Categories: ΝΥΧΤΕΣFeatured

Τι γυρεύει η avant garde electronica στα μπουζούκια;

Η αλήθεια είναι ότι πήγαμε στο Βοτανικός Live Stage σχεδόν με ανυπομονησία γιατί πέρα απ’ τις σταθερές αξίες, Alva Noto και Byetone, τους BioMechanica με το ωραίο βιογραφικό, θα εμφανίζονταν κι οι Demdike Stare σε μια περίοδο που είναι τουλάχιστον περιζήτητοι. Το ότι θα «βεβηλώναμε» την έδρα του δυνατού διδύμου Αντύπας-Κουρκούλης το έκανε και λίγο αστείο, ενώ η ποιότητα του ήχου θα ήταν σίγουρα υψηλού επιπέδου γιατί ως γνωστόν αν δεν ξυρίζει το μπουζούκι δε γίνεται σωστή δουλειά. Τελικά δεν ήταν και πολύ αστείο αλλά ένα απ’ τα τρία βασικά προβλήματα που αντιμετώπισε το φεστιβάλ.

Το πρώτο από αυτά ξεκίνησε με την εμφάνιση των Demdike Stare, η οποία άρχισε με μια ώρα καθυστέρηση (λίγο μετά τις δέκα) με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί πρόβλημα σε όσους ήθελαν να προλάβουν το μετρό όπως και να αποφύγουν το ξενύχτι παραμονή εργάσιμης μέρας. Το δεύτερο πρόβλημα, αυτό μπορεί κι αποκλειστικά προσωπικό, ήταν ότι ναι μεν ο ήχος ήταν όσο καλός περιμέναμε αλλά για άγνωστο λόγο παρέμεινε σε πολύ χαμηλά επίπεδα η ένταση, κάτι που συνέβη μόνο κατά τη διάρκεια της εμφάνισης των Βρετανών. Έτσι δεν ευχαριστήθηκα όσο θα ήθελα το πιο ambient, πρώτο μισό της εμφάνισής τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήταν όσο καλοί φανταζόμασταν. Έχοντας ως μεγάλο όπλο τα καταπληκτικά, καλειδοσκοπικά visuals, το ντουέτο έπαιξε κομμάτια από μια μεγάλη γκάμα κυκλοφοριών, με αποκορύφωμα το δεκάλεπτο φινάλε με το Dyslogy. Όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν η κορυφαίοι της βραδιάς, μακάρι να τους κλείνει το Hertz κάθε χρόνο.

Σειρά πήραν οι BioMechanica, δηλαδή οι Francisco Lopez και Arturo Lanz. Χωρίζοντας με σαφήνεια τις δουλειές του καθενός επί σκηνής, ο Lopez ανέλαβε την αναπαραγωγή του πειραματικού industrial της μπάντας και ο Lanz τα φωνητικά-ουρλιαχτά. Το αποτέλεσμα ακουγόταν σαν ένα επαναλαμβανόμενο μάντρα μιας παγανιστικής τελετής, κι ήταν καλύτερο απ’την περιγραφή μου, γι’αυτό και το βινύλιό τους εξαφανίστηκε μετά την εμφάνισή τους (όπως και όλα τα cd των Demdike Stare). Στο τέλος της παρουσίας τους, ο Lopez επέδειξε γνώσεις σωστών ελληνικών με τον μυθικό χαιρετισμό: Καλησπέρα Αθήνα, όλα καλά; Γαμώ. Γαμάει.

Τέλος, σειρά πήραν οι Diamond Version, το καινούργιο σχήμα του Carsten Nicolai και Olaf Bender. Με ένα τελείως Kraftwerkικό στήσιμο (τέσσερις οθόνες μπροστά τους που αναπαρήγαγαν τις κυματομορφές όσων ακούγαμε και distorted visuals πίσω τους), ήταν οι αδικημένοι της βραδιάς αφού όσο περνούσε η ώρα ο κόσμος αραίωνε με αποτέλεσμα το τελευταίο 20λεπτό να παίξουν σε κόσμο που θα αντιστοιχούσε στις πρώτες πρωινές ώρες μιας συνηθισμένης Κυριακής σε ένα κλαμπ. Οι πέντε μέχρι τώρα, εξαιρετικές, κυκλοφορίες του ντουέτου παρουσιάστηκαν αρκετά διαφορετικές ζωντανά, με το «αυστηρό» ύφος της μουσικής τους να εξαφανίζεται και τους ίδιους να μοιάζουν αρκετά χαρούμενοι με αυτό που κάνουν. Απ’τις πολλές φορές που έχω παρακολουθήσει τον Alva Noto, ήταν η πρώτη φορά που χαμογελούσε και χόρευε, γεγονός που με κάνει να πιστεύω ότι είναι πολύ πιθανό γι’αυτούς τους δύο, οι Diamond Version να αποτελούν μια πιο ποπ πλευρά τους. Τα Empowering Change και When Performance Matters ήταν μάλλον οι καλύτερες τους στιγμές αν και συνολικά δεν μπορείς να έχεις παράπονο απ’την εμφάνισή τους. Όπως μάλλον δεν μπορείς να έχεις παράπονο από καμία εμφάνιση, ακόμα κι αν μπορούν να χαρακτηριστούν επαγγελματικές.

Κι έτσι καταλήγουμε στο τρίτο και τελευταίο πρόβλημα της βραδιάς γιατί ωραίος ο ήχος (ίσως και η αίσθηση της βεβήλωσης ενός τέτοιου κέντρου) αλλά απαράδεκτες οι τιμές του μπαρ όπου έπρεπε να πληρώσεις εφτά ευρώ για ένα ποτήρι κρασί και ένα ευρώ το μικρό νερό, το οποίο είναι μάλλον παράνομο αλλά τέλος πάντων. Η ουσία είναι ότι το Hertz είναι ένα φεστιβάλ με μετακλήσεις που σπάνια θα κάνει κάποιος άλλος, γεγονός που έχει αποδείξει απ’την πρώτη του χρονιά. Μακριά απ’τα μπουζούκια την άλλη φορά.

Πατήστε το κόκκινο βελάκι δεξιά για εικόνες σε full screen.
Γιώργος Μιχαλόπουλος

Share
Published by
Γιώργος Μιχαλόπουλος