων άλλων αλλαγών) προστέθηκε ένα αρχικό εμβατήριο για να λάβει τον τελικό τίτλο «Φαντασία πάνω σε μοτίβα από τα Ερείπια των Αθηνών». Το έργο μάς παραδίδεται σε τρεις εκδοχές, για σόλο πιάνο, για δύο πιάνα και για πιάνο και ορχήστρα. Όλες τους αφιερώθηκαν από τον συνθέτη στον Ρώσο πιανίστα, μαέστρο και συνθέτη Νικολάι Ρουμπιστάιν (1835-1881).

Το εναρκτήριο εμβατήριο ανατίθεται αποκλειστικά στην ορχήστρα, ενώ το πιάνο κάνει λίγο αργότερα θεαματική είσοδο με μία πυροτεχνηματική καντέντσα. Στην πορεία το πιάνο παρουσιάζει μοτίβα από το «χορωδιακό των δερβίσηδων» της μουσικής του Μπετόβεν, υπό τη δυναμική συνοδεία της ορχήστρας. Στην τρίτη και τελευταία ενότητα του έργου, ο Λιστ αξιοποιεί το θέμα του διάσημου Τουρκικού Εμβατηρίου, το οποίο εισάγεται με κομψό και χαριτωμένο τρόπο αλλά προϊόντος του χρόνου ακούγεται ολοένα και πιο λαμπερά, πιο δυνατά και πιο γρήγορα. Η Φαντασία κλείνει με μία εντυπωσιακή coda, στην οποία εμφανίζονται για τελευταία φορά όλα τα θέματα του έργου.

ΦΡΑΝΤΣ ΛΙΣΤ (1811 – 1886)

Ουγγρική Φαντασία για πιάνο και ορχήστρα

Στα παιδικά του χρόνια ο Λιστ είχε την ευκαιρία να ακούσει τον βιρτουόζο τσιγγάνο βιολιστή Γιάνος Μπίχαρι (1764-1827), η τέχνη του οποίου άφησε στην ψυχή του ανεξίτηλη σφραγίδα. Γενικότερα, η μουσική των τσιγγάνων της Ουγγαρίας, με την ελευθερία της, την αυτοσχεδιαστική της διάσταση, τις ακραίες εναλλαγές ταχυτήτων και την έντονη εκφραστικότητά της φάνταζε στη σκέψη του Λιστ ως αρχέγονη, με ρίζες σε ένα απώτατο παρελθόν. (Η κοινή πεποίθηση της εποχής που συμμεριζόταν και ο Λιστ, ότι η τσιγγάνικη μουσική ήταν η παραδοσιακή ουγγρική μουσική, επρόκειτο να ακυρωθεί αργότερα, στον 20ο πια αιώνα, από τον Μπάρτοκ και τον Κόνταϋ.) Η γοητεία που του ασκούσε αυτή η μουσική μεγάλωνε ακόμα περισσότερο, μιας και μεγάλο μέρος της αξίας αυτής της μουσικής έγκειτο στην τέχνη της εκτέλεσής της παρά στη συνθετική της αρτιότητα.

Καρπός της αγάπης αυτής του Λιστ ήταν οι 19 Ουγγρικές Ραψωδίες του για σόλο πιάνο, εκ των οποίων οι πρώτες 15 γράφτηκαν τα έτη 1846-1847, ενώ οι υπόλοιπες τέσσερις το 1882 και το 1885. Ο Λιστ πολύ συχνά μεταμόρφωνε έργα του κι έτσι, κάποιες από τις Ουγγρικές Ραψωδίες υπάρχουν σε εκδοχές για πιάνο, τέσσερα χέρια, για ορχήστρα, ακόμα και για τρίο με πιάνο. Η 14η Ουγγρική Ραψωδία αποτέλεσε τη βάση για τη σύνθεση της Ουγγρικής Φαντασίας για πιάνο και ορχήστρα το 1852. Η Φαντασία αφιερώθηκε στον σπουδαίο πιανίστα και αρχιμουσικό Χανς φον Μπύλοβ, ο οποίος ήταν και ο σολίστ στην πρεμιέρα του έργου το 1853. Το έργο ακολουθεί γενικά τη δομή των ουγγρικών ραψωδιών, αν και σε μία πιο διευρυμένη μορφή, έχοντας δύο ευδιάκριτες ενότητες: μία εναρκτήρια, αργή και πομπώδη και μία γρήγορη και εκτεταμένη, με διαφορετικά επεισόδια, χορευτικού και εύθυμου χαρακτήρα. Η μελωδικότητα των θεμάτων και η εντυπωσιακή δεξιοτεχνική γραφή για το πιάνο κατέστησαν την Ουγγρική Φαντασία ένα από τα ελάχιστα έργα του Λιστ για πιάνο και ορχήστρα (εκτός φυσικά από τα δύο Κοντσέρτα) που μπόρεσαν να διατηρήσουν στο πέρασμα του χρόνου μία κάπως σταθερή θέση στο συναυλιακό ρεπερτόριο.

Βιατσεσλάβ Βόλιτς

ΚΑΜΙΓ ΣΑΙΝ-ΣΑΝΣ (1835 – 1921)

Συμφωνία αρ.3 σε ντο ελάσσονα, έργο 78, «του εκκλησιαστικού οργάνου»

a. Adagio – Allegro moderato – 
b. Poco adagio

a. Allegro moderato – Presto – Allegro moderato – Presto – 
b. Maestoso – Allegro – Molto Allegro – Pesante

Ένα από τα πιο προικισμένα παιδιά-θαύματα στην ιστορία της μουσικής, ο Καμίγ Σαιν-Σανς συνέθετε ήδη σε ηλικία έξι ετών, ενώ τέσσερα μόλις χρόνια μετά, στο πιανιστικό του ντεμπούτο στο Παρίσι προσφερόταν να παίξει εκτός προγράμματος οποιαδήποτε από τις 32 Σονάτες του Μπετόβεν. Όπως ήταν αναμενόμενο, σύντομα εξελίχθηκε σε έναν σπουδαίο συνθέτη, πιανίστα και οργανίστα που μεσουράνησε στα μουσικά πράγματα της Γαλλίας μέχρι τον θάνατό του σε βαθύ γήρας. Σε όλη του τη μακρά ζωή έμεινε απόλυτα προσκολλημένος σε ένα ιδίωμα ρομαντικό, ανεπηρέαστος από τις καινοτομίες συνθετών όπως ο Ντεμπυσύ ή ο Μάλερ, που έφυγαν μάλιστα από τη ζωή πριν από εκείνον. Παρά το μεγάλο σε όγκο έργο του, σήμερα είναι κυρίως γνωστός για λίγα αλλά πολύ αγαπημένα έργα, όπως είναι κάποια από τα κοντσέρτα του (για πιάνο, για βιολί και για βιολοντσέλο), το Καρναβάλι των ζώων, η όπερα Σαμψών και Δαλιδά και φυσικά η Τρίτη Συμφωνία.

Η Συμφωνία, παραγγελία της Βασιλικής Φιλαρμονικής Εταιρείας του Λονδίνου, γράφτηκε στις αρχές του 1886, σε μία εποχή που ο Σαιν-Σανς βρισκόταν στο απόγειο της ωριμότητάς του. Στις 19 Μαΐου εκείνης της χρονιάς, ο Σαιν-Σανς εμφανίστηκε στη βρετανική πρωτεύουσα αρχικά ως σολίστ στο Τέταρτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν και κατόπιν ως αρχιμουσικός διευθύνοντας την πρεμιέρα της Τρίτης (και τελευταίας) του Συμφωνίας. Δύο μήνες μετά από την πρεμιέρα της συμφωνίας, ο δάσκαλος, φίλος και μέντορας του Σαιν-Σανς, Φραντς Λιστ, άφηνε την τελευταία του πνοή και έτσι ο Γάλλος συνθέτης αποφάσισε να αφιερώσει τη Συμφωνία στη μνήμη του. Ωστόσο, το πνεύμα του Λιστ διαπνέει την Τρίτη Συμφωνία σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από μία απλή αφιέρωση. Η τεχνική της «θεματικής μεταμόρφωσης», που ο Λιστ αξιοποίησε σε πολλά έργα του, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο και της σύλληψης του Σαιν-Σανς. Υπό αυτό το πρίσμα όλο το έργο βασίζεται σε συγκεκριμένα μοτίβα, τα οποία εμφανίζονται με την έναρξη της συμφωνίας και στην πορεία της μουσικής επιδέχονται ποικίλων μεταμορφώσεων. Τυπικά η Συμφωνία αποτελείται από δύο τμήματα, αν και το καθένα υποδιαιρείται σε δύο μέρη δημιουργώντας έτσι στην πράξη την αίσθηση των συνηθισμένων τεσσάρων μερών μίας κλασικής συμφωνίας. Σημαντική καινοτομία είναι φυσικά η καταλυτική παρουσία του επιβλητικού εκκλησιαστικού οργάνου, που εμφανίζεται στο δεύτερο και στο τέταρτο μέρος, ή σωστότερα στα δεύτερα μέρη κάθε ευρύτερου τμήματος της συμφωνίας, ενώ παράλληλα στην ορχήστρα χρησιμοποιείται περιστασιακά αλλά και ευδιάκριτα το πιάνο (τέσσερα χέρια). 

Ένα ανιόν μοτίβο τεσσάρων νοτών στο όμποε ακούγεται με την έναρξη της συμφωνίας και αποτελεί έναν από τους κύριους θεματικούς της πυρήνες. Η αρχική αργή εισαγωγή δίνει γρήγορα τη θέση της στο κυρίως γρήγορο μέρος σε φόρμα σονάτας. Το αρχικό αυτό μοτίβο συνεχίζει να υπάρχει μαζί με ένα αγωνιώδες σχήμα δεκάτων έκτων (αρχικά στα έγχορδα και αργότερα και στα ξύλινα πνευστά), που αποτελεί έναν δεύτερο θεματικό πυρήνα και επιδέχεται ποικίλων μεταμορφώσεων. Μετά από αριστοτεχνική ανάπτυξη του θεματικού υλικού η ένταση καταλαγιάζει και το εκκλησιαστικό όργανο κάνει την πρώτη του διακριτική εμφάνιση συνοδεύοντας ένα αισθαντικό αργό θέμα των εγχόρδων. Η «ειρηνική, στοχαστική ατμόσφαιρα» που δημιουργεί το αργό μέρος, προς στιγμή δείχνει πως θα ανακοπεί από την οιονεί απειλητική επανεμφάνιση στοιχείων του προηγούμενου μέρους (πιτσικάτο των εγχόρδων) αλλά λίγο αργότερα τα στοιχεία αυτά θα ενωθούν αρμονικά με το εκκλησιαστικό όργανο στην πληθωρική συνοδεία της βασικής μελωδίας. Στη συνέχεια το υλικό του πρώτου μέρους μετασχηματίζεται σε ένα θυελλώδες σκέρτσο. Αρπίσματα και κλίμακες στο πιάνο «γοργά σαν αστραπή», όπως τα χαρακτήρισε ο συνθέτης, αποτελούν μία ανάλαφρη πινελιά ευθυμίας. Μία αναπάντεχη, ηχηρή συγχορδία από το εκκλησιαστικό όργανο σηματοδοτεί την έναρξη του φινάλε. Τα έγχορδα υπό την κυματοειδή συνοδεία του πιάνου εκθέτουν ένα στιβαρό θέμα εν είδει χορικού, που αμέσως επαναλαμβάνεται μεγαλοπρεπώς από το όργανο. Η εξέλιξη πραγματώνεται μέσα σε ένα πλαίσιο πανηγυρικής διάθεσης αλλά και έντονης αντιστικτικής ανάπτυξης. Παρά τις σποραδικές εκπλήξεις, όλα οδηγούν προς μία αποθεωτική κατάληξη, με τον «βασιλιά των οργάνων» να επιβεβαιώνει την ηχητική του ισχύ.

Συπριέν Κατσαρής

Συπριέν Κατσαρής

Ο παγκοσμίου φήμης Γαλλοκύπριος συνθέτης και πιανίστας Συπριέν Κατσαρής έχει κερδίσει διεθνή βραβεία, έχει συνεργαστεί με όλες τις κορυφαίες ορχήστρες του κόσμου και με τους πιο διάσημους μαέστρους. Έχει εμφανιστεί επανειλημμένα στη μεγάλη αίθουσα του  Carnegie Hall, ενώ, στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου, συνέπραξε  με την Beijing Symphony Orchestra (Συμφωνική Ορχήστρα του Πεκίνου)  και τον σταρ του πιάνου Lang Lang [Λανγκ Λανγκ]. Πολλές από τις δεκάδες ηχογραφήσεις του (πάνω από  80) έχουν κερδίσει πρώτα βραβεία. Το 2001 ίδρυσε την  προσωπική του δισκογραφική Piano 21. Διάσημοι σκηνοθέτες, όπως ο Claude Chabrol [Κλωντ Σαμπρόλ], τον κινηματογράφησαν σε κοντσέρτα του. Το έγκριτο γαλλικό μουσικό περιοδικό Diapason τον εντάσσει στους καλύτερους πιανίστες του 20ού αιώνα. Η συνεργασία του με τον θρυλικό έλληνα συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη άρχισε το 1978 με μια συναυλία στο Παρίσι και ολοκληρώθηκε το 2017, όταν ο Συπριέν Κατσαρής ηχογράφησε και εξέδωσε με την Piano 21 τη σύνθεσή του για πιάνο Grand Fantasy on Zorba. Έχει  τιμηθεί με τις  διακρίσεις: Καλλιτέχνης της UΝΕSCO για την Ειρήνη, Ιππότης των Γραμμάτων και των Τεχνών (Γαλλία) κ.ά. Έχει  πραγματοποιήσει 33 περιοδείες στην Ιαπωνία και 14 στην Κίνα, όπου το 2018 εμφανίστηκε στο China International Film Festival (Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κίνας) μαζί με διεθνείς αστέρες του κινηματογράφου, όπως ο Johnny Depp [Τζόννυ Ντεπ], η Juliette Binoche [Ζυλιέτ Μπινός] κ.ά.

POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA