Οι Βρετανοί ξανάρχονται

Είναι λίγες οι φορές που για να ειπωθεί η ιστορία της μουσικής χρησιμοποιούνται πολεμικές ή έστω αμιγώς ιστορικές ορολογίες. Δυο-τρεις το πολύ. Το κίνημα της “βρετανικής εισβολής”, όπως έχει γίνει γνωστό, είναι ένα από αυτά. Άντε να είναι και η επανάσταση του πανκ και το επακόλουθο μετα-πανκ κίνημα. Αυτές τις ημέρες συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη βρετανική μουσική άλωση. Το πώς στα μέσα της δεκαετίας του ’60 η αφρόκρεμα της βρετανικής μουσικής σκηνής έκανε τους Αμερικανούς να νιώθουν πως “επαναποικιοποιούνται”. Το λάβαρο της εισβολής κράτησαν οι Beatles με τη μεγαλειώδη υποδοχή τους από τον κόσμο, όταν το τζετ της Pan Am προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης, στις 7 Φεβρουαρίου 1964. Εκείνοι θεωρούνται ως το συγκρότημα που άνοιξε την πόρτα και για τα υπόλοιπα, αν και στην πραγματικότητα στο δύσκολο κοινό της Αμερικής -που οι Βρετανοί καλλιτέχνες μέχρι τότε δεν είχαν και πάρα πολλές επιτυχίες- μια από τις πρώτες που τα κατάφερε ήταν η Ντάστι Σπρίνγκφιλντ, πριν από τα Σκαθάρια.

Πώς όμως οι Αμερικάνοι πιάστηκαν στον ύπνο; Για να διαπιστώσουμε τα αίτια του “κινήματος”, θα πρέπει να ανατρέξουμε λίγα χρόνια πίσω, στη δεκαετία του ’50. Στη μεταπολεμική Βρετανία το rock ‘n’ roll, που άνθιζε στην Αμερική, ήταν σαν ένα μεγάλο εντυπωσιακό όραμα. Τσακ Μπέρι, Έλβις, Έντι Κόχραν, Μάντι Γουότερς, Μπάντι Χόλι και Τζέιμς Μπράουν είχαν εντυπωθεί βαθιά στη συνείδηση των teenagers και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πολλοί από αυτούς ήταν αυτοδίδακτοι, άναψαν τη φλόγα της μουσικής και στην Αγγλία. Οι πρώτες προσπάθειες για “αναπαραγωγή” αυτού του ύφους απέτυχαν, παράλληλα όμως έκανε την εμφάνισή της η τρέλα του skiffle, με ήχο και όργανα που θύμιζαν αρκετά τις παραδοσιακές Αμερικανικές φόλκ μπάντες. (Οι ίδιοι οι Beatles όταν ξεκίνησαν υπάκουαν στις νόρμες του skiffle, ως Quarrymen).

Γενικότερα, όλη η περιοχή του Λίβερπουλ παρουσίασε μια πολύ δυνατή μουσική σκηνή, με μέλη τους Gerry and The Pacemakers, The Searchers, The Fourmost και τον Billy J. Kramer and the Dakotas. Και φυσικά τους Beatles. Αργότερα, ακολούθησε και το Λονδίνο, που έτσι κι αλλιώς θα ήταν το επίκεντρο του μουσικού-και όχι μόνο- οργασμού. Rolling Stones, the Yardbirds, the Who, the Kinks, the Pretty Things, Dusty Springfield, the Dave Clark Five, Peter and Gordon, Chad and Jeremy, John Mayall and the Bluesbreakers και Manfred Mann είναι μερικά από τα συγκροτήματα της ευρύτερης περιοχής του Λονδίνου. Οι Stones συγκεκριμένα ήταν εκείνοι που ακολούθησαν τους Beatles λίγο καιρό μετά, αλλά η πρώτη τους περιοδεία ήταν καταστροφική, γιατί δεν είχαν κάποιο χιτ, όπως το “αντίπαλο” δέος. Όμως, η εμφάνισή τους στο “TAMI show”, όπου έπαιξαν μετά τον James Brown ήταν από αυτές που έδειξαν στο Αμερικανικό κοινό “a little piece of the Stones”.

Ήδη όμως από το 1963, η διαφημιστική καμπάνια του Μπράιαν Επστάιν για να προωθήσει σωστά το συγκρότημα πέρα από τον Ατλαντικό, ώστε να έχει καλύτερη τύχη από άλλους Βρετανούς φάνηκε να πιάνει τόπο. Το αμερικανικό ραδιόφωνο και τηλεοπτικοί σταθμοί έπαιζαν τακτικά Beatles και είχαν ανταποκρίσεις για το φαινόμενο της Beatlemania στην Ευρώπη. Και οι Beatles πάντως, δυσκολεύτηκαν αρκετά για να έχουν κάποιο χιτ στα τσαρτ της Αμερικής, μιας και όλες οι επιτυχίες τους μέχρι τότε…απέτυχαν. Το κομμάτι ωστόσο, που πέτυχε το στόχο ήταν το “I Want to Hold your Hand”, ενώ το όλο συμβάν συγκυριακά ήταν ιδανικό, μιας και το συγκρότημα βρισκόταν στη Γαλλία για συναυλίες και μετά θα ακολουθούσε η τουρνέ στην Αμερική. Οπότε πήγαν εκεί ως “hitmakers” και όχι απλά σαν μια μπαντούλα της σειράς, για να εμφανιστούν στις 9 Φεβρουαρίου για πρώτη φορά στο Ed Sullivan Show, μπροστά σε 73 εκατομμύρια τηλεθεατές, σηματοδοτώντας μια από τις σπουδαιότερες στιγμές στην ιστορία της Αμερικανικής τηλεόρασης.

Η Βρετανική εισβολή υπήρξε εξαιρετικά σημαντική για την ιστορία της ποπ μουσικής, γιατί έβαλε τη Βρετανία στο μουσικό χάρτη, έσπασε το “μονοπώλιο” της Αμερικής και επηρέασε βαθύτατα και την ίδια την μουσική των Ηνωμένων Πολιτειών, αναβιώνοντας τη rock ‘n roll παράδοση -που είχε εμπνεύσει αρχικά τους Βρετανούς. Επίσης, πολλοί σταρ προ-εισβολής δέχθηκαν σημαντικό πλήγμα, ενώ άλλα είδη μουσικής εξαφανίστηκαν (από τα τσαρτ), όπως το surf-rock. Ήταν τόσο δυνατή επιρροή σε όλη τη χώρα, που ο Φρανκ Ζάππα συνήθιζε να λέει: “για να ξεκινήσουμε σαν συγκρότημα έπρεπε να διαβεβαιώσουμε τους διάφορους παραγωγούς ότι ακουγόμαστε σα τους Beatles ή τους Stones“. Και βέβαια, κλασικότατο παράδειγμα της δυναμικής του “swingin’ London” είναι το γεγονός ότι ο Τζίμι Χέντριξ μετακόμισε στην Αγγλία και μεγαλούργησε εκεί. Βέβαια, όλα αυτά τελείωσαν με τις αρχές του 1967 και τον ερχομό της ψυχεδέλειας που έπεσε πάνω στη ροκ. Υπήρξε μια “δεύτερη” εισβολή τη δεκαετία του ’80, χάρη στο MTV, το New Wave και τη synthpop, αλλά διήρκεσε ακόμη λιγότερο από την πρώτη, έχοντας ωστόσο παίξει το ρόλο της στον παγκόσμιο μουσικό χάρτη.

Κώστας Χανδρινός

Share
Published by
Κώστας Χανδρινός