FORECAST NEWS

Οι άνθρωποι πίσω από τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν

Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της υπογραφής του Μνημονίου Κατανόησης ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, ο ανώτατος Ιρανός ηγέτης, Μοτζταμπά Χαμενεΐ, έσπευσε να διευκρινίσει προς τους Ιρανούς ότι ο ίδιος είχε διαφορετική άποψη «από θέμα αρχής», αλλά τελικώς έδωσε την άδειά του, ύστερα από δεσμεύσεις που του παρείχε ο Πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν.
Η αναφορά αυτή του Ιρανού θρησκευτικού ηγέτη αποκαλύπτει μια κρυφή ευθύνη, πέρα από τις προφανείς που σηκώνουν στις πλάτες τους οι διαπραγματευτές σε τέτοιες περιπτώσεις. Αν θέλουμε να καταλάβουμε πώς φτάσαμε στο Μνημόνιο Κατανόησης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν, αξίζει να κοιτάξουμε ποιοι ήταν οι άνθρωποι που είχαν άμεση εμπλοκή και γιατί. Οι διαπραγματευτές σε τέτοιες συνομιλίες σχεδόν ποτέ δεν είναι απλοί αγγελιοφόροι μηνυμάτων των πολιτικών ηγεσιών, αλλά αναλαμβάνουν την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων και παράλληλα μεταφέρουν ανησυχίες, όρια διαπραγμάτευσης και εσωτερικούς συσχετισμούς των εθνών τους. Και στο τέλος καλούνται να κάνουν κάτι εξίσου δύσκολο με το να συμφωνήσουν με τον αντίπαλο. Να πείσουν τους δικούς τους.
Κάθε διαπραγματευτής παίζει σε δύο τραπέζια. Στο πρώτο βρίσκεται απέναντι από τον ξένο συνομιλητή του. Στο δεύτερο έχει πίσω του στρατούς, υπηρεσίες, επιχειρηματικά συμφέροντα και την κοινή γνώμη. Μια συμφωνία αντέχει πολιτικά, μόνο όσο μπορεί να περάσει από αυτό το δεύτερο τραπέζι.
Από την αμερικανική πλευρά, ο Steve Witkoff είναι η πιο χαρακτηριστική μορφή της διπλωματίας Τραμπ. Επιχειρηματίας, φίλος του Προέδρου, άνθρωπος εκτός παραδοσιακού διπλωματικού μηχανισμού. Η χρησιμότητά του βρίσκεται στο γεγονός ότι μπορεί να πει στους Ιρανούς με αξιοπιστία μέχρι πού μπορεί ή δεν μπορεί να φτάσει ο ένοικος του Λευκού Οίκου. Μπορεί επίσης να γυρίσει στην Ουάσιγκτον και να εξηγήσει γιατί μια παραχώρηση μπορεί να παρουσιαστεί ως deal, και άρα ως νίκη. Η γλώσσα του είναι περισσότερο επιχειρηματική παρά διπλωματική. Στο σύμπαν του Τραμπ αυτό μετράει.

Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος JD Vance φαίνεται ότι έπαιξε έναν διαφορετικό ρόλο. Ήταν ο πολιτικός εγγυητής. Εκπροσωπεί άλλωστε εκείνο το ρεύμα του αμερικανικού συντηρητισμού που έχει κουραστεί από τους ατελείωτους πολέμους στη Μέση Ανατολή, αλλά επιθυμεί συμφωνίες που να φαίνονται σκληρές. Η δημόσια υπεράσπιση του Μνημονίου Κατανόησης από τον ίδιο δείχνει ότι ο Τραμπ τού ανέθεσε την εσωτερική προώθηση της συμφωνίας. Ο Vance απευθύνεται στους Ρεπουμπλικανούς που φοβούνται μια νέα εκδοχή του JCPOA, τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν που υπογράφηκε το 2015, και προσπαθεί να τους πείσει ότι εδώ μιλάμε για νίκη με όρους επιβολής.

Ο Jared Kushner συμπληρώνει την εικόνα, έχοντας πάρει μέρος στις Συμφωνίες του Αβραάμ και διατηρώντας σχέσεις με Ριάντ, Ντόχα και Αμπού Ντάμπι. Φαίνεται ότι λειτούργησε ως ο σύνδεσμος με κάποιες χώρες του Κόλπου, καθώς το Μνημόνιο αφορά πυρηνικά και πολιτικές κυρώσεις, αλλά αφορά επίσης εγγυήσεις προς τα κράτη του Κόλπου.

Στην ιρανική πλευρά, ο Abbas Araghchi είναι ο πλέον ειδικός για να διαπραγματευτεί πάνω στο πυρηνικό πρόγραμμα. Ξέρει το JCPOA αφού ήταν ο άνθρωπος που τη διαπραγματεύτηκε από πλευράς Ιράν, ξέρει τις αμερικανικές απαιτήσεις, ξέρει τους μηχανισμούς κυρώσεων, ενώ είναι ο άνθρωπος που μπορεί να μετατρέψει μια πολιτική εντολή σε τεχνικό κείμενο, καθώς το έχει κάνει και στο παρελθόν. Η παρουσία του σήμαινε ότι η Τεχεράνη έμπαινε στη διαδικασία με γνώση, εμπειρία, αλλά και πραγματικά αποφασισμένη να φτάσει στη σύνταξη ενός κειμένου.
Ο Mohammad Bagher Ghalibaf είναι κάτι άλλο. Προέρχεται από τους Φρουρούς της Επανάστασης, υπήρξε διοικητής της αεροπορίας των IRGC, αρχηγός της αστυνομίας και δήμαρχος της Τεχεράνης πριν γίνει πρόεδρος του Κοινοβουλίου. Έχει λοιπόν διαδρομή στην ασφάλεια, στην καταστολή, στη διοίκηση και στο Κοινοβούλιο. Η συμμετοχή του έστελνε μήνυμα προς το εσωτερικό του Ιράν ότι οι διαπραγματεύσεις έχουν την αποδοχή των σκληρών του ιρανικού καθεστώτος. Δεδομένου ότι στο Ιράν η διπλωματία μοιάζει ευάλωτη χωρίς την κάλυψη των θεσμών που εγγυώνται την ασφάλεια, ο Ghalibaf προσέδιδε στη διαπραγματευτική ομάδα το πολιτικό κύρος που χρειαζόταν ο Araghchi.

Ο Ali Bagheri Kani είχε διαδεχθεί τον Araghchi στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα, όταν η ιρανική ηγεσία είχε αποφασίσει πως χρειαζόταν έναν πιο σκληρό διαπραγματευτή έναντι της Δύσης. Εκπροσωπεί κι αυτός τη γραμμή που θέλει αυστηρές κόκκινες γραμμές και περιορισμένο εύρος παραχωρήσεων. Η παρουσία του βοηθούσε ακόμα περισσότερο την Τεχεράνη να πει στο εσωτερικό της ότι η διαπραγμάτευση παρακολουθείται από τους σκληρούς, άρα οι υποχωρήσεις έχουν όριο.

Το Μνημόνιο ΗΠΑ – Ιράν αποτυπώνει, εκτός από τα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης ανάμεσα στα δύο κράτη, και το κλίμα της αναμέτρησης δυνάμεων, τάσεων και συμφερόντων στο εσωτερικό κάθε πλευράς. Ο Witkoff μιλούσε με την Τεχεράνη, αλλά είχε συνεχώς πίσω του τον Τραμπ, τους Ρεπουμπλικανούς, το ισραηλινό λόμπι, τα κράτη του Κόλπου και μια αμερικανική κοινωνία κουρασμένη από πολέμους χωρίς τέλος. Ο Araghchi μιλούσε με την Ουάσιγκτον, αλλά είχε πίσω του τον Ανώτατο Ηγέτη, τους Φρουρούς της Επανάστασης, το Κοινοβούλιο, τις κυρώσεις, την πίεση της οικονομίας και μια κοινωνία που αναζητούσε τον τερματισμό των πολεμικών επιχειρήσεων που βίωνε σχεδόν καθημερινά στο εσωτερικό.

Γι’ αυτό ίσως η συμφωνία πήρε τη μορφή πακέτου: πυρηνικά, κυρώσεις, Ορμούζ, Λίβανος, οικονομικά κίνητρα και περιφερειακή αποκλιμάκωση μπήκαν στην ίδια εξίσωση, επειδή κάθε επιμέρους θέμα μπορούσε να βοηθήσει κάποιον στο άλλο τραπέζι. Ο Τραμπ χρειαζόταν μια συμφωνία που να μοιάζει με επιβολή ισχύος. Το Ιράν χρειαζόταν μια συμφωνία που να μπορεί να παρουσιαστεί ως αντοχή, κι όχι ως υποχώρηση. Οι διαπραγματευτές ανέλαβαν να μεταφέρουν αυτή την πραγματικότητα στο χαρτί.
Ανδρέας Μπελεγρής