Categories: ΤΑΞΙΔΙ

Κάτι λιγότερο από 48 ώρες στο Σαν Σεμπαστιάν

Το γκρι από τα σύννεφα, το γαλάζιο της θάλασσας, το πράσινο των δέντρων και η ώχρα είναι τα χρώματα που κυριαρχούν στο Σαν Σεμπαστιάν. Οι Βάσκοι το αποκαλούν Donostia που δεν σημαίνει κάτι το διαφορετικό απλά είναι μια σύντμηση του Don Sebastian.

Σε αυτό το σημείο της Βορειοδυτικής Ισπανίας κατοικούν κοντά στους 180.000 κατοίκους. Τα σύνορα με τη Γαλλία απέχουν μόλις 20 λεπτά, αν και για να τα διασχίσεις χρειάζεται πολύ περισσότερο εξαιτίας της μεγάλης κυκλοφορίας που δημιουργούν οι Γάλλοι που περνούν ανά πάσα στιγμή στη Χώρα των Βάσκων αναζητώντας καλύτερες τιμές στα ίδια προϊόντα.

Πέρα από αυτό είναι το μεγάλο τουριστικό θέρετρο αυτής της πλευράς της Ευρώπης, με πάρα πολλά άλλα φεστιβάλ εκτός από το κινηματογραφικό και με μια μεγάλη πια «παραγωγή» υψηλής γαστρονομίας. Το να έχεις άλλωστε ένα αστέρι Μισελέν στην περιοχή είναι σαν να μην έχεις κανένα. Από τρία και πάνω μετράει. 

Κυρίες και κύριοι, ο Άγιος Σεβαστιανός με τα βέλη του.

Η Βασιλική της Σάντα Μαρία από μακριά.

Ο καθεδρικός του Σαν Σεμπαστιάν. Ο γοτθικός ρυθμός κυριαρχεί στα παλιά κτίσματα της πόλης.

Κατά τ’ άλλα τυπική ισπανική αρχιτεκτονική στις πολυκατοικίες.

Ο εντυπωσιακός τρούλος του καθεδρικού τη νύχτα.

Περίτεχνα γλυπτά στην Βασιλική της Σάντα Μαρία.

Στο λίγο χρόνο που μείναμε εκεί οι βόλτες ήταν συγκεκριμένες. Στην τουριστική παλιά πόλη που στα σοκάκια της υπάρχει άφθονο τσακολί (λευκό κρασί) και πίντσος για να τσιμπήσετε. Στην παραλία φυσικά και  στο κάστρο Mota, που αξίζει να ανηφορίσει κανείς για να το δει, όπως και στην περιοχή του λόφου. 

Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην παραλία.

Δον Κιχώτης και Σάντσο Πάντσα κάνουν τη βόλτα τους.

Τα χαρακτηριστικά «φωτιστικά» της πόλης.

Πάνω από το «γραφικό» λιμανάκι, η φιγούρα του Ιησού που ευλογεί την πόλη.

Από κάτω από τον Ιησού με τις κεραίες βρίσκεται ένα Μουσείο, στο οποίο μπορείς να μάθεις ότι η ιστορία του Σαν Σεμπαστιάν μόνο άγια δεν ήταν με τόσο πολλές βάρβαρες μάχες που έχουν γίνει στα περίχωρά του.

Σήμερα τα πράγματα είναι πιο ήρεμα. Οι Βάσκοι έχουν κερδίσει περισσότερη αυτονομία, η ETΑ είναι παροπλισμένη και η βάση της οικονομίας είναι ο τουρισμός.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 στη Χώρα των Βάσκων τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά. Η εξόρυξη μετάλλων δεν απέδιδε, η ανεργία μεγάλωνε, το μίσος για τη Μαδρίτη φούντωνε. Και τότε πάρθηκε μια απόφαση. Να χτιστεί το μουσείο Γκουγκενχάιμ στο Μπιλμπάο και να γίνει μια στροφή του κοινωνικού σχεδιασμού προς τις υπηρεσίες. Το σχέδιο πέτυχε. Το αποκαλούν “Bilbao Effect” ή “Bilbao Anomaly” αφού δεν έχει καταγραφεί ξανά στην ιστορία του πλανήτη μια τόσο ριζική αλλαγή σε μια πόλη η σε μια περιοχή. 

Έχοντας, όμως, τα καλούδια του Ατλαντικού και της ισπανικής, συγνώμη, βάσκικης γης, αποφάσισαν να εκμεταλλευθούν και τη γαστρονομική τους παράδοση. Το 1998 για παράδειγμα ανοίγει λίγο έξω από το Σαν Σεμπαστιάν το Mugaritz, ένα από τα πιο αναγνωρισμένα εστιατόρια στον κόσμο και από τότε ακολουθούν διάφορα όπως το Arzak, το Azurmendi και πολλά άλλα που σκοπεύουν σε λίγα αλλά σημαντικά πράγματα: να μετατρέψουν το φαγητό σ’ εμπειρία και να μπουν στη λίστα με τα εστιατόρια που έχουν τ’ αστέρια της Μισελέν. Αναλογικά με τους κατοίκους έχουν πετύχει να είναι ένας ευλογημένος «μισελενάτος» τόπος. 

Αλλά, πάντα υπάρχει ένα αλλά. Η εμπειρία στοιχίζει πολύ. Από 80 έως και 250 ευρώ το άτομο. Και λεφτά να υπάρχουν θα πρέπει να έχετε κλείσει εδώ και μήνες οπότε αν βρεθείτε περαστικοί θα πέσετε στην αγκαλιά των πίντσος. Συνήθως βάση από ψωμί και πάνω ένας συνδυασμός αλλαντικών, τυριών και ψαρικών. Τα παραγγέλνεις από το μπαρ, μαζί μ΄ένα ποτήρι κρασί ή μπίρα και μαζί και τα δύο μπορεί να κάνουν από 3 έως και 5 ευρώ. Υπάρχουν και τα πιάτα, όμως. Ακολουθούν ενδεικτικά τρία από αυτά. 

Κλασικό πιάτο της περιοχής. Βρασμένο και μετά ψημένο χταπόδι (pulpo) με διάφορα καρυκεύματα. Baby πατάτα και από κάτω μια στρώση από κάτι μεταξύ πουρέ και φάβας.

Άλλο χιτάκι. Τρυφερό μάγουλο χοιρινού πάνω σε πουρέ πατάτας.

Όλη η Χώρα των Βάσκων σ’ ένα πιάτο. Καυτερές πιπεριές τουρσί, τόνος, αντζούγια και κούφιες ελιές.

Καλή όρεξη! Συμπέρασμα; Αξίζει η επίσκεψη, για τέσσερις μέρες το πολύ και ας έχει γίνει και λίγη οικονομία πριν για μια επίσκεψη σε καλό εστιατόριο. Αν έχετε την τύχη να μην πετύχετε βροχή, τότε όλα θα είναι πολύ καλύτερα. 

Σταύρος Διοσκουρίδης

Ο Σταύρος Διοσκουρίδης γεννήθηκε το Μάιο του 1983 στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του στις Πολιτικές Επιστήμες ξεκίνησε και την ενασχόληση του με τη δημοσιογραφία. Είναι από τα ιδρυτικά μέλη της Popaganda. Επίσης από το 2008 «διατηρεί» την εκπομπή Λατέρνατιβ μαζί με τον Παναγιώτη Μένεγο (08.00-10.00, Εν Λευκώ 87.7) .

Share
Published by
Σταύρος Διοσκουρίδης