Ο Βαγγέλης Σφυρής δεν είναι από τους τραγουδοποιούς που βιάζονται να ακουστούν, αντιθέτως χτίζει τη διαδρομή του αργά, αφήνοντας τις εικόνες, τους ανθρώπους και τις μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας να μετατρέπονται σε τραγούδια. Με την Άνοιξη ως πρώτο προσωπικό δισκογραφικό βήμα και με νέο υλικό ήδη στα σκαριά, μοιάζει να βρίσκεται στην αρχή μιας διαδρομής που μόλις ξεκινά.
Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Επανομή Θεσσαλονίκης, κουβαλάει στις αποσκευές του εικόνες που μοιάζουν να επιστρέφουν διαρκώς στη μουσική του. Την επαφή με τη φύση, τις μικρές καθημερινές ιστορίες, τους ανθρώπους που παρατηρεί και τις λεπτομέρειες που συχνά περνούν απαρατήρητες.
Ο Βαγγέλης παράλληλα με τη μουσική, δραστηριοποιείται και στον χώρο του βίντεο και της σκηνοθεσίας, κάτι που εξηγεί ίσως γιατί τα τραγούδια του έχουν έντονη κινηματογραφικό feeling. Δεν τον ενδιαφέρει απλώς να αφηγηθεί μια ιστορία, θέλει να δημιουργήσει εικόνες, ατμόσφαιρες και μικρές κινηματογραφικές σκηνές που συνεχίζουν να υπάρχουν ακόμη και όταν η μουσική σταματά.
Αυτή την περίοδο συνεχίζει τις ζωντανές εμφανίσεις του, ενώ ταυτόχρονα γράφει νέο υλικό και δουλεύει πάνω στις επόμενες παραγωγές του. Η πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση της Άνοιξης θα ξεκινήσει από τον Σεπτέμβριο, με τον ίδιο να οργανώνει ήδη το πλάνο του χειμώνα τόσο για τις συναυλίες όσο και για τα επόμενα δημιουργικά του βήματα.
Μιλήσαμε για τις πρώτες μουσικές αναμνήσεις του, για τη στιγμή που κατάλαβε πως ήθελε να αφηγηθεί τις δικές του ιστορίες, τη σχέση του με τη δημιουργία, αλλά και τα όνειρα που εξακολουθούν να τον οδηγούν, διατηρώντας μια ματιά που παραμένει, όπως και η μουσική του, επίμονα ρομαντική.
Αν έπρεπε να συστηθείς σε κάποιον που δεν έχει ακούσει ούτε μία νότα από τη μουσική σου, ποια τρία πράγματα θα του έλεγες για σένα;
Θα του έλεγα ότι είμαι τραγουδοποιός και κιθαρίστας, ότι ο στίχος αποτελεί συνήθως την αφετηρία των τραγουδιών μου και ότι με ενδιαφέρει η μουσική να δημιουργεί εικόνες. Παρατηρώ πολύ τους ανθρώπους και όσα συμβαίνουν γύρω μου, οπότε πολλές φορές αυτά που γράφω ξεκινούν από μια μικρή στιγμή, μια φράση ή ένα συναίσθημα που έμεινε μέσα μου.
Πώς ξεκίνησαν όλα; Πήγαινέ με πίσω σε αυτά τα πρώτα ερεθίσματα που σε έκαναν να πεις ότι θέλεις να ασχοληθείς με τη μουσική.
Ο πατέρας μου είχε μια κιθάρα και έπαιζε, οπότε η εικόνα και ο ήχος της υπήρχαν στο σπίτι από πολύ νωρίς. Θυμάμαι επίσης ένα μικρό μαγαζί στην Επανομή, στο χωριό όπου μένω, στο οποίο έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε ένας Γερμανός μουσικός με σπαστά ελληνικά. Πρέπει να ήμουν περίπου έξι ή επτά ετών όταν βρέθηκα εκεί και τον άκουσα. Για την ηλικία μου ήταν μια πολύ ιδιαίτερη εμπειρία. Δεν ξέρω αν τότε σκέφτηκα συνειδητά ότι θέλω να γίνω μουσικός, αλλά αυτή η εικόνα έμεινε μέσα μου.
Πότε κατάλαβες ότι δεν σου αρκούσε πλέον να παίζεις μουσική άλλων και ήθελες να πεις τις δικές σου ιστορίες;
Αυτό ήρθε σταδιακά, μέσα από τα χρόνια που έπαιζα επαγγελματικά. Η ερμηνεία τραγουδιών άλλων ανθρώπων εξακολουθεί να είναι κάτι που αγαπώ, αλλά κάποια στιγμή ένιωσα ότι δεν μου αρκούσε από μόνη της. Υπήρχαν σκέψεις, εικόνες και ιστορίες που ήθελα να εκφράσω με τον δικό μου τρόπο. Όταν αυτή η ανάγκη έγινε πιο δυνατή από την αμφιβολία και τον φόβο της έκθεσης, άρχισαν ουσιαστικά να γεννιούνται και τα τραγούδια της «Άνοιξης».
Έχεις πει ότι παρατηρείς τους ανθρώπους γύρω σου. Ποιο είναι το πιο μικρό, φαινομενικά ασήμαντο περιστατικό που έχει καταλήξει να γίνει τραγούδι;
Το «Σ’ έχω δει» ξεκίνησε από ένα μικρό απόσπασμα ενός κειμένου. Η φράση ήταν: «Έχω δει ζητιάνους να μιλάνε με τ’ άστρα». Την είχε γράψει μια κοπέλα της οποίας τον λόγο εκτιμώ και προσέχω πάντα πολύ. Αυτή η μία φράση πυροδότησε κάτι μέσα μου και συνδέθηκε με εικόνες που είχα παρατηρήσει σε μεγάλες πόλεις, όπου η μοναξιά, η απομόνωση και οι δυσκολίες των ανθρώπων γίνονται συχνά πιο έντονες. Από κάτι τόσο μικρό άρχισε σταδιακά να σχηματίζεται ολόκληρο το τραγούδι.
Ποια είναι η πιο αντιπροσωπευτική εικόνα της παιδικής σου ηλικίας; Αν έκλεινες τα μάτια, πού θα γύριζες αμέσως;
Θα γύριζα σε ένα καλοκαίρι, σε ένα κάμπινγκ στη Χαλκιδική. Από τη σκηνή στη θάλασσα και πάλι πίσω, χωρίς πρόγραμμα και χωρίς άλλη έγνοια πέρα από το παιχνίδι, το σκαρφάλωμα στα βράχια και την εξερεύνηση. Ήταν ένα μέρος που με τα χρόνια έγινε σχεδόν δεύτερο σπίτι μας, γιατί επιστρέφαμε εκεί για πολλά καλοκαίρια. Αυτή η αίσθηση απόλυτης ελευθερίας είναι ίσως η πιο έντονη εικόνα που έχω κρατήσει από την παιδική μου ηλικία.
Υπάρχει κάποιο τραγούδι –δικό σου ή κάποιου άλλου– που νιώθεις ότι σε περιγράφει καλύτερα από ό,τι θα μπορούσες να κάνεις εσύ ο ίδιος;
Δεν νομίζω ότι έχω βρει ακόμη ένα συγκεκριμένο τραγούδι που να με περιγράφει συνολικά. Υπάρχουν πολλά τραγούδια στα οποία αναγνωρίζω πλευρές του εαυτού μου, αλλά αυτό αλλάζει ανάλογα με την περίοδο και όσα συμβαίνουν στη ζωή μου. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το όμορφο: ότι κάποιες φορές ένα τραγούδι σε περιγράφει απόλυτα και, λίγα χρόνια αργότερα, τη θέση του παίρνει κάποιο άλλο.
Αν δεν είχες ακολουθήσει τη μουσική, σε ποιον άλλο δρόμο πιστεύεις ότι θα είχες βρεθεί;
Πιθανότατα θα είχα στραφεί ακόμη περισσότερο στο βίντεο και στη σκηνοθεσία, που αποτελούν ήδη μια παράλληλη επαγγελματική και δημιουργική ενασχόλησή μου. Με ενδιαφέρει πολύ η δύναμη της εικόνας και ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να αφηγηθεί μια ιστορία χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσει τα πάντα. Είναι ένας χώρος άμεσα συνδεδεμένος με την τέχνη και τη δημιουργία, οπότε νιώθω ότι, ακόμη και χωρίς τη μουσική, πάλι θα αναζητούσα έναν τρόπο να αφηγούμαι ιστορίες.
Αν κάποιος άκουγε κρυφά τις playlists σου, ποια θα ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη;
Ίσως να τον εξέπληττε το πόσα κινηματογραφικά soundtracks ακούω. Με γοητεύει ο τρόπος με τον οποίο η ορχηστρική μουσική μπορεί να δημιουργήσει εικόνες και να μεταφέρει πολύ έντονα συναισθήματα χωρίς να χρειάζεται ούτε μία λέξη. Συχνά επιστρέφω σε μουσικές από ταινίες, είτε για να χαλαρώσω είτε γιατί με βοηθούν να μπω σε μια συγκεκριμένη διάθεση. Νομίζω πως αυτή η αγάπη για τον κινηματογραφικό ήχο έχει επηρεάσει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τη δική μου μουσική.
Όταν δεν γράφεις μουσική, πού είσαι; Πώς μοιάζει μια ιδανική μέρα χωρίς υποχρεώσεις;
Μια ιδανική μέρα χωρίς υποχρεώσεις δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα βρίσκομαι μακριά από τη μουσική. Πιθανότατα θα είμαι στον χώρο μου, ανάμεσα σε κιθάρες, πετάλια και ήχους, αλλά χωρίς την πίεση ότι πρέπει να ολοκληρώσω κάτι. Θα πειραματίζομαι, θα ακούω μουσική ή θα αφήνω μια ιδέα να εξελιχθεί χωρίς συγκεκριμένο στόχο. Για μένα η διαφορά βρίσκεται ακριβώς εκεί: όταν δεν υπάρχει υποχρέωση, η δημιουργία επιστρέφει στην πιο ελεύθερη και παιχνιδιάρικη μορφή της.
Με ποιον Έλληνα μουσικό, ζωντανό ή όχι, θα ήθελες να κλειστείς για μία μέρα σε ένα στούντιο χωρίς σχέδιο, μόνο για να δείτε τι θα προκύψει;
Θα επέλεγα τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Έχω τεράστια εκτίμηση τόσο για το έργο όσο και για τη στάση του. Θα ήθελα να δω από κοντά πώς λειτουργεί δημιουργικά, πώς προσεγγίζει τον λόγο, τους ήχους και τις εικόνες και πώς εξερευνά αυτό το σχεδόν ανεξάντλητο σύμπαν που έχει δημιουργήσει. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να προκύψει από μια τέτοια συνάντηση, αλλά ακριβώς αυτό θα είχε ενδιαφέρον.
Αν σε συναντούσαμε ξανά σε δέκα χρόνια, τι θα ήθελες να έχει αλλάξει στη ζωή και στη μουσική σου και τι θα ήθελες να έχει μείνει ακριβώς ίδιο;
Θα ήθελα να έχω φτάσει στο σημείο να τραγουδώ κυρίως ή και αποκλειστικά δικά μου τραγούδια και να υπάρχει ένα κοινό που θέλει να τα ακούει και να τα ακολουθεί. Θα ήθελα να συνεχίζω να γράφω, να δημιουργώ και να παίζω μουσική, έχοντας εξελιχθεί τόσο καλλιτεχνικά όσο και ως άνθρωπος. Αυτό που θα ήθελα να έχει μείνει ίδιο είναι η όρεξη και η περιέργεια με την οποία προσεγγίζω σήμερα τη μουσική. Να συνεχίσω να τη βλέπω από αυτή τη ρομαντική, σχεδόν παιδική σκοπιά: σαν έναν χώρο εξερεύνησης και ανακάλυψης και όχι σαν μια ακόμη υποχρέωση, έναν καταναγκασμό ή μια επαναλαμβανόμενη ρουτίνα.