Στον «Ζαχαρία» οι βινυλιομανείς δεν περιμένουν τη Record Store Day για να γιορτάσουν

Tο όλο πράγμα ξεκίνησε, βασικά, από τον δρόμο. Πούλαγα δίσκους τις Κυριακές  το ’89 σε ένα στενάκι πιο πάνω, ήδη είχα πολλή κίνηση και γύρω στο ’93 κάναμε μαγαζί. Δούλευα σε δισκάδικα από τις αρχές του ‘80. Στην αρχή πούλαγα δικούς μου δίσκους. Το μαγαζί ξεκίνησε στη δίπλα στοά και γύρω στο ’95 ήρθαμε σε αυτή. Τότε έδιωχναν τις αμερικάνικες βάσεις και πηγαίναμε στη Γλυφάδα και ψάχναμε δίσκους γιατί πουλάγαν τα πράγματά τους και πολλοί είχαν βινύλια.

Μετά άρχισα τα ταξίδια – Ολλανδία, Αγγλία – κι έφερνα δίσκους. Γύρω στο ’94 πήγα στην Αμερική. Έχω πάει από Ιαπωνία μέχρι Βραζιλία, αλλά βασική τροφοδότηση ήταν η Αμερική. Πέτυχα την αλλαγή από βινύλιο σε CD και ήταν μια καλή εποχή, μπορούσα να βρω πράγματα. Ταξιδεύοντας είδα ότι οι πόλεις που είχαν ζήσει πολύ καλά είχαν και πιο σπάνιους δίσκους. Πήγαινα κάποτε στη Ζυρίχη και έβρισκα τους πιο περίεργους δίσκους, ασυνήθιστα new wave, avant-garde jazz πράγματα που δε βρίσκεις σε μια εργατική πόλη.

Τις δεκαετίες του ’80 και ’90 στην Ελλάδα επειδή ο κόσμος  είχε περισσότερα λεφτά, αγόραζε και πιο σπάνιους δίσκους. Ιδανικές πόλεις για βινύλια είναι η Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες. Πήγα στο Σαν Φρανσίσκο και απογοητεύτηκα, είχε πολύ μεγάλα δισκάδικα αλλά όχι ποικιλία. Έχω δει φοβερά δισκάδικα στο Τόκυο. Λεγόντουσαν Union, απίστευτα οργανωμένα, τετραώροφα, με όλα τα είδη, μεταχειρισμένα, και έχουν ανά είδος τα βινύλια και τα CD μαζί. Πλέον δεν ταξιδεύω τόσο πολύ, μας πουλάνε εδώ δίσκους. μας ξέρει όλος ο κόσμος.

 

Υπάρχουν πολλές τρελές ιστορίες από τα ταξίδια. Μια φορά ήμουν σε ένα δισκάδικο στην Ιρλανδία. Εκεί ήταν και μια φαν του Prince, ο οποίος είχε συναυλία το βράδυ. Ζήτησε, λοιπόν, δίσκους του και της απάντησαν ότι έχουν και κάποια bootleg. Αυτή άρχισε να φωνάζει ότι κλέβουν τα δικαιώματα του Prince, και προσπάθησε να κάψει το δισκάδικο, βάζοντας φωτιά σε κάτι ποστερ απ’ έξω!


 

Η πρώτη μου επαφή με το βινύλιο ξεκίνησε από 45άρια που είχαμε στο σπίτι: Simon & Garfunkel “Mrs Robinson”, Elvis και τέτοια. Πρώτη φορά ήρθα στο Μοναστηράκι το ’78 για δίσκους. Μου άρεσε να ψωνίζω εδώ γιατί ήταν πιο φθηνά. Όλοι τη δεκαετία του ’60 μαζεύαν 45άρια, κάποια στιγμή τη δεκαετία του ’70 ήρθε το long play. Τότε δεν είχαμε πολλά λεφτά και στα δισκοπωλεία εδώ έβρισκα πολλά 45άρια σε προσφορά. Έτσι έχω ακούσει πολλή μουσική. Μου αρέσουν πολύ οι 45 στροφές και τα maxi singles γιατί έχουν πολύ καλό ήχο. Γενικά, όταν το αυλάκι σε ένα δίσκο είναι αραιό, ο ήχος είναι καλύτερος.

Κάποτε ο Elvis Costello είπε ότι η ιστορία της μουσικής δεν γράφτηκε σε long play, αλλά σε 45άρια, δηλαδή σε τραγούδια, όχι σε albums. Μου έχει μείνει αυτό.

Ο πρώτος δίσκος που αγόρασα ήταν το Rubber Soul των Beatles, από ένα super market στο Παλαιό Φάληρο. Έχω πολλούς δίσκους, αλλά με ενδιαφέρει, κυρίως, ο καλός ήχος. Να έχω καλά μηχανήματα και να ακούω καλές εγγραφές. Δεν είμαι σκληροπυρηνικός συλλέκτης που ψάχνει σπάνια πράγματα. Έχω και CD, τα οποία βολεύουν στο αμάξι. Αλλά μ’ αρέσει το βινύλιο, με καλά μηχανήματα παίζει πολύ καλύτερα. 

Αν σε μια υποθετική κατάσταση εκτάκτου ανάγκης έπρεπε να πάρω μόνο κάποιους δίσκους μου από το σπίτι θα ήταν το Forever Changes των Love, το Sgt. Pepper’s και το Rubber Soul των Beatles, το Greatest Hits των America. Μ’ αρέσουν πολλά πράγματα, οι Hollies, οι Kaleidoscope… Από σχετικά καινούργια μ’ αρέσουν οι Belle and Sebastian. Ακούω μεγάλη γκάμα μουσικής, πιστεύω ότι όσο περισσότερα πράγματα σ’ αρέσουν, τόσο πιο καλά περνάς. Δεν μ’ αρέσει αυτοί που ρωτάνε γιατί ακούς αυτό που ακούς. Η μουσική είναι υποκειμενική σε μεγάλο βαθμό, ειδικά η δυτική.

Υπήρχαν και υπάρχουν ακόμα οι σκληροπυρηνικοί συλλέκτες. Υπάρχει ο μουσικόφιλος, που του αρέσει να ακούει μουσική σε οποιαδήποτε μορφή, ο συλλέκτης,  που θέλει συγκεκριμένες εκδόσεις και συνήθως δεν θέλει να βλέπει το CD, και o hi-end, που του αρέσει η μουσική αλλά δεν έχει πολλούς δίσκους σπίτι του, έχει λίγους και πολύ καλούς ακουστικά. Αυτός δεν ακούει μουσική, ακούει μηχανήματα. 


 

Ο συλλεκτισμός τραβάει περίεργα άτομα. Έχω πελάτη που αγοράζει ένα δίσκο και τον αριθμεί, πρέπει να έχει γύρω στους δέκα χιλιάδες δίσκους. Ξυπνάει κάθε πρωί και κάνει λοταρία και ακούει μόνο ό,τι κληρώσει, δεν ακούει ποτέ τίποτα άλλο και για εκείνον, αυτό είναι το ωραίο. Υπάρχουν πελάτες που παίρνουν τους δίσκους και τους κρατάνε κλειστούς, άλλοι που αν έχει το παραμικρό ψεγάδι ο δίσκος δεν τον θέλουν. Σε άλλους αρέσει να ακούνε το σκρατς.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Αγαπάω το βινύλιο αλλά δεν μου αρέσει η υπερβολική αρρώστια με τους δίσκους. Τα πιο πολλά λεφτά που έχω δώσει για δικό μου δίσκο είναι τρία κατοστάρικα, για το Tangerine Dream των Kaleidoscope. 

Η μουσική βιομηχανία πάει κατά διαόλου. Έχω ζήσει και τη χρυσή εποχή του δίσκου αλλά αυτό τελείωσε. Οι εποχές αλλάζουν. Οι μικροί καλλιτέχνες είναι δύσκολο πουλώντας ένα δίσκο να ζήσουν από αυτό. Έχουν φτάσει πλέον στη βιομηχανία να πουλάνε 5-10 μεγάλοι καλλιτέχνες.  Παλιά μπορούσαν να ζήσουν όλοι από αυτό. Οι καλλιτέχνες σίγουρα επηρεάζονται αρνητικά.

Την έκρηξη και την ευκολία του ίντερνετ τη βλέπω θετικά, μου αρέσει. Ζούμε σε μια εποχή που γνώση βρίσκεις παντού. Είναι και καλό και κακό αυτό. Παλιά έψαχνες. Όταν ήμασταν μικροί πηγαίναμε στον DJ, τον ρωτάγαμε ποιος λέει αυτό το τραγούδι και δεν μας έλεγε. Μάλιστα, κάλυπταν τις ετικέτες των δίσκων, να μη φαίνεται ο τίτλος για να μην το παίξει κι άλλος DJ. Μ’ αρέσει να εξαπλώνεται η πληροφορία, απλά όταν είναι πολλή και δεν προσπαθείς, τα ξεχνάς εύκολα. Παλιά σου έγραφε κάποιος μια κασέτα και μάθαινες μουσική, τώρα είναι πολύ πιο εύκολο να βρεις οτιδήποτε. Απλά, αν θες καλό ήχο δε θα ακούσεις μουσική από το ίντερνετ.

Αυτοί που αγαπούν το βινύλιο ενδιαφέρονται και για τον ήχο του και για το ίδιο το αντικείμενο. Είναι υλιστικός φετιχισμός, ανάλογα το άτομο. Ο άνθρωπος έχει γενικά μια τάση να συλλέγει, ειδικά στις δυτικές κοινωνίες που ζει πιο άνετα. 

Ο κόσμος ήταν διαφορετικός παλιότερα. Τώρα το βινύλιο είναι κάτι πιο μαζικό, πιο πολύς κόσμος ασχολείται. Γενικά, αρέσει στα νέα παιδιά που μεγαλώσαν χωρίς καν το CD. Βλέπω παιδιά 15-18 χρονών να ψωνίζουν, είναι πολύ ενημερωμένοι για το τι βγήκε και πως γράφτηκε. 


 

Πιστεύω πως τα νέα παιδιά, είτε μπάντες είτε αγοραστές, στρέφονται στο βινύλιο γιατί η μουσική που παίζεται σήμερα μοιάζει πολύ με τη μουσική όπως ήταν πριν 50, 40, 30 χρόνια. Δηλαδή, δεν έχει βγει νέα μουσική. Για να βγει, πρέπει να βγουν νέα μουσικά όργανα. Οπότε, αρέσει σε όλους το πρωτότυπο. Πολλά καλά καινούργια συγκροτήματα θυμίζουν τα παλαιότερα, πολλά πράγματα είναι διασκευές, ή κλεμμένα. Δεν υπάρχει πλέον παρθενογέννεση στη μουσική, όλα έχουν παιχτεί. Κι αυτό επηρεάζει τα παιδιά ωστε να θέλουν να ζήσουν αυτό που έχασαν, τους αρέσει όλη αυτή η νοσταλγία.

Είχα πετύχει μια φορά έναν Ιάπωνα που αγόραζε σε ποσότητα vocalists του ’50, Ella Fitzgerald, Sarah Vaughan, τέτοια πράγματα. Mου έλεγε ότι, επειδή η χώρα μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ξαναφτιαχνόταν, οι Ιάπωνες δούλευαν πολύ σκληρά και ουσιαστικά, έχασαν όλη αυτή την αλλαγή. Και ήθελαν να το αποκτήσουν ξανά αυτό το πράγμα με κάποιο τρόπο, αγοράζοντας, γενικά, vintage αντικείμενα ή και μουσική που δεν πρόλαβαν, γιατί ένιωθαν ότι κάτι είχαν χάσει.

Σε γενικές γραμμές πουλάει πιο πολύ το rock, το metal, το new wave, το punk, αλλά και η jazz και τα ελληνικά. Υπάρχουν κάποια συγκροτήματα που ξαφνικά τα ζητάει η νεότερη γενιά: Doors, Led Zeppelin, Pink Floyd, Beatles, Stones. Η country πουλάει πολύ λίγο στην Ελλάδα. Το CD πουλάει, αλλά πέφτει γενικά. Έχουν μειωθεί τα σημεία πώλησης.

H Record Store Day δεν με ενθουσιάζει. Στην αρχή μου φάνηκε ωραία, αλλά μετά είδα ότι είναι λίγο σαν επιχείρηση. Βγάζουν είτε πράγματα που έχουν ξαναβγεί με άλλα εξώφυλλα, είτε με μικροαλλαγές, ή πολύ ακριβούς δίσκους… Είναι σαν να πουλάς ξαναζεσταμένο φαγητό. Τις πρώτες δύο φορές που έγινε στο μαγαζί είχε πολλή κίνηση, αλλά πλέον δεν επηρεάζει.

Η τιμή ενός δίσκου διαμορφώνεται από τη ζήτηση και την κατάστασή του. Υπάρχουν δίσκοι πολύ σπάνιοι που δεν έχουν ζήτηση, οπότε δεν έχουν αξία. Έχει να κάνει με το πόσο συχνά βρίσκεις κάτι, από ποια χώρα προέρχεται… Για παράδειγμα, οι ιαπωνικές και οι αγγλικές εγγραφές είναι πολύ καλές, μετά οι αμερικάνικοι, οι ολλανδικοί και οι γερμανικοί δίσκοι επίσης.

Ο πιο ακριβός δίσκος που έχει περάσει από το μαγαζί ήταν το White Album των Beatles. Το άλμπουμ είχε βγει το ’68 στην Parlophone, αλλά, μετά άλλαξε label, πήγε στην Apple. H πρώτη έκδοση πουλήθηκε 3500 ευρώ. Οι περισσότεροι δίσκοι είναι κοινοί, ελάχιστοι είναι πιο σπάνιοι, ειδικά στα ελληνικά σπίτια έχουν δίσκους που τους βλέπεις σε όλα. Για παράδειγμα, η ακριβή κόπια της «Μπανάνας» είναι η μονοφωνική, γιατί τότε όλοι είχαν αλλάξει σύστημα και είχαν πάρει στέρεο, οπότε ήταν λίγα τα mono που βγήκαν.

Τους ακριβούς δίσκους τους παίρνουν συνήθως συλλέκτες ή κάποιος fan. Έχω πελάτη που έχει 90 εκδόσεις του Dark Side of the Moon. Θυμάμαι ποιοι πελάτες αγοράζουν τι, τους «φακελώνω» λίγο στο μυαλό μου. 

Πολύς κόσμος ψωνίζει δίσκους στις προσφορές, στα 3-5 ευρώ. Αγοράζουν πολύ και οι τουρίστες, έχει γίνει ένα μπουμ παγκόσμιο με το βινύλιο. Έχουν έρθει και πολλοί διάσημοι πελάτες στο μαγαζί. Ο Robert Plant, κύριος, ο Alice Cooper, οι Saint Etienne είχαν πάρει πολλούς δίσκους, οι Triffids, πολύ συμπαθητικοί, οι Electric Prunes, ο τραγουδιστής των Radio Birdman, o Thurston Moore… O Jello Biafra μου έκανε εντύπωση γιατί ήξερε πάρα πολύ καλά τα ελληνικά του ’60, είχε, γενικά, γνώσεις από όλα τα είδη.

Κάνουμε πολύ αγώνα για να κρατάμε το μαγαζί. Τρέχουμε, ψάχνουμε δίσκους, έχουμε και πολύ κίνηση. Φρόντισα τις δεκαετίες του’90 και του ’00 να αγοράζω ό,τι δίσκους έβρισκα γιατί πίστευα ότι κάποια στιγμή δε θα βρίσκονταν κι αυτό ήταν καλό, γιατί τελικά μας κράτησε. Τη δεκαετία του ’90 δεν το περίμενα. Πάντα μου άρεσε αυτή η δουλειά, αλλά δεν ήξερα τι θα έκανα το 2015. Σκεφτόμουν να ανοίξω μαγαζί με βιολογικά προϊόντα! Δεν ήθελα όμως να κάνω άλλη δουλειά, από παιδάκι μόνο με τους δίσκους ασχολούμαι.

Η ζωή στο δισκάδικο δεν μοιάζει με το High Fidelity. Μου φαίνεται λίγο παραμυθάκι, λίγο νηπιαγωγείο. Εμείς έχουμε πολύ πιο προβληματικούς πελάτες. Η ζωή είναι πιο σκληρή. Για πολλούς πελάτες λέω «ζουν ανάμεσά μας»! 

Ζαχαρίας Δίσκοι CD
Ηφαίστου 20, Μοναστηράκι
Τηλ.  2103210055 – 2103245035 – 6944363300
Ελένη Τζαννάτου