Υπάρχουν φόβοι που γεννιούνται μέσα μας και είτε τους ξεπερνάμε, είτε μας συντροφεύουν διά βίου. Και υπάρχουν κι εκείνοι με τους οποίους μας μπολιάζουν.
Οι δεύτεροι είναι οι πιο ύπουλοι. Δεν εισβάλλουν με κρότο στη ζωή μας, αλλά έρχονται μουρμουριστά, σχεδόν ανεπαίσθητα μέσα από τίτλους ειδήσεων και βίντεο λίγων δευτερολέπτων, φτιασιδωμένων με δραματικές μουσικές και επιτηδευμένα στομφώδεις λέξεις που επαναλαμβάνονται τόσο συχνά, ώστε κάποια στιγμή παύουμε να αναρωτιόμαστε αν όντως υπάρχει λόγος να φοβόμαστε. Και εξαίφνης, μυούμαστε σε μια εποχική τελετουργία, καθώς κάτι παράξενα επαναλαμβανόμενο συμβαίνει στα ελληνικά καλοκαίρια: μαζί με τις βουκαμβίλιες ανθίζει κι ένας καινούργιος συλλογικός φόβος.
Μάλλον για τους Έλληνες, η ανάγκη ενός νέου θαλάσσιου εχθρού είναι σύμφυτη με το καλοκαίρι και επιτακτικώς απαιτούμενη όπως το αντηλιακό.
Τη μία είναι οι μέδουσες. Οι διάφανες, οι μοβ, οι σαμπανιζέ, οι μπορντοροδοκόκκινες. Την άλλη οι καρχαρίες, οι μεγάλοι οι λευκοί που μέχρι πρότινος πιστεύαμε ότι ήταν μακριά κι αγαπημένοι στην Αυστραλία. Την παράλλη οι δράκαινες, οι οποίες δεν έβγαζαν ευτυχώς φωτιές από τα ρουθούνια, αλλά είχαν, σχεδόν το ίδιο, απειλητικά αγκάθια. Μετά οι εξωγήινοι κάβουρες από τον Άρη και τα φοβερά και τρομερά λεοντόψαρα με κεφάλι λιονταριού και ουρά κροκόδειλου. Για την ώρα, είναι οι λαγοκέφαλοι.
Λες και η θάλασσα έχει βαλθεί να μας εκδικηθεί για τη ρύπανση και κάθε Ιούνιο ξυπνά, συλλογιζόμενη ποιο πλάσμα που υφάρπαξε από τη φαντασία του Λάβκραφτ, θα μας ξεβράσει φέτος για να χαλάσει τις διακοπές μας.
Κι εμείς δεν την απογοητεύουμε ποτέ. Δεν υπάρχει άλλωστε πιο εύφορο έδαφος από τον υποβόσκοντα φόβο όταν καλλιεργηθεί με λέξεις που ηλεκτρίζουν πάραυτα τις πιο ευαίσθητες χορδές της ανθρώπινης φύσης: κίνδυνος, εισβολή, τρόμος, θανατηφόρο, δηλητήριο. Λέξεις που φουσκώνουν ευκολότερα κι από τα σωσίβια και χτυπούν πάνω μας σαν μανιασμένα κύματα. Όχι επειδή είναι αλήθεια, αλλά επειδή επαναλαμβάνονται μέχρι να γίνουν αλήθεια.
Μέσα σε λίγες ώρες έτσι, ένα ψάρι μετατρέπεται σε μυθικό τέρας, ενώ οι ελληνικές ακτές φαντάζουν με ειδυλλιακό σκηνικό κινηματογραφικής δυστοπίας που σέβεται τον εαυτό της. Η ομορφιά τους αποπροσανατολίζει από τον αιμοβόρο εφιάλτη που έχει στήσει καρτέρι στον βυθό, δίνοντας σε κάθε βουτιά μας τον δραματικό χαρακτήρα μιας αποστολής αυτοκτονίας.
Κάποτε οι άνθρωποι φοβούνταν πως στις άκρες του χάρτη κατοικούσαν δράκοι. Σήμερα οι δράκοι χωρούν σε τίτλους δελτίων που δεν πάσχουν από έλλειψη πληροφορίας, αλλά από υπερπαραγωγή φόβου. Τα ΜΜΕ στην Ελλάδα έχουν άλλωστε μια σχεδόν ποιητική ικανότητα να μετατρέπουν ένα οικολογικό ζήτημα σε Αποκάλυψη. Αν κάποιος δεν είχε πάει ποτέ στη θάλασσα και ενημερωνόταν μόνο από ορισμένα δελτία ειδήσεων και sites, θα πίστευε ότι στις ελληνικές ακτές περιπολεί ένα υβρίδιο λευκού καρχαρία, πιράνχα και Γκοτζίλα που αναζητά αρειμανίως ανυποψίαστους λουόμενους για να ικανοποιήσει την ακόρεστη δίψα του για φρέσκο αίμα.
Κι όμως, ο λαγοκέφαλος δεν χρειάστηκε να δαγκώσει σχεδόν κανέναν για να μας τρομάξει. Μόνο κουτάκια αναψυκτικού που του έφεραν άνθρωποι κοντά στο στόμα, αφού τον βασάνισαν. Για το content και για να πάρει μπρος ο αλγόριθμος.
Ο άνθρωπος, βλέπεις, διαθέτει ένα περίεργο χάρισμα που ενεργοποιείται αβίαστα: φοβάται περισσότερο την εικόνα που κατασκευάζει, παρά την πραγματικότητα που ζει.
Η αλήθεια όμως είναι πολύ λιγότερο χολιγουντιανή. Ο λαγοκέφαλος αποτελεί πράγματι ένα σοβαρό οικολογικό πρόβλημα. Είναι ένα ξενικό είδος που διαταράσσει τα θαλάσσια οικοσυστήματα, καταστρέφει δίχτυα, ανταγωνίζεται τα ντόπια ψάρια και δυσκολεύει τη ζωή εκατοντάδων ψαράδων.
Αυτό είναι το πραγματικό μέγεθος του δράματος. Το υπόλοιπο το προσθέσαμε εμείς γιατί πάντα είχαμε μια αλλόκοτη σχέση με την πραγματικότητα. Δεν μας συγκινούν ιδιαίτερα οι φανφάρες για τα οικοσυστήματα. Μας ερεθίζει περισσότερο η πιθανότητα να μας κυνηγήσει κάτι όσο απολαμβάνουμε το μπάνιο μας.
Αντί λοιπόν η συζήτηση να αναλωθεί στη βιοποικιλότητα, τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης και την επιστημονική διαχείριση ενός χωροκατακτητικού είδους, κλικάρουμε στον διαδραστικό χάρτη με όλες τις επικίνδυνες -ελέω λαγοκέφαλου- παραλίες της Ελλάδας και αναρωτιόμαστε αν πρέπει να ακυρώσουμε τις διακοπές μας.
Λες και ολόκληρη η Μεσόγειος μετατράπηκε ξαφνικά σε μια τεράστια σκηνή από τα Σαγόνια του Καρχαρία.
Αλλά το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ ο λαγοκέφαλος. Είναι ο τρόπος με τον οποίο εκπαιδευτήκαμε να καταναλώνουμε τον φόβο. Γιατί ο φόβος πουλάει. Η ψυχραιμία όχι. Αντίθετα με την επιστήμη, το πανικόβλητο βλέμμα και ο τρόμος φέρνουν τηλεθέαση και επισκεψιμότητα. Γι’ αυτό και κάθε καλοκαίρι μετατρέπουμε τη φύση σε θρίλερ. Δεν μας αρκεί η ομορφιά της, έχουμε τόσο ανάγκη έναν κακό, έναν δράκο στο παραμύθι που όταν δεν υπάρχει, τον επινοούμε, φορώντας του ακόμα και μαγιό.
Το πιο παράδοξο όμως είναι πως την ίδια στιγμή που τρομάζουμε με ένα ψάρι, κοιτάζοντάς το μέσα από τον μεγεθυντικό φακό του φόβου, αδιαφορούμε για όσα πραγματικά απειλούν τις θάλασσές μας. Δεν μας συγκινούν ιδιαίτερα τα σκουπίδια που αφήνουμε πίσω μας και τα πλαστικά που επιπλέουν ανάμεσά μας. Ούτε τα λύματα, οι πετρελαιοκηλίδες, η υπεραλίευση, η άνοδος της θερμοκρασίας των νερών και οι φωτιές που καταλήγουν στις ακτές. Όλα αυτά δεν έχουν εμφανή δόντια για να τρομάξουν σε πρώτο πλάνο.
Ο λαγοκέφαλος όμως δεν έφτασε μόνος του στα μέρη μας. Εξαπλώθηκε γιατί τα οικοσυστήματα μεταβάλλονται λόγω της κλιματικής κρίσης και της υπερθέρμανσης των θαλασσών. Είναι όμως πιο εύκολο να βλέπεις τέρατα μέσα σε κρυστάλλινα νερά, παρά να κοιτάξεις όσα (δεν) κάνουμε εμείς απ΄ έξω.
Η θάλασσα δεν έγινε ποτέ εχθρός μας για να μας επιτεθεί. Απλώς μας υπενθυμίζει, κάθε τόσο, ότι είναι ένας ζωντανός κόσμος που απαντά στις ανερυθρίαστες επεμβάσεις μας. Ούτε υποθάλπει την κλιματική κρίση μέχρι αυτή να αναδυθεί ξαφνικά με δραματική μουσική υπόκρουση, σκορπώντας τον τρόμο. Η κλιματική κρίση πλησιάζει πολύ σιωπηλά για να γίνει πρωτοσέλιδο. Η θάλασσα που ξεψυχά αθόρυβα χωρίς επιθανάτιο ρόγχο και τη θεατρικότητα της στιγμιαίας απειλής, δεν τρομάζει.
Αντίθετα, ο λαγοκέφαλος έχει όλα όσα χρειάζεται μια κοινωνία που λατρεύει την υπερβολή: παράξενο όνομα που γαργαλά τη φαντασία, κοφτερά δόντια και δηλητήριο.
Όλα τα απαραίτητα συστατικά μιας viral είδησης. Εκτός από το σημαντικότερο: δεν είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος της θάλασσας. Αυτός βγαίνει κάθε απόγευμα από το νερό, τινάζει την άμμο από τα πόδια του και επιστρέφει σπίτι, έχοντας πείσει τον εαυτό του ότι για όλα φταίει ένας λαγοκέφαλος. Τα βράδια δεν κολυμπά, αλλά στέκεται μπροστά σε μια οθόνη και μαθαίνει να φοβάται περισσότερο απ’ όσο σκέφτεται. Να φοβάται το αποτέλεσμα, παρά να αντιμετωπίζει την αιτία. Ίσως γιατί τον περιλαμβάνει.
Ίσως τελικά και αυτό να είναι το πραγματικό δηλητήριο. Όχι εκείνο που κουβαλά ο λαγοκέφαλος, από τη φύση του, μέσα στο σώμα του. Αλλά εκείνο που δηλητηριάζει το μυαλό μας και τη δημόσια συζήτηση, κάθε φορά που αφήνουμε τον πανικό να νικήσει τη γνώση και την υπερβολή να πνίξει την επιστήμη.
Ο λαγοκέφαλος φουσκώνει από ένστικτο επιβίωσης. Εμείς από ένστικτο στρέβλωσης, επιστρατεύοντας μέχρι και ιερείς που διαβάζουν ψαλμούς για να ξορκίσουν τον σατανικό εισβολέα.
Ούτε καν αυτό, ωστόσο, είναι το πιο ανησυχητικό, αφού ο φόβος και η όποια αντίδραση κατάματά του, είναι ανθρώπινα. Αυτό που πραγματικά τρομάζει είναι το πόσο εύκολα αποφασίζουν άλλοι τι θα φοβηθούμε. Χθες ήταν οι μέδουσες, σήμερα ο λαγοκέφαλος, αύριο θα είναι κάτι άλλο.
Γιατί οι θάλασσές μας κι εμείς δεν κινδυνεύουμε από ένα ψάρι που σπάνια θα συναντήσουμε και ακόμα πιο σπάνια θα μας δαγκώσει. Αλλά από μια κοινωνία που έμαθε να τρομάζει με έναν δραματικό τίτλο και να επιβιώνει ακροβατώντας ανάμεσα στην υστερία και την αδιαφορία, αντί να ανησυχεί για τον πραγματικό κίνδυνο.
Ο πραγματικός εισβολέας είναι ο πανικός. Δεν γεννιέται στον βυθό, αλλά στις οθόνες, καταλαμβάνοντας αθόρυβα στο μυαλό μας. Δεν χρειάζεται θαλάσσια ρεύματα, αλλά πολλαπλασιάζεται γρηγορότερα (με οπτικές ίνες) από οποιοδήποτε ξενικό είδος και καταφέρνει κάτι που κανένα δηλητηριώδες ψάρι δεν θα μπορούσε. Να μας κάνει να φοβόμαστε περισσότερο κάτι που κολυμπά στη θάλασσα, παρά αυτό που μεγαλώνει καθημερινά μέσα μας. Ένα αρπακτικό πολύ πιο επικίνδυνο από οποιοδήποτε καταχθόνιο πλάσμα. Κι αυτό, δυστυχώς, δεν το πιάνει κανένα δίχτυ.