Categories: ΤΑΞΙΔΙ

Ποιος «παραλιακός» τύπος είσαι με βάση τα έργα και τις ημέρες σου πλάι στο κύμα;

Ο γοργόνος

Το ζεις. Είσαι απαιτητικός σε σχέση με το μπάνιο σου και το ευχαριστιέσαι μόνο όταν συντρέχουν ταυτόχρονα οι εξής προϋποθέσεις: η παραλία δεν είναι οργανωμένη, υπάρχει πλούσια υποθαλάσσια χλωρίδα και πανίδα, για να μπορείς να εξερευνήσεις το βυθό ένα τριωράκι, δε σε ενοχλεί κανείς στο κινητό και με βάση το πρόγραμμα της ημέρας μπορείς να μείνεις στη θάλασσα τουλάχιστον ένα οκτάωρο. Είσαι ο ενοχλητικός αναπνευστήρας που ξεπροβάλλει κάτω από τα απόκρημνα βράχια όπου έχουν πάει τα ζευγάρια της παραλίας να φασωθούν με την ησυχία τους, όσο εσύ προσπαθείς να ανακαλύψεις πού έχουν φωλιά οι γαλέοι. Επίσης, κάνεις πολλά νερά στο ύπτιο και δε σέβεσαι τον άνθρωπο που μετά από 4 ώρες στο ντάλα του ήλιου έχει αρχίσει τουλάχιστον να ζαλίζεται και θέλει να μαζέψετε τα μπογαλάκια σας και να πάτε σπίτι.

Ο ρακετάκιας

Είσαι εσύ που θέλουμε όλοι, πλην των ομοίων σου, να σε ρολάρουμε στην άμμο, έτσι όπως έχεις πασαλειφτεί καροτέν και γυαλίζεις σα βάζο με λαρδί και μετά να σ’ αφήσουμε να ξεραθείς σα νορβηγικός μπακαλιάρος. Πιστεύεις βαθιά ότι στην πραγματικότητα είσαι η κινούμενη παραλιακή γραφικότητα της καρδιάς μας και ότι διαμαρτυρόμαστε για το τάκα – τούκα της ρακέτας μόνο για λόγους συνέχισης της παράδοσης. Αυτό δεν ισχύει κι αν βλέπεις ότι κανείς συνλουόμενός σου δε γκρινιάζει μετά από μιάμιση ώρα αποκρούσεων (από τη μία η ρακέτα και από την άλλη το κεφάλι του συνλουόμενου), είναι επειδή υπάρχει η ελπίδα, μετά από τόση ώρα παιχνιδιού στον ήλιο, να πάθεις εγκαύματα στις πατούσες και να μη μπορείς για κανένα μήνα να υποδυθείς τον Φέντερερ της Αναβύσσου.

Ο Family Guy

Ο οικογενειάρχης με το τογιότα και την προίκα του Κλαουδάτου στο πορτ μπαγκάζ. Έχεις γυναίκα, παιδιά, γονείς και πεθερικά με ρευματισμούς, που πρέπει να κάνουν μπάνια, αλλά δε μπορούν βέβαια να οδηγήσουν κι έτσι εξαρτώνται από σένα, να τους πας στην παραλία και να τους εξασφαλίσεις ένα μίνιμουμ επίπεδο αμμουδένιας διαβίωσης. Αφού διαλέξεις προσεκτικά παραλία, να έχει καθαρά νερά, αλλά να μην είναι και στου διαόλου τη μάνα, να είναι οργανωμένη, αλλά να μη «βαράει» στο μπιτσόμπαρο, να έχει εύκολη πρόσβαση το αυτοκίνητο, αλλά να μην έχει πολύ κόσμο, αφού στήσεις 4 καρεκλάκια και 3 ξαπλώστρες, ξεφορτώσεις το ψυγειάκι, χτυπήσεις ένα φραπέ ντεκαφεϊνέ για καθένα από τα πεθερικά, βάλεις αντηλιακό στα παιδιά και τους δώσεις τα κουβαδάκια τους, τότε μπορείς κι εσύ να κάνεις μια βουτιά. Μέχρι να μπει άμμος στο μάτι του Γιωργάκη, ν’ αρχίσει να κλαίει και να πρέπει να κολυμπήσεις πίσω τα 10 μέτρα που ίσα πρόλαβες να κάνεις, για να τον πάρεις αγκαλιά και να τον ηρεμήσεις. Α, και να φτιάξεις ένα σάντουιτς με γαλοπούλα για την κουνιάδα σου, που στο μεταξύ έχει έρθει κι αυτή με τα δικά της παιδιά, για να έχεις παρεούλα βρε.

Ο «γκαγκανιάζω»

Κυρίως είναι η «γκαγκανιάζω», διότι το σπορ της ηλιοθεραπείας είναι δημοφιλές κυρίως ανάμεσα στις γυναίκες. Και τους Ιταλούς βέβαια, αλλά δεν είναι το θέμα μας οι Ιταλοί. Κακώς. Αν δε φτάσεις στο επιθυμητό χρώμα, το οποίο «χτίζεις» με taratsing ήδη από τις αρχές Μαΐου, το καλοκαίρι έχει περάσει άπρακτο για σένα. Αποφεύγεις την επίσκεψη στο δερματολόγο (ξανά: κακώς, κάκιστα) και κανονίζεις το καλοκαιρινό σου πρόγραμμα με κριτήρια όπως «σε ποια παραλία δε θα έχουν πιάσει τις καλές θέσεις για τις μπριτζόλες λαιμού». Γενικά δεν ενοχλείς, ίσα ίσα που επιλέγεις τις ξαπλώστρες που δεν έχουν σκιά, οπότε αυτές μένουν για εμάς τους υπόλοιπους. Αλλά πήγαινε μια βόλτα από τον δερματολόγο.

Ο «εγώ για την ταβέρνα ήρθα»

Η θάλασσα είναι απλά η αφορμή. Εντάξει, ωραίο πράμα η δροσιά και το κυματάκι. Ακόμα ωραιότερο όμως είναι το μπαρμπούνι στο τηγάνι, οι πατάτες τηγανιτές, η χωριάτικη σαλάτα και η τυροκαυτερή. Το έχεις φιλοσοφήσει το ζήτημα: παραλία είναι η ταβέρνα μετά. Κι όχι μια οποιαδήποτε ταβέρνα, εκείνη που σου είχαν κάποια στιγμή ότι έχει το καλύτερο χέλι στιφάδο σε ολόκληρη την Κερατέα και είναι ευκαιρία να πάτε τώρα. Συνέχισε έτσι, εγώ προσωπικά σε καμαρώνω.

Ο «φρεντάκιας»

Είσαι ο μέσος λουόμενος, που μετά από μια βδομάδα δουλειάς, θέλεις απλώς να πας μέχρι το Σχοινιά να βρέξεις το κορμί σου, να ξαπλώσεις, να διαβάσεις την αθλητική εφημερίδα σου, να πιείς τον φρέντο σου και κατά το βραδάκι να επιστρέψεις σπίτι του για να κοιμηθείς. Προσπαθείς να αποβάλλεις το άγχος της δουλειάς, αλλά σπάνια σου βγαίνει. Κι εκεί που στάζει ο φρέντο έξω από το οβάλ καπάκι σκέφτεσαι πάλι τις εκκρεμότητες που έχεις αφήσει πίσω και ότι ξέχασες να ποτίσεις τα χρυσάνθεμα και ότι μάλλον δεν έκλεισες τον θερμοσίφωνα και σταμάτα επιτέλους, ο Σχοινιάς δεν είναι Μπαχάμες, αλλά μάθε να χαίρεσαι ό,τι έχεις.

Ο «βαριέμαι»

Ο άνθρωπος που δε μπορεί τη ζέστη, την κοσμοσυρροή και τη μουσική στην παραλία. Σε κοιτάζω με βλέμμα συμπόνιας και κατανόησης, διότι ούτε εγώ θέλω τίποτα απ’ όλα αυτά, τουλάχιστον για πολύ ώρα. Προσεύχεσαι να μπει ωράριο στις παραλίες, στην είσοδο να υπάρχει έλεγχος και καθένας να έχει δικαίωμα παραμονής στην παραλία και το νερό συνολικά μία ώρα. Έτσι θα σταματήσει το μαρτύριο του μπάνιου με τον κολλητό («γοργόνο» ή «φρεντάκια»). Άλλη φορά να πηγαίνουμε μαζί. Εγώ φεύγω πριν καλά καλά στεγνώσω.

Ναταλί Σαϊτάκη

Share
Published by
Ναταλί Σαϊτάκη