ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο Moby ήρθε, έφυγε… Τέσσερις μέρες μετά, τι θυμάσαι;

Στα λέω τώρα, γιατί ίσως έχεις ένα Παιδί Τραύμα, έναν Παν Παν, ένα Παύλο Παυλίδη να δεις σήμερα Κυριακή 5 Ιουλίου, και δεν ξέρω τι έχεις στο μυαλό σου ότι μπορεί να σου συμβεί. Ο δρόμος για την θάλασσα και την πλατεία Νερού έχει τις επιπλοκές του. Είναι τζαναμπέτης, έχει νεύρα, έχει στριμωξίδι, έχει ζαλισμένο τζι μπι εζ που, αν ξεκινάς από την Κηφισιά – εκεί που είναι πλέον τα νέα γραφεία- σε βγάζει από κάτι αποτρόπαια, άγνωστα στενά στην Εθνική και μετά, δόξα στον όποιο θεό πιστεύεις, ξεκίνα την κουβέντα. Κάπως πρέπει να περάσει κι ό χρόνος. Μπορείς να πάρεις την Αναστάζ τη φημισμένη ντιαμπολίκ του Χ και να την βάλεις σε ανοιχτή ακρόαση, θα βοηθήσει, έχει πάντα ωραίες ιστορίες να διηγηθεί, άσε που μπορεί να έχει κολλήσει και εκείνη σε κίνηση και να το θέλει πιο πολύ από σένα.

Δύο ώρες μετά ακούμε τους Garbage απ’ έξω. Έχουν προηγηθεί μέσα οι Pale Blue Eyes και έξω δέκα άκυρα πάρκινγ που έκλειναν το ένα μετά το άλλο λόγω πληρότητας-  όλοι εκεί, ίσως σε ακόμη μεγαλύτερη προσέλευση και από τους Gorillaz. Βάλε και το πάρκινγκ της Λυρικής. Ώπα, κάποιος φεύγει ακριβώς μπροστά μας. Βγες, σταμάτα την κίνηση. Την σταμάτησα. Λες να προλάβουμε να δούμε την Shirley Manson από κοντά; Η Γιώτα με κοιτάζει με έκδηλη απορία. «Κάτσε πρώτα να προλάβουμε τον άλλο».

Τρέχουμε. Περνάμε το κανάλι. Βήμα ταχύ στον πεζόδρομο. Αύξηση βήματος. Παίζουν οι Garbage το Love Song των Cure;  Ναι. Καθώς  περνάς σχεδόν τρέχοντας άρπαξε και μια κόλα ζερό – προσέχεις, βλέπεις, την μοναχική κοιλίτσα σου-από τις κοπελίτσες που χαμογελούν και διατάζουν  «πάρε, καλέ, να δροσιστείς». Άρπαξα. 

Δεν ξέρω πως τα καταφέρνουμε αλλά όταν το Happy when it rains διαπερνά τα κοινωνικά φίλινγκ είμαστε σχεδόν κοντά στη σκηνή, δεξιά πλευρά- μα τι άλμα κάναμε, φτου μας. Το κορίτσι, πάντα θα το λέω κορίτσι, αλωνίζει την σκηνή με χάρη έφηβης. Mιλά ακατάπαυστα στα ενδιάμεσα των τραγουδιών, διηγείται ιστορίες, παίζει με το κοινό. Η φωνή είναι κουρασμένη, εντάξει, αλλά κανείς δεν δείχνει να νοιάζεται. Η Δήμητρα και Ελβίρα, μέγα φαν, στέλνουν μηνύματα «ήρθατε;», ναι ήρθαμε, είμαστε από την άλλη πλευρά, χορέψτε κλάψτε, δικό σας το παιχνίδι, τα λέμε μετά στον δικό μας.

Γιατί εμείς ήρθαμε για το Moby.. Όχι ότι το χα στο πρόγραμμα σαν τατουάζ, αλλά μετά την εμφάνιση του Jacob Lusk των Gabriels στο πλευρό του στην Coachella- μια στιγμή που σχεδόν όλοι συμφώνησαν, πως το δικό τους natural blues, ήταν το πιο viral ολόκληρου του φεστιβάλ –  ξύπνησαν μέσα μου όλες οι στιγμές που τον έχω δει. Όλες στην Ελλάδα. Και συνήλθα εγκαίρως. Γιατί λίγο αργότερα έψαχνες να μπεις και δεν έβρισκες εισιτήριο ούτε για το 550.   

Και κάπως έτσι θυμήθηκα τις νύχτες που τα τραγούδια του έπαιζαν ασταμάτητα. Σε CD, ξενύχτια, διαδρομές που έμοιαζαν ατελείωτες. 

Έχουν ήδη γραφτεί πολλά για τη συναυλία. Ότι ήταν άρτια. Ότι ο ήχος ήταν εξαιρετικός. Ότι οι συνοδευτικές φωνές στάθηκαν στο ύψος τους- α ρε Jacob, πόσο ήθελα μια δική σου στιγμή. Ότι ο τρόπος που χτυπά τα τύμπανα παραμένει ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της σκηνικής του παρουσίας. Όλα σωστά. Αλλά αυτά τα θυμάται το μυαλό.

Η καρδιά θυμάται και σκέφτεται άλλα. Ότι ο «μικρόσωμος καλικάντζαρος» δεν ήρθε για να μας θυμίσει πόσους δίσκους έχει πουλήσει ή πόσα τραγούδια του άντεξαν στον χρόνο. Αλλά  να μας θυμίσει την αγάπη που απλόχερα δίνει αυτή η αδέξια του χαρά επι σκηνής- από ένα άνθρωπο δηλαδή που καταφέρνει ακόμη να κάνει αυτό που αγαπά.  Με κινήσεις που δεν έμοιαζαν χορογραφημένες και με χαμόγελα που δεν έμοιαζαν προβαρισμένα, δεν σταμάτησε να οργώνει τη στιγμή ούτε δευτερόλεπτο – ακόμη και τις στιγμές που οι μελωδίες τον περιόριζαν πίσω από το μικρόφωνο το σώμα του ήταν ξεκάθαρα σε αδιάκοπη κίνηση.

Ο Moby δεν έπαιζε απλώς τραγούδια. Έστηνε μια γιορτή.

Το “Bodyrock” άνοιξε τη βραδιά σαν να πάτησε κάποιος έναν διακόπτη και, ξαφνικά, είκοσι πέντε χιλιάδες άνθρωποι αποφάσισαν να αφήσουν έξω ό,τι τους βάραινε.

Το “Go” ήρθε σχεδόν φυσικά. Το “We Are All Made of Stars” έμοιαζε να έχει γραφτεί για εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Και κάπου ανάμεσα, σε μια οκ, ατυχέστατη εκτέλεση του Heroes και σε μια ωραία ιστορία για τον David Bowie, με μια αναφορά στην πρώτη δουλειά ενός οκτάχρονου παιδιού που ήθελε να αγοράσει έναν δίσκο, καταλάβαινες ότι οι μεγάλες διαδρομές ξεκινούν συνήθως από μικρές εμμονές.

Κοίταζα τη σκηνή και σκεφτόμουν πόσο ωραία μεγαλώνουν κάποιοι άνθρωποι. Αφήνουν ότι τους τυραννά να χαθεί στις σκιές και προχωρούν προς το φως.

Ο Moby κουβαλάει πάνω του δεκαετίες. Κι όμως, δεν υπήρχε ίχνος κόπωσης. Υπήρχε μόνο η χαρά του ανθρώπου που εξακολουθεί να πιστεύει ότι η μουσική μπορεί να ενώσει αγνώστους για δύο ώρες. Ότι μπορεί να μιλήσει για όσα πιστεύει – για τα ζώα, για έναν πιο ανθρώπινο κόσμο, για τη συμπόνια – χωρίς να σηκώσει το δάχτυλο σε κανέναν. Ακόμη και όταν «υποσχέθηκε» ότι ο πιο απαράδεκτος πρόεδρος της Αμερικής θα φύγει το έκανε με μια «οικειότητα» που σε αγκάλιαζε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Υπάρχουν αυτοί  που πιστεύουν πως αυτό που κάνει μεγάλη μια συναυλία είναι το setlist. Εγώ θα έβαζα δίπλα και τους ανθρώπους- ειδικά εκείνους που ξέρουν να λένε «ευχαριστώ», στην σειρά,  πάνω από πέντε φορές . Όταν έκλεισε με το “Lift Me Up” και το “Feeling So Real”, δεν είχα την αίσθηση ότι τελείωσε μια ακόμη συναυλία αλλά ότι «ολοκληρώθηκε» ένας κύκλος που είχε ξεκινήσει πριν από πολλά χρόνια, σε κάποιο δωμάτιο, με ένα CD να γυρίζει ασταμάτητα και την πεποίθηση ότι όλη η ζωή είναι ακόμη μπροστά.

Ο Moby ανήκει σε αυτή την ωραία κατηγορία αυτών που δεν νικούν τον χρόνο, απλώς τον κάνουν να κάθεται για λίγο στην άκρη. Κι έτσι, έστω και για δύο ώρες, θυμάσαι όχι μόνο ποιος ήσουν τότε αλλά και γιατί αξίζει να συνεχίζεις να πηγαίνεις σε συναυλίες, ακόμη κι αν χρειαστεί να περάσεις πρώτα από την αγχωμένη και πηγμένη Κηφισίας.

Δημήτρης Πάντσος