TV SHOWS

Στο Gary, το The Bear θυμάται ότι η θλίψη είναι πάντα αμήχανη

Σχεδόν χωρίς προειδοποίηση, το FX αποφάσισε να ανακατέψει την τράπουλα και να δείξει πως το παιχνίδι μπορεί να παίζεται και με άλλους κανόνες. Την ώρα που οι θεωρίες για το φινάλε της σειράς The Bear στον πέμπτο κύκλο φουντώνουν σαν κουζίνες σε ώρα αιχμής, ένα επεισόδιο με την κωδική ονομασία Gary έσκασε μύτη νωχελικά από το πουθενά. Χωρίς φανφάρες και τυμπανοκρουσίες, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς βεγγαλικά – σχεδόν πειρατικά. Μια μέρα απλώς ξυπνήσαμε κι αυτό ήταν εκεί. 

Το Gary, που αν ψάξεις σχολαστικά στα credits της σειράς δεν θα το βρεις, εμφανίστηκε στο νεκρό χρόνο ανάμεσα στην τέταρτη και την πέμπτη σεζόν σαν φάντασμα, σαν αυτόνομο φιλμ, ένα χαμένο κομμάτι μνήμης ανάμεσα σε δύο χαρακτήρες που γνωρίσαμε στον πρώτο κύκλο, ένα υπόλοιπο, μια χαμένη επεξήγηση που ποτέ δεν ειπώθηκε, μια υπόσχεση που ήρθε επιτέλους η ώρα να εκπληρωθεί. Η αληθινή ιστορία του Richie και του Mikey είναι γραμμένη από τους ίδιους τους Ebon Moss-Bachrach και Jon Bernthal, και δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς. Οι δυο τους πιάνουν τους χαρακτήρες από το βάρος των τύψεων και από εκείνη τη σπάνια, σχεδόν αδέξια γενναιοδωρία της αντρικής τρυφερότητας, και τους στέλνουν σε ένα ταξίδι προς το Gary της Indiana – μια πόλη που μοιάζει με το παρελθόν που τους κατάπιε και το μέλλον που δεν νοιάστηκαν να φανταστούν.  

Υπάρχει κάτι βαθιά αμερικανικό σε αυτό το έκτακτο επεισόδιο, διευκρινίζει ο Guardian, αλλά όχι με τον τρόπο που το Χόλυγουντ πουλάει εδώ και δεκαετίες την ιδέα της Αμερικής. Όχι σαν μια χώρα ανοιχτών δρόμων, neon diners και λυτρωτικών road trips που καταλήγουν συνήθως σε κάποιο ηλιοβασίλεμα. Eίναι αμερικανικό όπως είναι αμερικανικές οι ξεχαρβαλωμένες βιομηχανικές πόλεις των Μεγάλων Λιμνών, κουρασμένο, σκουριασμένο, υγρό, παγωμένο, βυθισμένο σε μια βροχή που μοιάζει να πέφτει χρόνια τώρα πάνω στα ίδια εγκαταλειμμένα πάρκινγκ. Και ίσως γι’ αυτό να είναι ό,τι πιο αληθινό έχει κάνει η σειρά. 

Το Gary ήρθε για να «εξηγήσει» αυτό που μας έλειπε από την ιστορία του The Bear. Να κατανοήσουμε πιο καθαρά το πένθος πριν τον θάνατο. Γι’ αυτό και μας γυρίζει πίσω. Πριν από τα αστέρια Michelin, πριν από τις κρίσεις πανικού του Carmy, πριν το εστιατόριο γίνει μνημείο άγχους, φιλοδοξίας και αυτοκαταστροφής. Μας επιστρέφει σε μια εποχή που ήταν μόνο οι δύο, ο Richie και ο Mikey. Και τους βάζει μέσα σε ένα αυτοκίνητο, για ένα delivery για τον Uncle Jimmy που από την πρώτη στιγμή μυρίζει μπελά, σαν όλες εκείνες τις μικρές μισοπαράνομες δουλειές που αναλαμβάνουν οι άνθρωποι όταν η ζωή τούς έχει ήδη στριμώξει στη γωνία.

Το Gary ανασαίνει διαφορετικά από το υπόλοιπο The Bear. Έχει τον ρυθμό, την ατμόσφαιρα, τον τσαμπουκά ενός indie φιλμ των 70s που ξέμεινε σε VHS κασέτα. Μια διαδρομή που ξεκινά σαν χαβαλές και καταλήγει σε μια σειρά από σημαντικές υπαρξιακές καταρρεύσεις. Δύο άντρες μέσα σε ένα αυτοκίνητο, που μιλάνε για μαλακίες επειδή δεν μπορούν να μιλήσουν για το πραγματικό θέμα που τους απασχολεί. Τον φόβο ότι η ζωή τους γλιστράει μέσα από τα χέρια τους χωρίς να μπορούν να κάνουν τίποτα γι’ αυτό. Ότι έχουν ήδη αργήσει να γίνουν οι άνθρωποι που κάποτε φαντάστηκαν πως θα ήταν.

Ο Richie του Moss-Bachrach είναι ίσως μια από τις πιο θλιμμένες μορφές του σύγχρονου prestige TV. Όχι γιατί είναι βαθιά δυστυχισμένος, αλλά γιατί μοιάζει να κουβαλά μόνιμα την αίσθηση ότι όλοι οι άλλοι πήραν κάποιο εγχειρίδιο ενηλικίωσης κι εκείνος έμεινε απέξω. Εδώ είναι ακόμα ζωντανός, ακόμα φωνακλάς, ακόμα ικανός να κάνει μια παρέα αγνώστων να γελάσει. Κι όμως, ήδη υπάρχει πάνω του αυτή η σκιά. Η αίσθηση ότι κάποτε θα ξυπνήσει και όλα θα έχουν χαθεί. Και απέναντί του, ο Mikey του Bernthal, ένας άνθρωπος που μοιάζει να καίγεται από μέσα προς τα έξω. Ο Bernthal παίζει τον Mikey σαν κάποιον που μπορεί μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα να γίνει ο πιο γοητευτικός τύπος στο μπαρ και αμέσως μετά ο πιο επικίνδυνος. Το βλέμμα του έχει εκείνη τη γνώριμη κόπωση εκείνων που βρίσκονται συνέχεια σε κρυφό performance mode. Ανθρώπων που σιωπούν γιατί φοβούνται τι θα συμβεί αν μιλήσουν χωρίς φίλτρο.

Υπάρχει μια σκηνή σε ένα μπαρ, όπου ο Mikey αρχίζει να ανοίγεται σε μια άγνωστη γυναίκα. Και αυτό είναι ίσως το πιο βίαιο -με ή χωρίς εισαγωγικά- πράγμα που κάνει το επεισόδιο. Γιατί καταλαβαίνεις ότι η οικειότητα δεν είναι πάντα υπόθεση αγάπης, κάποιες φορές είναι περισσότερο θέμα ντροπής. Ο Richie είναι πολύ κοντά του για να τον κοιτάξει πραγματικά. Κι έτσι ο Mikey προτιμά να εξομολογηθεί σε κάποιον που δεν θα χρειαστεί να τον θυμάται αύριο.

Ακόμα και η ίδια η πόλη μετατρέπεται σε χαρακτήρα. Μια πόλη που μοιάζει να υπάρχει μετά το τέλος της εργασίας, μετά το τέλος της ελπίδας, μετά το τέλος του βιομηχανικού ονείρου που κάποτε υπόσχονταν τα πάντα. Δεν είναι τυχαίο ότι το επεισόδιο μοιάζει βυθισμένο σε ένα παρατεταμένο σούρουπο. Σαν να μην ξημερώνει και να μη νυχτώνει ποτέ ολοκληρωτικά. Οι δημιουργοί χρησιμοποιούν το τοπίο όχι σαν ντεκόρ αλλά σαν ψυχολογική κατάσταση. Όλα μοιάζουν έτοιμα να διαλυθούν, οι δρόμοι, τα μπαρ, τα σώματα, οι άνθρωποι, οι αναμνήσεις τους.

Το Gary πετυχαίνει κάτι που οι τελευταίες σεζόν του The Bear είχαν σχεδόν ξεχάσει: δεν φωνάζει, αφήνει μεγάλο χώρο στις σιωπές. Δεν προσπαθεί κάθε δευτερόλεπτο να γίνει σημαντικό. Και γι’ αυτό, όταν τελικά έρχεται η έκρηξη, ένας μονόλογος του Mikey, γεμάτος αλκοόλ, αυτολύπηση και καταπιεσμένη οργή, σε χτυπάει σαν γροθιά που δεν είδες ποτέ να έρχεται. Ο Guardian έγραψε ότι η σκηνή μοιάζει με «closing time punch-up» και είναι ακριβώς αυτό. Ένας καβγάς τελευταίας παραγγελίας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που αγαπιούνται τόσο πολύ ώστε δεν αντέχουν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον στα μάτια.

Το επεισόδιο λειτουργεί σχεδόν σαν μια μικρή ταινία πάνω στην αντρική φιλία. Όχι τη χολιγουντιανή εκδοχή της, με high fives και εύκολες bromance ατάκες, αλλά την πραγματική, αυτή όπου οι άντρες οδηγούν για ώρες χωρίς να λένε τίποτα ουσιαστικό, όπου οι αγκαλιές αντικαθίστανται από προσβολές, τα αστεία λειτουργούν σαν αλεξίσφαιρα γιλέκα και η αγάπη εκφράζεται μέσα από ένα μόνιμο «σε πειράζω γιατί αλλιώς θα καταρρεύσω». Κάτι ανάμεσα σε Midnight Cowboy και μεταμεσονύχτια κουβέντα σε άδειο βενζινάδικο.

Αν το The Bear ξεκίνησε ως μια σειρά για ανθρώπους που προσπαθούν να σώσουν ένα εστιατόριο, το Gary θυμίζει τι ήταν πραγματικά από την αρχή. Μια ιστορία για ανθρώπους που προσπαθούν να σώσουν ο ένας τον άλλον και αποτυγχάνουν σχεδόν κάθε φορά. Και είναι αυτή η αποτυχία –η αδυναμία τους να αγαπηθούν σωστά και να μιλήσουν πριν να είναι αργά– που το κάνει τόσο σπαρακτικά όμορφο.

Δημήτρης Πάντσος

Share
Published by
Δημήτρης Πάντσος