Εικόνες από το σημείο που πυροβολήθηκε ο 20 χρόνος από τους αστυνομικούς στο Άργος (/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΜΠΟΥΓΙΩΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ)
Εξοστρακισμός. Παράξενη λέξη. Σχεδόν ποιητική. Σαν να περιγράφει ένα βότσαλο που χορεύει πάνω στο νερό.
Κι όμως, εμείς τη χρησιμοποιούμε για να εξηγήσουμε πώς μια σφαίρα αστυνομικού κατέληξε στο πίσω μέρος του κεφαλιού ενός 20χρονου. Γιατί υπάρχουν σφαίρες που δεν αφαιρούν μόνο ζωές. Σκοτώνουν την ίδια την πεμπτουσία της ανθρώπινης φύσης, τραυματίζοντας μαζί της θανάσιμα και τη λογική.
Κι ύστερα υπάρχουν εκείνες που, σύμφωνα με ορισμένες επίσημες εκδοχές, αποκτούν σχεδόν μεταφυσικές ιδιότητες. Δεν ταξιδεύουν ευθεία, αψηφούν τους νόμους, αλλάζουν πορεία, εξοστρακίζονται και σχεδόν διαλέγουν τα θύματά τους. Παίρνουν μόνες τους απρόβλεπτη τροχιά και περιπλανιούνται σαν άτακτο βλήμα, μέχρι να βρουν ένα κρανίο για να σταματήσουν.
Σαν να μην τις πυροδότησε ποτέ ανθρώπινο χέρι. Σαν να ευθύνεται πάντα κάποια στραβή γωνία, μια ατυχής σύμπτωση, ένας τοίχος, ένας δρόμος, μια λαμαρίνα που δεν θα έπρεπε να ήταν εκεί, ακόμα και ο ίδιος ο νόμος της βαρύτητας που δεν σκέφτηκε τόσο καλά ο Νεύτωνας. Ίσως γιατί καταλαβαίνουν πως στην Ελλάδα της ατιμωρησίας δεν χρειάζεται να υπακούουν στους νόμους της φυσικής. Αρκεί να υπακούουν στους νόμους της εξουσίας.
Αλλά κάθε φορά που η εξουσία προσπαθεί να εξηγήσει πώς ένας νέος άνθρωπος κατέληξε απρόκλητα νεκρός, μοιάζει να στεγνώνει η εξοστρακισμένη αλήθεια πριν από το αίμα.
Στο Άργος ακόμα ένας εικοσάχρονος δολοφονήθηκε πισώπλατα από αστυνομικά πυρά. Ένας 20χρονος που, σύμφωνα με την οικογένειά του, ήταν αυτιστικός και είχε πάει για μπάνιο, αλλά ξέχασε το δίπλωμα και δεν σταμάτησε σε μπλόκο καθώς πιθανότατα φοβήθηκε λόγω προηγούμενης τραυματικής εμπειρίας. Στη συνέχεια ακολούθησε καταδίωξη, βγήκε από το αυτοκίνητο και προσπάθησε να πηδήξει μία μάντρα για να ξεφύγει πριν τον σταματήσουν οι σφαίρες.
Κι όμως, αντί τη δημόσια συζήτηση να απασχολεί το αυτονόητο: πώς ένας νέος άνθρωπος κατέληξε με σφαίρα στο κεφάλι από όπλο που κρατούσε κρατικός λειτουργός λες και ήταν στημένος στο εκτελεστικό απόσπασμα, στεκόμαστε μπροστά στην ίδια γνώριμη αφετηρία με κόντρα άνεμο από δικαιολογίες, τεχνικές λεπτομέρειες και βαλλιστικές εκδοχές.
Λες και η πραγματική τραγωδία δεν είναι ο νεκρός, αλλά η ανάγκη να σωθεί το αφήγημα.
Υπάρχει άλλωστε κάτι πιο επικίνδυνο από μια σφαίρα που εξοστρακίζεται. Είναι η κοινωνία που εξοστρακίζει τις ευθύνες της. Γιατί μετά τους 21(!) πυροβολισμούς, ακούστηκε κάτι εξίσου ζοφερό: «Είναι κάτω ο Τουρκάλας(;). Καλέστε ασθενοφόρο.»
Δεν γνωρίζουμε αν ειπώθηκε από φόβο, από προκατάληψη ή από σύγχυση. Γνωρίζουμε όμως κάτι πολύ πιο ανησυχητικό. Ότι ακόμα κι εκείνη τη στιγμή, δίπλα σε έναν άνθρωπο που χαροπάλευε, προηγήθηκε η ταυτότητα από την ανθρώπινη ιδιότητα.
Μια φράση που συμπυκνώνει μέσα της ολόκληρη την αρρώστια μιας εποχής. Λέξεις το ίδιο θανατηφόρες με τις σφαίρες που είχαν πέσει.
Δεν γνωρίζεις καν ποιος είναι ο άνθρωπος που αιμορραγεί μπροστά σου. Δεν γνωρίζεις το όνομά του, την ηλικία του, αν τον περιμένει κανείς σπίτι να γυρίσει, τίποτα από ζωή του. Κι όμως, πριν ακόμη τον αναγνωρίσεις ως άνθρωπο, του αφαιρείς την ανθρώπινη υπόσταση, τσουβαλιάζοντάς τον ως «ξένο» κι «ανεπιθύμητο». Έτοιμος με την ετικέτα του για το νεκροτομείο πριν καν κλείσει το φερμουάρ του σάκου για τη μεταφορά των πτωμάτων.
Έτσι αρχίζει κάθε αποανθρωποποίηση, ο πιο πιστός προπομπός της βίας. Έτσι γεννιέται ο σύγχρονος φασισμός που είναι πολύ πιο ύπουλος από τον ξεφωνημένο. Όχι απαραίτητα από τις σφαίρες. Οι σφαίρες αποτελειώνουν τη δουλειά.
Γιατί κάθε ολοκληρωτισμός αρχίζει όταν ο άνθρωπος παύει να είναι άνθρωπος και μετατρέπεται σε ταμπέλα. Σε εθνικότητα. Σε φυλή. Σε «λαθραίο». Σε «γύφτο». Σε «Τουρκάλα». Σε οτιδήποτε αρκεί για να μικρύνει η αξία της ζωής του.
Κανένας άνθρωπος, άλλωστε, δεν πυροβολείται ευκολότερα από εκείνον που έχει πάψει να θεωρείται άνθρωπος στα μάτια σου. Τότε, ακόμα και το υπηρεσιακό σου όπλο στρέφεται εναντίον του, κι ας σημάδεψες εσύ στον αέρα.
Η Ιστορία το γνωρίζει καλύτερα από όλους μας. Πρώτα αλλάζουν οι λέξεις. Μετά αλλάζουν οι συνειδήσεις. Και στο τέλος αλλάζουν τα ονόματα των νεκρών.
Όταν μπροστά τους κοκκινίζει από ντροπή ακόμα και ο Ιαβέρης του Ουγκώ γιατί έχουν παραβιάσει κάθε όριο αθλιότητας.
Όταν η θανατική ποινή δεν χρειάζεται πια νόμο, αλλά εφαρμόζεται στον δρόμο χωρίς δικαστήριο, απολογία και υπεράσπιση. Με μία μόνο πίεση του δείκτη.
Δεν είναι ωστόσο μόνο η τυφλή προσήλωση στην εξουσία που τους κάνουν να βλέπουν επικίνδυνους κακοποιούς και ποτέ ανθρώπους. Είναι η βουλιμική αίσθηση της ατιμωρησίας όταν κυριεύονται από την πίστη ότι είναι οι «εκλεκτοί» να φέρουν την κάθαρση, ενώ στην πραγματικότητα είναι οι ίδιοι τα μιάσματα.
Όχι μόνο δεν έμαθαν πώς να λειτουργούν όταν έχουν απέναντί τους άτομα με νευροδιαφορετικότητα, αλλά αγνοούν ότι πρέπει να προστατεύουν ακόμα και όσους υποπτεύονται.
Σε διαφορετική περίπτωση, το κράτος δικαίου μετατρέπεται σε μηχανισμό φόβου και τραυματίζεται η ίδια η δημοκρατία. Πέφτει νεκρή και η εμπιστοσύνη σε ένα κράτος που μοιάζει να θεωρεί πως η λογοδοσία είναι πολύ πιο επικίνδυνη από τη σφαίρα.
Όπως και κάθε φορά που επιλέγουμε την πιο βολική εκδοχή αντί για τη δικαιοσύνη: «Έκανε τη δουλειά του, «Απειλήθηκε», «Η σφαίρα εξοστρακίστηκε». Κάθε φορά που η εξουσία προστατεύει πρώτα τη στολή της και μετά τον πολίτη.
Αλλά κάθε φορά που εξοστρακίζεται η ευθύνη χωρίς να φτάσει εκεί που πρέπει, τόσο περισσότεροι αθώοι θα πέφτουν νεκροί και τόσο λιγότερο θα μας σοκάρει η κατάχρηση της δύναμης που εμπιστευτήκαμε σε ακατάλληλους ένστολους.
Εξουσία χωρίς τον διαρκή φόβο της λογοδοσίας μετατρέπεται πολύ γρήγορα σε βεβαιότητα. Και η βεβαιότητα είναι το πιο επικίνδυνο όπλο που κράτησε ποτέ άνθρωπος, ο οποίος δεν πυροβολεί μόνο. Πείθεται ότι είχε δικαίωμα να το κάνει χωρίς καμία δημοκρατία να του το έχει δώσει ποτέ.
Οι δικοί μας Ιαβέρηδες όμως μοιάζουν ακόμα πιο τραγικοί γιατί δεν κυνηγούν απλά τους αδύναμους. Τους πυροβολούν και πιστεύουν πως μπορούν να ορίσουν ανάλγητα το τέλος τους. Με μια σφαίρα που αλλάζει πορεία, μια ευθύνη που αλλάζει χέρια, μια οργή που αλλάζει θέμα και μια επικαιρότητα που αλλάζει νεκρό.
Το Άργος άλλωστε δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Είναι ακόμα μία χαμένη μάχη σε έναν πόλεμο που στη συντριπτική πλειονότητα, τα θύματα είναι μετανάστες, θηλυκότητες, Ρομά, εργάτες σε ένα εργοτάξιο ή φτωχοί ασθενείς σε κάποιο ράντζο, των οποίων μάλλον η ζωή αξίζει λιγότερο.
Ο Βίκτωρ Ουγκό έγραψε πως οι κοινωνίες κρίνονται από τον τρόπο που φέρονται στους πιο αδύναμους. Εμείς ίσως πρέπει να τις κρίνουμε και από το πόσο εύκολα συνηθίζουν τους νεκρούς, θύματα καταστολής.
Τελικά δεν είναι το βλήμα, αλλά η ενσυναίσθησή μας που αλλάζει συνεχώς πορεία. Είναι η Δικαιοσύνη, η συνείδηση και η ίδια η ανθρώπινη αξία που εξοστρακίζονται.
Χτυπούν πάνω στις στολές, στις προκαταλήψεις και στις σιωπές, μέχρι που επιστρέφουν ως σφαίρα πάντοτε στον ίδιο στόχο: Σε ακόμα ένα παιδί που δεν θα προλάβει να γίνει 21 και σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να αναρωτιέται πώς γίνεται αυτή να αλλάζει τόσο εύκολα κατεύθυνση, αλλά ποτέ η εξουσία.