Categories: ΒΙΒΛΙΟ

Προδημοσίευση από το νέο βιβλίο του Φώτη Θαλασσινού

ΣΤΗΝ ΕΝΤΑΤΙΚΗ 

1.   Έφυγε. Είχε μια δουλειά. Πήρε την  τσάντα της και βαριανασαίνοντας βγήκε έξω. Μετά από δέκα δευτερόλεπτα επέστρεψε πίσω. Νόμιζα πως είχε ξεχάσει κάτι και ήρθε για να το πάρει. Δεν μάντεψα καλά. Οι ανάσες της ήταν περίεργες, σαν να έχανε οξυγόνο, σαν λειψές. Στην αρχή έμοιαζε να νιώθει μια αδιαθεσία. Ύστερα, λες και κάτι σαρωτικό μέσα της  κινήθηκε προς την καρδιά  της, άρχιζε να πιάνει το στήθος της και να φωνάζει. Αυτό το στήθος που θήλασε εμένα και τον αδερφό μου. Τον κάλεσα στο τηλέφωνο. Ήταν επείγον να διακομιστεί η μητέρα μας στο νοσοκομείο του νησιού. Μέσα μου αναδιατάσσονταν τα πάντα. Μνήμες, συναισθήματα, σχέσεις, καταστροφές, γενναιοδωρίες. Όλα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ μας, εμένα και της γεννήτορος  μου,  ξεπρόβαλλαν με απαιτήσεις αναδιάταξης τους. Αστραπιαία κι ενώ ήμασταν στον δρόμο προς το νοσοκομείο , ένιωσα ένα μεγάλο κενό. Ύστερα έστησα το μηχανισμό εξιδανίκευσης αυτής  της  πιο ιερής θεραπαινίδας μου. Στο διάβα μου είχα γνωρίσει κι άλλες. Μίτοι της Αριάδνης.  Στο νοσοκομείο της Κω μας είπαν ότι έπαθε έμφραγμα και ότι θα έφευγε για το νοσοκομείο της Ρόδου με το ελικόπτερο. Θα την συνόδευε ο αδερφός μου. Όταν έμεινα μόνος μου, πήγα και κάθισα σ’ ένα καφέ. Σκεφτόμουν απ’ την αρχή αν ένιωθα κάτι γι’ αυτή τη γυναίκα. Κι αν δεν ένιωθα, τί με έφερε σ’ αυτή την κατάσταση. Μετά πάλι άλλαζα συγχορδίες και έφτιαχνα νέα τραγούδια για την αδιαμφισβήτητη αγάπη μου στο πρόσωπο της. Έγνεθα το μύθο της για να μπει στο εικονοστάσιο των δικών μου αγίων.  Γύρισα σπίτι κατά τις εννιά το βράδυ. Είδα την τσάντα της να χάσκει ανοιχτή απ’ το προσεκτικό και συνάμα ταχυδακτυλουργικό σκάλισμά της απ’  τον αδερφό μου για να βρει την ταυτότητα της. Μάνα, ξέχασες τη τσάντα σου. Από τότε κατάλαβα πως όλα θα πήγαιναν καλά. Η μάνα μου θα γυρνούσε σώα στο σπίτι για να πάρει τη τσάντα της και όσα συναισθήματα είχε κρυμμένα μέσα της. Παλιές φωτογραφίες, χαρτάκια με σημειώσεις, τηλέφωνα, απομεινάρια μιας ολόκληρης ζωής. Την περίμεναν όλα για να συνεχίσει μαζί τους την πορεία της στη γη.  Είχε τόσο πολλές εκκρεμότητες , τόσο πολλή αγάπη να δώσει ακόμη. Απομάκρυνα τη θλίψη απ’ τα μάτια μου. Τίποτα δεν τέλειωσε. Κι από όσα είδα μέσα στη τσάντα κράτησα το κινητό της. Έπρεπε να γυρίσει πίσω για ν’ αποκατασταθεί η επικοινωνία με τα τηλέφωνα μας. Ας γινόταν στην εντατική, να φύσαγε μέσα στα σωληνάκια της και η πνοή της ν’ άγγιζε μέχρι και τον αυχένα μου.

 2.   Στους βασανισμένους ανθρώπους δεν μετράς τα τραύματα. Μόνο τις χάρες  τους. Και η μητέρα μου είχε πολλές. Για όσο καιρό θα έμενε στο νοσοκομείο της Ρόδου, ήθελα να θυμάμαι μόνο αυτές.   Ήταν ο πιο εργατικός άνθρωπος που γνώριζα. Δούλευε μαζί με τον πατέρα μου στο βιβλιοπωλείο που είχαν από κοινού. Η μητέρα μου ήταν ακάματη ακόμη και με τις πιο σκληρές απαιτήσεις της δουλειάς της. Το ίδιο και ο πατέρας μου. Η μητέρα μου αγαπούσε. Δεν ήξερε ν’ αγαπάει το διαφορετικό και αυτό γεννούσε μέσα μου θλίψεις πως δεν θα με αγκάλιαζε πλέρια ποτέ. Βασανιζόταν πολύ για να με κάνει να αισθανθώ όσα απ’ τα συναισθήματά της έπεμπε προς εμένα. Υπήρχαν φορές που ήταν τόσο γενναιόδωρη κι εγώ ένιωθα ερημιά μέσα σ’ αυτή την δαψίλεια συναισθημάτων. Γιατί η αγάπη της μητέρας μου δεν ήταν συμβατή με την  αγάπη που επηρμένα επιδίωκα να έχω. Όταν ηρέμησα και καταστάλαξα σαν άνθρωπος σε πιο πρόσγεια  όνειρα, είδα καθαρά τα μητρικά σχήματα της αγάπης και ένιωσα την ευφορία του γιου που  αγαπιέται απ’ τη μητέρα του με τον τρόπο που το έκανε η Παναγία στον υιό της. Η μητέρα μου αγαπούσε τους ξένους. Ήταν ευγενική με όλους. Δεν περίμενε να βρει αναγνωριστικά σημάδια καλοσύνης πάνω τους για να βοηθήσει. Όπου μπορούσε το έκανε απροϋπόθετα.  Απλά είχε αυτή την αντίληψη να καταλαβαίνει οτιδήποτε ήταν χειροπιαστό. Ό,τι της έμοιαζε άυλο και ήταν άρρητο γι’ αυτήν μόνο να το ψαύσει ήταν ικανή. Όχι να το διαγνώσει σε κάποιο αξιοθαύμαστο βάθος. Και σ’ αυτά  που παρέμεναν ανήλιαγα για εκείνην και συνάμα γνώριζε πως έπρεπε να τα φροντίσει και να τα χουχουλιάσει μέσα της σαν τροφός τους, εκείνη  φρόντιζε σαν ελάχιστη πράξη ευθύνης να ψιθυρίζει προς το Θεό αυτοσχέδιες προσευχές περί «ορατών τε πάντων κι αοράτων». Όταν έπεφτα πάντα σε κατάθλιψη και η δύστηνη θέση μου έπαιρνε και μια αντίστοιχη σωματοποιημένη εκδήλωση , τότε πάντοτε γόγγυζα απ’ τους πόνους αυτής της εκδήλωσης. Εκείνη με το ανάερο νυχτικό της  -γιατί οι καταθλιπτικές κρίσεις πάντα με επισκέπτονταν νύχτα- ερχόταν σαν νεράιδα και περίμενε έως και τρεις ώρες μέχρι να φύγει μακριά όλη αυτή η πνιγηρή κατάσταση απ’ την καρδιά μου.   

3.   Ένα βράδυ η απουσία της στο νοσοκομείο της Ρόδου με είχε τρελάνει. Έκλαιγα για τον ήδη νεκρό πατέρα μου και για την ίδια για να ζήσει. Το κλάμα μου ήταν μια πρώτη προσευχή να γίνει καλά.   Δεν είχα ενημέρωση απ’ τον αδερφό μου και κάποια στιγμή έχασα τον έλεγχο των σκέψεων μου. Θεώρησα πως ο αδερφός μου δεν απαντούσε στις κλήσεις μου γιατί η μητέρα μας είχε ήδη εκδημήσει. Άργησα πολύ να ενημερωθώ. Και αυτά που άκουσα δεν ήταν καθόλου  καλά. Κουρελιάστηκα πάνω στο κρεβάτι και πια έκλαιγα πιο σταθερά και πιο σιγηλά. Είναι αλήθεια πως σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις περνάει όλη η ζωή σου μπροστά στα μάτια σου. Αυτό απαιτούσε τη συναισθηματική ανασυγκρότηση μου.  Έπρεπε  να  συνεχίσω να ζω και αυτή τη φορά  μόνος μου. Ήμουν σε μια έρημο και έρημος από καθετί. Κανένας συγγενής και κανένας πραγματικός φίλος δεν παραστέκονταν στον κλονισμένο οικείο τους.  Αποφάσισα ν’ αρχίσω συζητήσεις με τον μεγάλο Παλαιό. Τον Θεό. Κι ό,τι σκεφτόμουν το κατέγραφα στο Facebook.  Νομίζω πως το χέρι μου είχε πάρει φωτιά και κινούνταν πάνω στο πληκτρολόγιο αυτοβούλως. Ήταν τόσο φρενιτιώδης ο ρυθμός της γραφής , φοβόμουν πιθανή αποκόλληση των πλήκτρων. Στο τέλος η προσευχή που συνέθεσα διαβάστηκε από πάρα πολύ κόσμο. Κι αυτό ήταν πραγματικά αλησμόνητο. Ένιωθα πως μ’ ακολουθούσε μια στρατιά αγγέλων και ότι πια δεν ήμουν ο μόνος και δακρύβρεχτος λάτρης του Θεού. Υπήρχαν κι άλλοι που με το διάβασμα της σύνθεσης μου ουσιαστικά ανέπεμπαν στον Θεό την παράκληση για την πρόοδο στην υγεία της μητέρας μου. Και εγένετο θαύμα.   

4.   Την επόμενη νυχτιά με πήρε τηλέφωνο η αγία θεία μου Μαρία. Αδερφή του πατέρα μου. Η μόνη , η μόνη που νοιάστηκε για έναν άρρωστο με κατάθλιψη άνθρωπο. Όλοι οι άλλοι σκόρπισαν μέσα στους εγωισμούς τους και τα κουτσομπολιά δήθεν αγνού ενδιαφέροντος για την παθούσα. Ποτέ τους , πέρα απ’ την αγία θεία μου, δεν πρόκειται να τους προσφέρω τις διδαχές της ανιδιοτελούς αγάπης που πήρα απ’ το Χριστό και την μητέρα μου. Έστειλα στον αδερφό μου απ’ το κινητό μου τον απολογισμό των ημερών , δοξάζοντας αυτή την αδερφή του πατέρα μου. Ήθελα να ξέρει και να αποκτήσει κι αυτός τη γνώση της μοιραίας κατάληξης μου, αν χαθούν όλα πριν από μένα, στην ερημιά και τις παρυφές της ζωής. Μπορεί ως παρίας να έχω τα παρελκόμενα που είχα ως τέτοιος στα πολύ νιάτα μου . Πρέπει να αφήσω  την αυτομόληση στην τρυφηλότητα και να μείνω προσηλωμένος στην ιερότητα της διαρκούς αφοσίωσης στη μητρική μορφή. Η μητέρα μου πέρασε μια μεγάλη περιπέτεια και θα ήθελα απ’ αυτήν να έβγαινε συνετισμένη και πιο συνειδητοποιημένη για την αποστολή της στη γη. Δεν μπορεί ένας άγγελος να μην ξέρει πως οφείλει να προστατεύει όλους αδιακρίτως τους ανθρώπους. Μα η μητέρα μου το έκανε ήδη αυτό. Το έβλεπα απ’ την αγάπη της στις γάτες. Φρόντιζε όλες τις γάτες της γειτονιάς κι αυτό στην ανάγκη θα μπορούσε να το κάνει και με ανθρώπους. Αυτούς που με αγνοούν , η μητέρα μου έχει την αγάπη και τους καλεί όλους στο σπίτι μας. Τους δίνει τα πάντα, τους ψήνει καφέ, τους σερβίρει γλυκά και δίνει και τον εαυτό της για να αναδείξει την ενωτική δύναμη που τους συνδέει με τρόπο αδιάσειστο. Μπορεί εγώ να είμαι το λάθος της υπόθεσης. Νομίζω πως κάθε έξυπνος άνθρωπος που διαβάζει αυτά τα πράγματα θα μπορούσε να βγάλει  το δικό του συμπέρασμα.   

5.   Τελικά εμφανίστηκε κι άλλος συμπαραστάτης. Με πήρε τηλέφωνο η Άντζελα. Μαζί με τη θεία μου Μαρία -να το ξαναγράψω με περισσότερη ενάργεια-  οι μόνοι άνθρωποι εδώ στην Κω που νοιάστηκαν για τον αντίκτυπο που θα είχε στην δική μου υγεία η άσχημη περιπέτεια της μητέρας μου. Κάποιοι άλλοι οικογενειακοί ψευτόφιλοι, σταθεροί -εδώ και δεκαετίες- επιλήσμονες της κατάθλιψης μου και δεινοί ρατσιστές της ψυχικής συναισθηματικής διαταραχής μου, δεν έπραξαν τίποτα. Βέβαια, πέρα απ’ τους δύο που ανέφερα και με προσέγγισαν , κανένας δεν ξέρει τί είναι αυτός ο όλεθρος που ονομάζεται κατάθλιψη και που όταν σου ρίχνεται κατακέφαλα , χάνεις την επαφή σου με την πραγματικότητα. Εντάξει δεν έχω θέμα με τους ψευτόφιλους. Τον κόσμο τον ξέρω καλά.  Η δήθεν  άγνοια τους είναι ένα άλλοθι πονηρό. Γιατί η άγνοια αυτών των προσώπων σημαίνει πως ποτέ δεν μ’ αγάπησαν, πως ποτέ δεν με βίωσαν σαν σακάτη. Μόνο διατηρούν την εικόνα μου ως δυνατού από εθιμοτυπικές επισκέψεις στο σπίτι της μητέρας μου. Το σπίτι της αγάπης. Όλο αυτό τον καιρό καπνίζω πάρα πολύ.  Είναι γιατί η παχύρευστη θλίψη με αδρανοποιεί.   Σαν να βρίσκομαι μέσα σε κινούμενη άμμο. Και δεν μπορώ να κάνω κάτι. Είμαι δεσμώτης του ασθενή. Το σκοτεινό ηλιοτρόπιο, που έγραψε και ο Κωστής Παπαγιώργης, και που γυρνάει τον ανθό του προς το μέρος του πόνου. Το γεγονός ότι μπορώ και καταφεύγω στο γράψιμο είναι παρήγορο. Γιατί φράση μετά τη φράση μπορεί να γίνει και κάποιο λογοτεχνικό θαύμα. Να φτάσω στο σπλαχνικό. Αφού και σ’ αυτή την παράγραφο δεν κάνω τίποτε άλλο απ’ το να προσεύχομαι.  Μ’ ενδιαφέρουν πλέον και οι παραμικρές λεπτομέρειες της ζωής της μητέρας μου στο νοσοκομείο της Ρόδου. Αν σιτίζεται, αν νιώθει δυνατή, αν αντιστρόφως είναι ευάλωτη και αγχώνεται. Ακούω την καρδιά της να χτυπάει αρμονικά και βλέπω το σώμα της ήρεμο, το βλέπω να ηρεμεί απ’ τον κατακλυσμό των προσευχών των φίλων μου στο Facebook. Την αλήθεια γράφω. Αισθάνομαι το σώμα της δίπλα στο δικό μου και όχι σαν παραισθησία.  Είναι πράγματι δίπλα μου. Με τα αγγίγματα μου μοιράζω αναπαλμούς ευφορίας στις φλέβες του. Όταν δυο γνωστοί προσεύχονται, συναντιούνται πάντα στα όνειρα τους. Κι εγώ βλέπω την μητέρα μου ακόμη και  εγρήγορος. Υπομονετική, κουρασμένη και με απαντοχή τη σιγουριά που εμφυσά στα εσώτερα της η παρουσία του μεγάλου της γιου και αδερφού μου Παναγιώτη.  Με όλες αυτές τις παρουσίες δίπλα της και όλους αυτούς τους αγγέλους,  κανένας κακόβουλος δεν είναι σε θέση να υποδαυλίσει μέσα της κάτι άλλο από μητρότητα και ανταπόδοση πίστης στο Θεό. Τρεις μέρες τώρα συνάσσονται στο Facebook οι αγγελικές  άυλες υποστάσεις των χρηστών φίλων μου. Τα αστρικά τους σώματα που προβιβάζουν το απλό like σε εμψυχωτική ενέργεια.       

6.   Έμαθα απ’ τον αδερφό μου ότι η μητέρα μου βγαίνει σήμερα απ’ την εντατική. Αυτό που έγινε στο Facebook , το ξαναγράφω, ήταν ανέλπιστο. Συνάθροισα όλες τις ευχές, τις προσευχές, την πίστη των προσώπων, και έφτιαξα σχεδόν φωνή λαού. Γιατί τι είναι όταν πεντακόσια άτομα αναθρώσκουν προς το ύψος του Θεού με μια κοινή παράκληση;  Αυτή για την ίαση της μητέρας μου.  Επανδρώθηκε ένα ολόκληρο σύνολο και αναμορφώθηκε σε τάγμα χερουβικό. Τάγμα λατρείας της ανάρρωσης των απανταχού ασθενών της Γης. Σκέφτομαι συνέχεια την μητέρα μου. Μπροστά στο θάνατο όλοι αναθεωρούμε τις σχέσεις μας με τους άλλους, τις απόψεις και ιδέες μας. Είμαι βέβαιος πως και η μητέρα μου θα κάνει το ίδιο. Χθες μίλησα στο τηλέφωνο μαζί της και ήταν πολύ γλυκιά. Έχω γράψει πολλά αυτές τις μέρες. Θα τα βάλω σε μια σειρά όταν όλα θα έχουν τελειώσει και η μητέρα μου θα έχει επιστρέψει  σπίτι μας. Ο κόσμος έχει ανάγκη τα εξομολογητικά κείμενα γιατί δεν έχει τις λέξεις. Εγώ έχω τις λέξεις , αυτή είναι η δουλειά μου, και απ’ τα γραπτά μου πολλοί φτιάχνουν  την δική τους αφήγηση για μια  πιθανόν ταυτόσημη εμπειρία τους.  Περνάνε απ’ το άγγιγμα ενός γεγονότος πόνου στην απόλυτη κατανόηση του. Γιατί πια έχουν μάθει τη γλώσσα να εκφράζονται. Χωρίς λόγια πνίγεσαι στην απόγνωση. Οι λέξεις έχουν δύναμη. Κι αυτή τη δύναμη προσπαθώ να σωρεύσω και τώρα. Γυρνάω το κεφάλι μου και βλέπω το εικονοστάσιο του σπιτιού. Δεν ξέρω ποιός απ’ όλους τους εικονιζόμενους συνεισέφερε στο θαύμα. Η πιο εντυπωσιακή εικόνα είναι εκείνη του Αγίου Φωτίου . Ζωγραφισμένη λες με φως του ουρανού. Ακόμη και μες  στο σκοτάδι των κατεβασμένων παραθυρόφυλλων εκείνος λάμπει και βλέπω το πρόσωπο του με διαύγεια απαράμιλλη. Δεν ξέρω, μα να, έτσι όπως τα φέρε ο καιρός άρχισα να συνομιλώ και πάλι με τον Κύριο μας. Τον Χριστό. Εντάξει μπορεί να μην είναι δικός σου Κύριος, αλλά κάποτε, στα χρόνια της αθωότητας όλοι μιλούσαμε γι’ αυτόν. Κι αν δε το πήρατε πρέφα ποτέ τότε και ο ίδιος ο  Θεός βιωνόταν σαν να βρισκότανε πολύ κοντά στις κεφαλές μας. Στα αθώα ξωκκλήσια, τα ερειπωμένα και ξεμοναχιασμένα, απ’ τους ελάχιστους προσκυνητές τους, βιώνεται  ακόμη η εγγύτητα του  Θεού προς αυτούς. Διώξαμε τον Θεό και μείναμε με την κατάθλιψη της απουσίας του. Τρεις  Ιουλίου.  Σαν σήμερα πέθανε ο Τζιμ Μόρρισον. Τον εντάσσω κι αυτόν στο κύκλο με τους αγίους μου. Όπως και τον στρατιώτη Σαράντη Κολλιαδέλη του οποίου η τύχη αγνοείται εδώ και μερικές μέρες. Και  ξαναπροσεύχομαι.   Νιώθοντάς πως αυτή η επαυξημένη πομπή από πρόσωπα ιερά, αυτή η πληθώρα από  ιερότητα ψύχωσε το κορμί μου με μια ψυχή αλλιώτικη απ’ την παλιά μου. Κλαίω από χαρμολύπη, βλέπω τη μητέρα μου παντοδύναμη και έτοιμη για μια νέα ζωή και ακούω την  επίμονη  κλήτευση  του Θεού για συστράτευση  μου με τους αγαθοποιούς. «Εισέλθετε διά της στενής πύλης, διότι η πλατεία είναι η πύλη και ευρύχωρος η οδός η φέρουσα εις την απώλειαν, και πολλοί είναι οι εισερχόμενοι δι’ αυτής. Επειδή στενή είναι η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η φέρουσα εις την ζωήν, και ολίγοι οι ευρίσκοντες αυτήν.» 

7.   Με πήρε τηλέφωνο η μητέρα μου απ’ το δικό της πια δωμάτιο στο νοσοκομείο της Ρόδου. Και η φωνή της ήχησε στα αυτιά μου σαν το άγγελμα χαράς του αρχάγγελου Γαβριήλ στην Παναγία σχετικά με την επικείμενη γέννηση του Θεού. Κυοφορούνταν μια νέα ζωή. Ανυπομονούσα για κάποιο ξεχείλισμα σοφίας , για μια μεταστροφή της ψυχολογίας της ιερής μου φύτρας. Η μητέρα μου διέσχισε το τούνελ όσων φτάνουν μέχρι το θάνατο και επιστρέφουν. Είδε με τα μάτια  της  το ζείδωρο ανέσπερο φως του Θεού. Και αυτό θα ήταν το μόνο άχθος που θα σήκωνε στην υπόλοιπη   πολυετή ζωή της. Το αβαρές φως του νοητού ήλιου της δικαιοσύνης. Ένα φως που θα καταύγαζε μέσα της όλα της τα χαρίσματα και θα τα έκανε εμφανή και αντιληπτά ακόμη και στον πλέον ανάπηρο άνθρωπο. Έχω διαβάσει γι’ αυτά τα ταξίδια της ψυχής που πάντα επιστρέφει στη σάρκα της. Δεν επιστρέφει ποτέ ίδια και απαράλλακτη. Πλέον είναι εκτός των άλλων και ο κομιστής μιας φωτοχυσίας συναισθημάτων αγάπης. Κι αυτό το ευλογημένο δώρο είχε την ύψιστη τιμή να το λάβει η δική μας μητέρα. Εμένα και του αδερφού μου Παναγιώτη. Στο τηλέφωνο τη ρώτησα αν είχε φοβίες. Με την πολύπειρη γνώση του πάσχοντα εαυτού μου, ήξερα πια καλά πως το έμφραγμα θα μπορούσε να ανατρέψει ακόμη και την ψυχική της υγεία.  Ξέρω πολύ καλά απ’ τα χρόνια μου στις ψυχιατρικές κλινικές πως η σωματική υγεία κάποιου έχει την ωστική δύναμη να παρασύρει και να θρυμματίσει την συγκρότηση του εαυτού του. Η μητέρα μου είχε να μου πει μόνο ευοίωνα λόγια. Είχα ακούσει πως τις πρώτες μέρες της νοσηλείας της ήταν αρκετά ταραγμένη και γι’ αυτό έπαιρνε τα γνωστά σε όλους μας Xanax. Γρήγορα επανήλθε στην πρότερη αισιόδοξη θυμική της κατάσταση.  Και πια δεν φοβόταν τίποτα.  Εξάλλου και αυτή είχε τον Θεό για αρωγό της. Μετά μίλησα στο τηλέφωνο και με τον Παναγιώτη. Εκείνος ήταν πιο φειδωλός με την εκδήλωση της ευτυχίας του. Περιμέναμε ν’ ακούσουμε τις οδηγίες των γιατρών για τα πράγματα που θα ήταν αδύνατο πια να διαχειριστεί, να ολοκληρώσει, να εργαστεί ή να φέρει εις πέρας η μητέρα μας.  Το σώμα της βλήθηκε στην καρδιά.  Η καρδιά έχει μνήμη μου είπε κάποτε η κολλητή μου Άντζελα. Δεν θέλω να αφηγηθώ την ιστορία της ζωής της μητέρας μου. Νιώθω τα βλέφαρα μου βαριά απ’ την αναθύμηση όσων μου έχει διηγηθεί ότι έζησε.  Λες και έκατσαν πάνω στα ματόκλαδα  μου τα βάρη όλων των γεγονότων που ήρε μέχρι πρότινος στην πλάτη της. Κάποια απ’ αυτά έπρεπε να τα πετάξει. Είναι πια χρεία η πλεύση της σε ακύμαντα νερά. Κι εμένα είναι ο ρόλος μου να εξουδετερώνω τις νάρκες των υδάτων. Να είμαι ο προπομπός της και ο κυματοθραύστης, ο ναρκαλιευτής, το τρομερό ακρόπρωρο που μπρος στη θωριά του όλες οι απειλές υποχωρούν.   

8.   Είναι θέμα ωρών να επιστρέψει η μητέρα με τον αδερφό μου στο σπίτι μας. Δεν νιώθω ιδιαίτερη συγκίνηση. Και πάλι με δεσμεύει η παλινδρόμηση μου στην ανηδονία. Θα νιώσω , είμαι σίγουρος, όταν δω το πονεμένο της πρόσωπο να περνάει το κατώφλι του σπιτιού μας.  Οι καρέκλες της ερήμωσαν, η κουζίνα έσβησε, η αγαπημένη μας γάτα στενοχωρήθηκε. Κι όταν θα μπει αυτή (η μητέρα μου) στο σκοτεινό σπίτι , γιατί κατέβασα λόγω μικρού πένθους όλα τα παράθυρα κάτω, τα σφράγισα με τα ξύλινα και πλαστικά μέλη τους, όλα θ’ ανοίξουν πάλι, τα άφωτα θα φωτιστούν και ρεύματα αέρα θα θωπεύσουν τα ιδρωμένα μας σώματα του γνώριμου καυτού Ιούλη της Ελλάδας. Θα έρθει με το μαγικό της χέρι να βάλει σε τάξη τα σκορπισμένα δεξιά και αριστερά κομμάτια της θλίψης μου. Πολυκαιρισμένα φρούτα που βρωμάνε, παλιά φαγητά ταγγισμένα. Νεκρή φύση σε παρακμή. Πάντα το σπίτι του διαταραγμένου θα έχει την εικόνα της ψυχής του. Δεν ξέρω αν η χαρά του ανταμώματος με την μητέρα μου, θα είναι σε θέση να μετακινήσει το σώμα μου απ’ την λυπητερή  υπόκυψη στην αισιόδοξη ανάκυψη.  Έχω πέσει πάρα πολύ. Τις προηγούμενες μέρες ήμουν πιο ευδιάθετος. Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου ν’ ασχοληθούν και με τη δική μου κατάντια. Προσβλέπω στην αλλαγή της  μητέρας μου απ’ την πολυήμερη μαθητεία της στον πόνο και τη γειτνίαση  της με τον θάνατο. Ο πόνος είναι μια πύλη που οδηγεί στην σοφία. Έχοντας μάθει τί είναι το ασφυκτικό άγχος, ελπίζω να έχει καταλάβει την κόλαση της κατάθλιψης. Η ενσυναίσθηση  οξύνεται στις διαδρομές του άλγους και της ανησυχίας για το τέλος. Ο ήλιος έξω υποθέτω πως λάμπει .Κάθομαι στο ημίφως , το έγραψα και πιο πάνω, τα παράθυρα σφραγίστηκαν με κλαγγή, να τρομάξουν κάθε επίδοξο επισκέπτη, κάθομαι στο ημίφως και γράφω. Ύστερα δένω τα χέρια μου ασύνειδα στο σχήμα της προσευχής. Ακούω τον ανεμιστήρα. Μοιάζει ο ήχος του με νερά ποταμού που κυλάνε μέσα στην κοίτη τους….Η μητέρα και ο αδερφός μου τελικά ταξιδεύουν σήμερα τα μεσάνυχτα.   

9.   Η μητέρα μου άλλαξε.  Γύρισε και ήταν μια πελώρια καρδιά.  Έγιναν όσα προσδοκούσα. Μαλάκωσε ό,τι πριν εντοπιζόταν πάνω της αψύ. Πέταξε όλα τα περιττά της νευρά και κράτησε αυτά που γαληνεύουν την ψυχή της. Τα πρωινά πίνουμε καφέ μαζί και μιλάμε για πράγματα καθημερινά και καταπραϋντικά των εντάσεων μέσα μας. Για την όμορφη γάτα της αυλής μας. Για τους Κώους που πέθαναν. Για πρόσωπα απ’ τις προσωπικές μας ζωές που εξαφανίστηκαν και  πιάνουμε το νήμα της ζωή τους απ’ το σημείο του χαμού τους από ‘μας μέχρι και την σημερινή κατάστασή τους. Ποτέ κατάκριση και φτηνό κουτσομπολιό. Μόνο ευχές για την μακροημέρευση όλων και την ευόδωση των ονείρων τους. Η μητέρα μου όποτε πέφτω σε κατάθλιψη, παίρνει την καρέκλα της και την σέρνει μέχρι το προσκέφαλό μου και το κεφάλι μου πάνω σ’ αυτό. Θέλει να είναι διπλά μου μέχρι να αποσοβήσει με την θεραπευτική της αγάπη τούς πόνους και τους οδυρμούς μου απ’ αυτούς. Με χαϊδεύει πια, παλιότερα δεν το κάνε. Την αγγίζω κι εγώ.  Όταν ξεπορτίζω τα απογεύματα απ’ το σπίτι κι εκείνη είναι ξαπλωμένη στον καναπέ διασχίζω με το χέρι μου ολόκληρο το σώμα της. Χαιρετιόμαστε με μια γλυκύτητα στις λέξεις μας, ποτέ δεν υπήρξε  ανάμεσα μας τέτοια. Κι έχω στην σκέψη μου πάντα τη δύναμη του ανθρώπου να ιαίνει, μικρή μετάληψη στην θεραπευτική ασκητική του Χριστού.                    

POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA