Προσπαθώ να σκεφτώ ένα βιβλίο στο οποίο να μπορείς να διαβάσεις ταυτόχρονα τη συνταρακτικότερη  ανάλυση του έργου και της προσωπικότητας του Βιζυηνού μαζί με εύστοχα πικρά σχόλια για τη συγκυρία από  το 1993 μέχρι το 2005 περίπου (τι οι πυρπολημένοι  Κούρδοι στην Αθήνα, τι οι βομβαρδισμοί στην πρώην Γιουγκοσλαβία, τι η φιέστα των Ολυμπιακών Αγώνων, τι τα «μεγαλεία» του Τζόρτζ  Μπους το 2001!), έχοντας  πρωταγωνιστές σάρκινους, με πάθη και μεγαλοσύνες, μέσα από αληθινά περιστατικά, τον Ρίτσο, τον Ταχτσή, τον Αναγνωστάκη, τον Λειβαδίτη, τον Κοτζιά και τη Διδώ Σωτηρίου.

Το «Τίποτα δεν χαρίζεται» (εκδόσεις Πατάκης) της Μάρως Δούκα, η σταχυολόγηση των μελετών, των ομιλιών και των επιφυλλίδων-παραγγελιών που έγραψε με αγάπη για τις μεγάλες μορφές των νεολληνικών γραμμάτων, ενώ συνέχιζε να εκδίδει τα λογοτεχνικά διαμάντια της («Ένας σκούφος από πορφύρα», «Ουράνια μηχανική», «Αθώοι και φταίχτες»), είναι ένα μεγάλο αναπάντεχο, τολμώ να πω, δώρο για τον αναγνώστη. Μέσα σε αυτό παρεισφρέουν απίθανα αυτοβιογραφικά εξομολογητικά χωρία, που κάνουν τη βραβευμένη λογοτέχνιδα να γίνεται αληθινά οικεία. «Αν γερνάω καλά , είναι γιατί ευνοήθηκα στην τρίτη δεκαετία της ζωής μου. Σ’ αυτή τη δεακετία  που “δένει” συνήθως ο καρπός. Ήρθα και προσάραξα στο μικρό βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Κέδρος της Νανάς Καλλιανέση. Κάθισα σε ένα γραφειάκι μεταλλικό δίπλα  στο παράθυρο που έβλεπε στην Πανεπιστημίου, κάπνιζα, έπινα καφέδες και διάβαζα χειρόγραφα».

Συναντηθήκαμε ένα μεσημέρι, με τους 40 βαθμούς να έχουν παραλύσει την πόλη έξω, από τα McDonalds στο Σύνταγμα. Περπατήσαμε, χεράκι χεράκι με ένα 4χρονο κορίτσι, και καταλήξαμε σε ένα μπαλκόνι με θέα πάνω από τον τρούλο και τα καμπαναριά της Μητρόπολης, που επιτέλους έβγαλε τις σκαλωσιές της, τον Παρθενώνα και το Ερέχθειο. Επειδή δεν είναι απλά μια καλή, έντιμη και δουλευταρού συγγραφέας, αλλά είναι ένας πολίτης με συνείδηση, σε μόνιμη εγρήγορση, η κουβέντα μας ξεκίνησε απ’ το ηλεκτροσόκ που προκάλεσε το απρόσμενο Βrexit.

Ζούμε στην παραζάλη του απόηχου του δημοψηφίσματος στη Μ.Βρετανία. Πώς βρήκατε το αποτέλεσμα, κυρία Δούκα; Πώς να το βρω; Ποτέ δεν μπόρεσα να «επικοινωνήσω» με τη λογική του μαύρου-άσπρου των δημοψηφισμάτων… Ο Βρετανός πολίτης εγκλωβισμένος στο μονολεκτικό και αδιέξοδο «μέσα» ή «έξω» από την Ευρωπαϊκή Ένωση, έτσι ή αλλιώς, δεν θα ψήφιζε για μια δικαιότερη, δυναμική, ανοιχτή, μαχόμενη, ελεύθερη κοινωνία… Στην περίπτωση του «μέσα» θα είχαμε να λέμε ότι πείστηκε να επιλέξει τη «σταθερότητα», τον εφησυχασμό, την αδράνεια, αλλά και τη συνοδοιπορία του με τους άλλους λαούς της Ευρώπης… Στην περίπτωση  του «έξω» θα συζητούσαμε, όπως και συζητάμε, για μια κοινωνία που οδηγήθηκε στην ξενοφοβία, στη δαιμονοποίηση του διαφορετικού, στην περιχαράκωση αλλά και στην απόφασή της να απαλλαγεί από το «χαράτσι» των Βρυξελλών. Και πού καταλήγουμε; Από τη μια η αναλγησία των αγορών, η κρίση των αξιών, η φτώχεια, η ανεργία: η Δημοκρατία κολοβωμένη στην υπηρεσία του νεοφιλελευθερισμού. Από την άλλη, ο εθνικισμός, ο ρατσισμός,  η μισαλλοδοξία: η Δημοκρατία εν κινδύνω στην υπηρεσία  μιας ακροδεξιάς που συνομιλεί ευθέως πια με τον νεοναζισμό.

Περιμένατε την επικράτηση του Brexit;Έπειτα και από την έμμεση, πλην όμως απολύτως σαφή, δήλωση της Ελισάβετ υπέρ του «Έξω», ήταν σχεδόν βέβαιο ότι ο μέσος Βρετανός (Ουαλός, Άγγλος) πολίτης, πέρα από ιδεολογίες και πολιτικές επιλογές, και με το δεδομένο ότι η Βρετανία σε σχέση με την Ευρώπη ανέκαθεν καλλιεργούσε την ψυχολογία της «μοναχικής-μοναδικής» ηγεμονικής μεγαλονήσου, θα έσπευδε να συνταχθεί κάτω από τη σκέπη της «πολυφίλητης» βασίλισσάς του: Πρώτα η Βρετανία! 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Το ζήτημα είναι «από εδώ και τώρα τι»; Ευθύνη της  Αριστεράς, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη,είναι να συνομιλήσει με την εποχή και τις ανάγκες της εποχής και να υπηρετήσει επί της ουσίας, ρεαλιστικά, δημιουργικά, οραματικά αυτές τις ανάγκες. Και βέβαια, πρωτίστως, θα όφειλε η ηγεσία των Βρυξελλών να σκύψει στα προβλήματα των λαών της Ένωσης, να βάλει φρένο στη λιτότητα, να νοιαστεί πραγματικά για τα ανθρώπινα δικαιώματα, να σεβαστεί τους πρόσφυγες που η ίδια με την «κανιβαλική» εξωτερική πολιτική της «δημιούργησε», και πάνω από όλα να αναλάβει ως πολιτική και όχι ως διαχειριστική εξουσία τις ευθύνες της και να πει τα οφειλόμενα «όχι» στα διεθνή οικονομικά συμφέροντα. Κοινότοπα και αυτονόητα όλα αυτά, το ξέρω. Γεγονός πάντως είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση του σήμερα ελάχιστη σχέση έχει με τις αξίες και τα ιδρυτικά καταστατικά του πρόσφατου παρελθόντος της. 

Ο κόσμος μας αλλάζει ραγδαία. Μέσα σε αυτόν ο συγγραφέας πώς υπάρχει, πώς συμπεριφέρεται; Είναι εύκολο να απομονώνεται για να γράψει;Εσείς γράφετε κάτι σήμερα, κυρία Δούκα; Από βιβλίο σε βιβλίο μεσολαβεί ένα πολύμηνο διάστημα καταπραϋντικής αποδοχής για αυτό που τέλειωσε και γλυκιάς προσμονής για αυτό που ίσως έρχεται.

Έρχεται κάτι, λοιπόν, τώρα; Εδώ και λίγους μήνες, ζω με την αίσθηση ότι κάτι φευγαλέο με τριγυρίζει – πότε ευχάριστα, πότε βασανιστικά. Κρατώ απλώς σημειώσεις και «προετοιμάζω» υπομονετικά την ώρα την καλή.

Παραπονιέστε ότι «αποκλείεται να συγκεντρωθώ, όπως πρέπει, στα απολύτως δικά μου, να απομονωθώ. Αλλά και πάλι πότε είχα αυτή την πολυτέλεια;» Τι σας αποσπούσε, τις σας αποσπάει; Η συγκυρία; Όταν αποκόβεις από τη ροή του κειμένου μια σκέψη όλα ακούγονται αλλιώς. Μάλλον με τη συγκεκριμένη φράση ήθελα να «σχολιάσω» έμμεσα εκείνη τη νοοτροπία που θέλει τον συγγραφέα απομονωμένο, μπροστά σ’ ένα παράθυρο, να ατενίζει μελαγχολικός το φουρτουνιασμένο πέλαγος και να γράφει. Εδώ, στο «Τίποτα δεν χαρίζεται», μιλάμε για αρκετά χρόνια πίσω. Έγραφα, θυμάμαι, το «Ένας σκούφος από πορφύρα», λίγο αργότερα το «Ουράνια μηχανική», το «Αθώοι και φταίχτες» έπειτα, και την ίδια στιγμή έπρεπε να ασχοληθώ με χίλια δυο άλλα πρακτικά, να ανταποκριθώ επίσης και στο κάλεσμα για ένα αφιέρωμα ή μια εκδήλωση μνήμης αγαπημένων. Για να είμαι, πάντως, ειλικρινής, όταν είμαι χωμένη σε ένα βιβλίο επί της ουσίας τίποτα δεν μπορεί να με αποσπάσει. 

Η Ελλάδα ως περιβάλλον υπονομεύει τη συγγραφή; Δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, «πλαίσιο» που προσφέρεται και «πλαίσιο» που δεν προσφέρεται στη συγγραφή, άσε που δεν πολυκαταλαβαίνω την ερώτηση! Όσο για την Ελλάδα, όπως και αν την εκλάβουμε, είτε ως τόπο θαυμαστό, είτε ως πατρίδα-μάνα που «παιδεύει τα παιδιά της», είτε ως «αποικία χρέους», εμείς μάλλον είμαστε αυτοί που την υπονομεύουμε και όχι αυτή εμάς. Και σε ό,τι με αφορά, σε σχέση πάντα με το γράψιμο, από το πρώτο μου βιβλίο, το «Η πηγάδα», το 1974 και έως σήμερα, έχω την αίσθηση ότι καλούμαι να  «συνομιλήσω» πάντα με ένα περιβάλλον προβληματικό. 

Μοιάζει πως δεν μπορείτε να υπάρξετε εκτός γραφής. Δυσκολεύομαι να υπάρξω εκτός σχεδιασμού και φαντασίας. Και όταν δεν γράφω, όπως τώρα, σχεδιάζω και ονειρεύομαι το βιβλίο που θα μπορούσα να γράψω. Καμιά φορά, μάλιστα, πιάνω τον εαυτό μου να μελαγχολεί για εκείνο το βιβλίο που δεν θα μπορέσω ή δεν θα προλάβω να γράψω. 

Στο πραγματικά γεμάτο εξομολογήσεις «Τίποτα δεν χαρίζεται» αποκαλύπτετε ότι «αν δεν είχα διαψευστεί τόσο σε προσωπικό επίπεδο πιθανόν να μην είχα ασχοληθεί καθόλου με το γράψιμο» και ότι «γράφω από την αδυναμία μου να υπάρξω αλλιώς». ‘Ετσι είναι; Αυτές οι φράσεις απομονωμένες από το περικείμενό τους ακούγονται κάπως μελό, μην πω και αφύσικες. Το συμπλήρωμά τους θα μπορούσε να είναι ότι συνήθως αρχίζουμε να γράφουμε από την ανάγκη μας να «πούμε κάτι» κι εμείς, όπως το είπαν και τόσοι άλλοι πριν από μας με τον δικό τους τρόπο. Με τον δικό μας τρόπο κι εμείς. Κι αυτός ο δικός μας τρόπος, η δική μας ματιά, η δική μας θέληση, ο δικός μας βηματισμός, ίσως και να εμπεριέχει την ιδέα της παρέμβασης, της βελτίωσης, της διόρθωσης ή και της ακύρωσης όσων μας έχουν διαψεύσει, πληγώσει ή και απλώς θυμώσει. Κι έπειτα, χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε, το γράψιμο έχει γίνει τρόπος ζωής.

Θα μπορούσατε να έχετε ασχοληθεί όμως με κάτι άλλο; Ένας πολύ αγαπημένος θείος μου, εκεί γύρω στα δεκατέσσερα πρέπει να ήμουν, συνήθιζε να μου λέει αντί άλλου επαίνου, καλοκαίρι στο χωριό, πως με ό,τι και αν αποφάσιζα να καταπιαστώ θα τα κατάφερνα μια χαρά. Και αγρότισσα καλή θα μπορούσα να γίνω και μοδίστρα και κεντήστρα και πλέκτρια και δασκάλα. Κι έγινα απλώς συγγραφέας.

«Όπως και να εκλάβουμε την Ελλάδα, είτε ως τόπο θαυμαστό, είτε ως πατρίδα-μάνα που “παιδεύει τα παιδιά της”, είτε ως “αποικία χρέους”, εμείς μάλλον είμαστε αυτοί που την υπονομεύουμε και όχι αυτή εμάς. Και σε ό,τι με αφορά, σε σχέση πάντα με το γράψιμο, από το πρώτο μου βιβλίο έως σήμερα, έχω την αίσθηση ότι καλούμαι να “συνομιλήσω” πάντα με ένα περιβάλλον προβληματικό»

Επειδή δεν χωνεύετε τις μουντζούρες, τα λάθη, το μπλάνκο, πάντοτε ήσασταν φανατική της «άσπιλης σελίδας», με το ελάχιστο λαθάκι τσαλακώνατε τις σελίδες και τις πετούσατε στο καλάθι των αχρήστων. Οχι έτσι απλά, αλλά καπνίζοντας σαν την τρελή, το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. «Οπως το σκέφτομαι τώρα απορώ πώς ζούσα έτσι, πώς άντεχα!», διαπιστώνετε σήμερα. Ζείτε και δουλεύετε διαφορετικά πλέον; Εκεί γύρω στο 1994, όπως αναφέρω και στο βιβλίο, ριζική αλλαγή στην καθημερινότητά μου ήταν το πέρασμα από τη γραφομηχανή στον υπολογιστή. Πιο εύκολα τώρα όλα στο γράψιμο, «μαλακά», εύπλαστα, αθόρυβα, καθαρά… αλλά και πολύ πιο ριψοκίνδυνα, ύπουλα, γλιστερά…έχεις και δεν έχεις αυτό που γράφεις, εφόσον ανά πάσα στιγμή μπορεί να το χάσεις ή να το ξεχειλώσεις, εάν δεν είσαι επίμονα προνοητικός. Να λοιπόν η πρώτη αλλαγή. Δεύτερη αλλαγή, η πιο σημαντική ίσως, πριν από τρία μόλις χρόνια, ήταν το πέρασμά μου, για λόγους υγείας, στην παρέα των μη καπνιστών… Και ενώ οι περισσότεροι πρώην καπνιστές νοσταλγούν και υποφέρουν, εγώ όχι μόνο δεν αισθάνομαι στερημένη αλλά και απορώ πώς μπορούσα να ζω τόσα χρόνια καπνίζοντας. Τρίτη και καθοριστική, αναπόφευκτη, θα έλεγα, αλλαγή, ότι δεν έχω πια τις ίδιες αντοχές. Αλλο στα σαράντα και στα πενήντα σου και άλλο στα εβδομήντα παρά. Παλιά, αν μου ερχόταν μια φράση, μια λέξη, μια σκέψη την ώρα που με έπαιρνε ο ύπνος πετιόμουν αμέσως απάνω να τη σημειώσω… Τώρα βαριέμαι να κουνηθώ, “το πρωί”, λέω, και το πρωί δεν θυμάμαι συνήθως τίποτα, αλλά κι αν θυμάμαι, μου φαίνεται τόσο ασήμαντο.

Συνεχίζετε παρόλα αυτά το πρώτο χέρι να το γράφετε με μολύβι σε μπλοκάκι; Με μολύβι και μπλοκάκι κρατώ συνήθως τις πρώτες σημειώσεις, τη μαγιά, να το πω έτσι, του βιβλίου που σχεδιάζω να γράψω. Τον τελευταίο καιρό, πάντως, ακόμη και τη «μαγιά» την πληκτρολογώ κατευθείαν.

Κάποτε συγγράφατε «μόνο για την ψυχή μου, χωρίς να τολμώ να ονειρευτώ ένα βιβλίο δικό μου». Το ‘72 δεν μπορούσατε να φανταστείτε ότι θα γίνετε πεζογράφος. Τότε απλώς πετούσατε προκηρύξεις στις γειτονιές της Αθήνας. Ακριβώς. Διάβαζα πολύ, «ανασκάλευα» τα παιδικά μου χρόνια,αλλά δεν τολμούσα να φανταστώ ότι αυτά που έγραφα θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν και τους άλλους, ότι θα άξιζαν τον κόπο να διαβαστούν. Και κάπως έτσι προέκυψε το δακτυλόγραφο του πρώτου μου βιβλίου «Η πηγάδα»… κι άρχισε η μεγάλη, η θαυμαστή περιπέτεια, όταν πια είχα λιώσει πολλές ελβιέλες (τα πάνινα αθλητικά μας τότε) ονειροπολώντας και  πεζοπορώντας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Επρεπε γράφοντας και σβήνοντας να συναισθανθείτε πόσο «θνητός» και ταπεινός οφείλει να είναι ο μυθιστοριογράφος, λέτε. «Κι άρχισα να καταλαβαίνω τη χειρωναξία και την προσευχή», θυμάστε για εκείνη την εποχή. Δηλαδή; «Θνητός» εδώ με την έννοια της ανημπόριας και «ταπεινός» με την έννοια της υπομονής… Το έχω πει πολλές φορές, άλλο η γραφή, και άλλο η συγγραφή. Συγγράφω, για μένα, σημαίνει χαράσσω τη διαδρομή μου από το θυμάμαι στο βιώνω και από το βιώνω στο επινοώ, στο φαντάζομαι, στο ταυτίζομαι, στο οικειοποιούμαι, ώσπου να φτάσω, επιτέλους, στο επιθυμητό υποδέχομαι. Και υποδέχομαι δεν θα μπορούσε να σημαίνει παρά μόνο τη δυνατότητά μου να καταστήσω ικανό το θέμα μου να καταλάβει τη θέση που του αναλογεί στον γλωσσικό μου χώρο και να μου επιβάλει την αφήγησή του. Ώρες αμέτρητες μόχθου, χειρωναξίας και βαθιάς προσμονής, ευχής, προσευχής.

«Πεζογράφος είσαι (…) όταν πίσω από κάθε φράση σου θα είσαι πάντα εσύ με τις δικές σου εμμονές», είναι ο ορισμός σας. Οι δικές σας εμμονές ποιες είναι; Δύσκολα απαριθμούνται οι εμμονές. Σε γενικές γραμμές, πάντως, θα έλεγα ότι δική μου εμμονή, από όπου εκπορεύονται και όλες οι άλλες, είναι αν και κατά πόσο μπορεί ο άνθρωπος, σεβόμενος τις βασικές αξίες και αρχές του στη ζωή, να αποτυπώνει με αυτοεπίγνωση και εντιμότητα τις εκπτώσεις του από το είναι  που δικαιούται στο έχειν  που διεκδικεί.

Σε τηλεφώνημά του ο Τσαρούχης το 1976 απ’τη Γαλλία σάς συμβούλεψε «να προσπαθείτε κυρίως να μην βαρύνετε τη γραφή σας με τα αισθήματά σας». Τι εννοούσε ακριβώς και ποια είναι η σχέση των αισθημάτων σας με το γραπτό σας; Τη συμβουλή αυτή ο Τσαρούχης μού την είχε δώσει όχι σ’ εκείνο το τηλεφώνημά του από τη Γαλλία, αλλά στην πρώτη μας συνάντηση στο σπίτι του στο Μαρούσι, μια συνάντηση που πήρε με τα χρόνια μυθικές διαστάσεις μέσα μου. Και η συμβουλή του αυτή, βέβαια, είχε να κάνει με αυτό που γενικώς λέμε, όχι μόνο στην τέχνη αλλά και στη ζωή, «απόσταση ασφαλείας» από το αίσθημα-συναίσθημα, που θα μπορούσε, χωρίς τον έλεγχο και τον συγκρατημό της λογικής, να μας «πνίξει», να μας «θολώσει».

Την επιτυγχάνετε αυτή την απόσταση ασφαλείας; Δεν είναι πάντα εύκολο. Αυτή ακριβώς τη σύμπλευση, το δύσκολο ισοζύγισμα ανάμεσα στο συναίσθημα και τη λογική είναι που αναζητώ στα γραπτά μου.

«Από βιβλίο σε βιβλίο μεσολαβεί ένα πολύμηνο διάστημα καταπραϋντικής αποδοχής για αυτό που τέλειωσε και γλυκιάς προσμονής για αυτό που ίσως έρχεται»

Εχετε διαβάσει Ρώσους, Γάλλους και Αμερικάνους. Στο εικονοστάσι σας ωστόσο υπάρχουν μόνο Ελληνες; Είναι οι συγγραφείς και ποιητές που διατρέχουν τις σελίδες του βιβλίου σας; Δεν έχω μόνο (νέο) Έλληνες στο εικονοστάσι μου. Έχω και πάμπολλους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους αλλά και Ιταλούς και Άγγλους και Ιρλανδούς και Λατινοαμερικάνους, εκτός από τους Ρώσους και τους Γάλλους και τους Αμερικάνους. Κι εδώ θα πρέπει να διευκρινίσω ότι στο «Τίποτα δεν χαρίζεται» όλα τα κείμενα που αναφέρονται σε αγαπημένους πεζογράφους και ποιητές, αλλά και στον Τσαρούχη και στον Μάνο Χατζιδάκι, είναι κείμενα που μου είχαν ζητηθεί πριν από τόσα χρόνια ως συμμετοχή σε αφιερώματα ή εκδηλώσεις μνήμης. Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι αγαπημένοι…

Όπως; Ο Γιάννης Μπεράτης, για παράδειγμα, ο Κοσμάς Πολίτης, ο Νίκος Κάσδαγλης, η Καίη Τσιτσέλη, ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης, η Τατιάνα Μιλλιέξ, ο Πέτρος Αμπατζόγλου… -να αναφέρω και τον Μένη Κουμανταρέα που ακόμη με πονάει ο χαμός του;. Ο κατάλογος θα ήταν μακρύς, αν συνέχιζα…

Γράφοντας κι η ίδια ιστορικό μυθιστόρημα αρχίσατε να αναρωτιέστε αν κάθε μυθιστόρημα που φιλοδοξεί να εξανθρωπίσει τα γεγονότα, από τη φύση του, τείνει να γίνει ιστορικό; Ένα και μοναδικό ιστορικό μυθιστόρημα έχω γράψει, το «Ένας σκούφος από πορφύρα». Όλα τα άλλα βιβλία μου είναι σε «ανοιχτή γραμμή», σε διαρκές κουβεντολόι, σε μετωπικό κοίταγμα, θα έλεγα, με το σήμερα. Και καθώς το σήμερα από τη φύση του εμπεριέχει το χθες – από αυτό έρχεται και σ’ αυτό, κι ας προσβλέπει στο αύριο, καταλήγει-, ο εξανθρωπισμός των γεγονότων συνδέεται αναπόφευκτα με τη μυθοπλαστική ανάπλαση. Άλλο όμως το ιστορικό μυθιστόρημα και άλλο το μυθιστόρημα εποχής. Άλλο να έρχεσαι από το παρελθόν και άλλο να μιλάς για το παρελθόν.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Αληθεύει ότι τα «Ματωμένα Χώματα», το βιβλίο που σας βοήθησε να ξεφύγετε από τη λογική του παλαιοκομματισμού «ποιος φταίει, ποιος δεν φταίει, Βασιλικοί, Βενιζελικοί», σάς δώσαν και τον απόλυτο ορισμό του μυθιστορήματος; Το «είναι σε θέση να αποφλοιώσει το ιστορικό γεγονός και να αποκαλύψει αθέατες πτυχές του περισσότερο απ’ όσο δεκάδες σελίδες ιστορίας»; Τα «Ματωμένα χώματα» ήταν το πρώτο ίσως βιβλίο που με βοήθησε να καταλάβω πολλά -ήμουν πρωτοετής στη Φιλοσοφική τότε- σε ό,τι αφορά το μυθιστόρημα και τη σχέση του με την Ιστορία, αλλά ευτυχώς δεν ήταν το μόνο. Στα χρόνια που θα έρθουν είναι αρκετά τα μυθιστορήματα που θα στερεώσουν, καθένα με τον τρόπο και τη δυναμική του, τη διαπίστωση ότι το γεγονός μέσα από τον μυθιστορηματικό εξανθρωπισμό του αποκαλύπτεται  δραστικότερα απ’ ό,τι μέσα από την ιστοριογραφική αποτύπωσή του.

Γράφετε ότι «μόνο ο απλός αναγνώστης και όχι ο επαρκής, όπως κολακευόμαστε να πιστεύουμε, είναι αυτός που προορίζεται να συνοδοιπορήσει με το συγγραφέα». Κάτι που με ένα τρόπο επιβεβαιώνετε  περιγράφοντας μια εκπληκτική ιστορία μύησης του ταχυδρόμου σας στο έργο του Φραγκιά. Γιατί δεν μπορεί να συνοδοιπορήσει όμως και ο επαρκής; Να πούμε πρώτα ότι άλλο το απλό και άλλο το απλοϊκό. Απλό, για μένα, είναι το ολόκληρο, το πλήρες, το ανεπιτήδευτο, το στέρεο, το ανόθευτο. Κι αυτός ο αναγνώστης, ο απλός,  καθώς αναζητάει τον τρόπο που θα του επιτρέψει να απολαύσει το κείμενο που διαβάζει, καλείται να συνοδοιπορήσει με τον συγγραφέα, ενώ την ίδια στιγμή ο επαρκής αναγνώστης, με το βιβλίο ανοιχτό μπροστά του, καθρεπτίζεται απλώς αυτάρεσκα στην όποια επάρκειά του, χωρίς καμιά απολύτως ανάγκη ή διάθεση συνοδοιπορίας με τον συγγραφέα.

Η αγωνία μετά την επιτυχία της «Αρχαίας Σκουριάς», του πρώτου μυθιστορήματός σας, υπάρχει ακόμα, υπάρχει πάντα μετά από κάθε νέο βιβλίο;Η αγωνία ποτέ, ευτυχώς, δεν εξαντλείται…

Ευτυχώς; Λέω «ευτυχώς», επειδή αυτή είναι ουσιαστικά που δίνει ώθηση, αλλά και νόημα, στον αγώνα της γραφής. Άλλο όμως να βρίσκεσαι στα πρώτα σου βήματα και άλλο να έχεις διανύσει αποστάσεις. Έπειτα από σαράντα δύο χρόνια συγγραφικής «αγωνίας», αν μη τι άλλο, συνομιλώ χωρίς αυταπάτες πλέον με τον εαυτό μου. Ούτε οι έπαινοι με ζαλίζουν, ούτε οι επικρίσεις με πανικοβάλλουν, ούτε η όποια εκδοτική επιτυχία με αποκοιμίζει, ούτε και η όποια αποτυχία με αποθαρρύνει.

Οι «αδιανόητες μικρότητες και προστριβές μεταξύ των συγγραφέων», κάτι που ζήσατε δουλεύοντας  στον Κέδρο και κατόπιν βιώσατε και η ίδια ως συγγραφέας, πού οφείλονται; Και οι συγγραφείς είναι άνθρωποι! Εκτός από τα όποια θαυμαστά χαρίσματά τους, έχουν και τα συγγνωστά ελαττώματα και τις «ανυπόφορες» ιδιοτροπίες τους. Αν και όχι όλοι, οι περισσότεροι, πάντως, θα ήθελαν να είναι οι πρωτοπόροι και οι εισηγητές του «είδους», οι βραβευμένοι, οι δημοφιλείς, πρώτοι στις πωλήσεις αλλά και πρώτοι στη λίστα των κριτικών… Διότι, τι να κάνουμε… αυτή είναι η φύση του ανθρώπου, ματαιόδοξα ανταγωνιστική! Κι ας έχουν περάσει αιώνες από τότε που βγήκε σκουντουφλώντας από τη σπηλιά. Κι ας κουβαλάει στους ώμους του αιώνες πολιτισμού…

Είναι τοξικός ο κόσμος του βιβλίου; Δεν νομίζω ότι είναι περισσότερο τοξικός απ’ όσο είναι ένας οποιοσδήποτε άλλος επαγγελματικός «κόσμος». 

Υπήρξατε αρωγός και μέλος του Δ.Σ του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου; Το κενό του επιμένει ακόμα, μετά την πραγματικά αταίριαστη ενσωμάτωσή του στο Ελληνικό Ιδρυμα Πολιτισμού. Έχετε καταλάβει γιατί καταργήθηκε; Όχι και αρωγός, απλό μέλος του πρώτου Δ.Σ.ήμουν στα πρώτα του βήματα και είχα προσπαθήσει για δυο χρόνια περίπου μαζί με τους άλλους για το καλύτερο. Πέρασαν εν τω μεταξύ τα χρόνια, το ΕΚΕΒΙ «καταργήθηκε» Γενάρη του 2013 από έναν υπουργό Πολιτισμού.

«Εδώ και λίγους μήνες, ζω με την αίσθηση ότι κάτι φευγαλέο με τριγυρίζει – πότε ευχάριστα, πότε βασανιστικά. Κρατώ απλώς σημειώσεις και “προετοιμάζω” υπομονετικά την ώρα την καλή»

Γιατί; Οσο ψάχνει κανείς τα «τι» και τα «πώς» εκείνης της αυταρχικής, της βάρβαρης, μπορώ να πω, «κατάργησης», χώνεται στα βαθιά της ανευθυνότητας που χαρακτηρίζει συνήθως όλους αυτούς που ασκούν εξουσία, αλλά και όλους εκείνους, τους εξωθεσμικούς, που παρασιτούν στους διαδρόμους των υπουργείων. Διότι, και αυτό μην το ξεχνάμε, το μεγάλο κακό στο ΕΚΕΒΙ δεν το έκανε ο ακατάρτιστος εις τα του βιβλίου Υπουργός Πολιτισμού, αλλά οι σύμβουλοί του και οι συνήθεις καλοθελητές. Τώρα το ΕΚΕΒΙ, ό,τι απέμεινε δηλαδή από αυτό, έχει περάσει σαν «δυσβάσταχτη» κληρονομιά στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού. Εκτιμώ και εμπιστεύομαι τα μέλη του νέου Διοικητικού Συμβουλίου. Κι εύχομαι να τα καταφέρουν. Ένα ΕΚΕΒΙ στην υπηρεσία του βιβλίου, χωρίς φανφάρες, όμως, συνετό και μετρημένο, είναι απολύτως αναγκαίο. 

Σαρανταεννιά ετών δηλώνατε ότι «εξακολουθώ να καπνίζω πολύ, λαχανιάζω επομένως εύκολα, δεν έχω ούτε τη μαχητικότητα ούτε την αφέλεια να πιστεύω ότι τρεχοβολώντας θα αλλάξω την κοινωνία. Τώρα τις μάχες μου τις δίνω αλλιώς». Πού ακριβώς τις δίνετε, κυρία Δούκα; Το «πού» δεν θα μπορούσε να περιγραφεί ακριβώς. Το «αλλιώς» για μένα ίσως και να έχει μόνο να κάνει με το ότι προσπαθώ να συνομιλώ χωρίς αυταπάτες με το σήμερα, ότι επιμένω να παρατηρώ γύρω μου χωρίς παραμορφωτικά γυαλιά, ότι πασχίζω να βαδίζω χωρίς παρωπίδες.

Ωστόσο, οι κοινωνικοί αγώνες πού θα δοθούν σήμερα; Το είπα και παραπάνω, το «πού» των κοινωνικών αγώνων, εγώ τουλάχιστον, δεν είμαι σε θέση να το ορίσω. Το να είμαι, για παράδειγμα, αλληλέγγυα στους πρόσφυγες, στους μετανάστες, στους άστεγους, το να προσπαθώ, μέσα στο πλαίσιο του δυνατού, να κάνω κάτι για αυτούς, δεν το θεωρώ «αγώνα», είναι απλώς το στοιχειώδες για να έχω το δικαίωμα να δηλώνω «παρούσα». Οι κοινωνικοί αγώνες, κατά τη γνώμη μου, αρχίζουν από εκεί και πέρα.

Αναρωτιέστε κι η ίδια αν οφείλουν ή όχι οι στοχαστές και οι διανοούμενοι να είναι δρώσες μονάδες στο κοινωνικό σύνολο. Αναφέρετε ως παράδειγμα τον Παύλο Ζάννα. Ο Αλαίν Μπαντιού πρόσφατα ανέφερε ότι η μετάβαση σε μια νέα πολιτική θα γίνει από τη σύμπραξη του νομαδικού προλεταριάτου (πρόσφυγες, μετανάστες), μέρους της μεσαίας τάξης και διανοουμένων. Στην Ελλάδα πού βρίσκονται οι στοχαστές και οι πνευματικοί άνθρωποι; Υπάρχει η αίσθηση ότι σιωπούν. Και στο θέμα των κοινωνικών αγώνων, πρωταρχικό ρόλο, αλλά και ευθύνη, έχουν, μας αρέσει ή όχι, οι ειδικοί: Φιλόσοφοι, πολιτικοί, νομικοί, οικονομολόγοι, κοινωνικοί επιστήμονες, επαναστάτες, πανεπιστημιακοί,  οι περισσότεροι. Ο πεζογράφος, μιας κι εγώ ως πεζογράφος καλούμαι να απαντήσω, προορισμό έχει μέσα από τη δική του ματιά, τη δική του ιδιοσυγκρασία να αποτυπώνει τη  σχέση του με τον κόσμο, να αναπλάθει με τον δικό του τρόπο την εποχή του, να συνομιλεί με το χθες, να αναρωτιέται για το αύριο, προφήτης όμως δεν είναι, διαισθητικός ίσως, αλλά ως εκεί. Λύσεις και δρόμους και τρόπους δεν είναι σε θέση να προτείνει. Όσο για τον Αλαίν Μπαντιού, τι να πω; Σοβαρός διανοητής είναι. Μου φαίνεται, πάντως, εφιαλτικά σχηματικό ότι το «νομαδικό προλεταριάτο» θα μπορούσε, σε σύμπραξη με τους διανοουμένους και μερίδα της μεσαίας τάξης του δυτικού κόσμου, να οδηγήσει στη μετάβαση μιας νέας πολιτικής. Πόσο «νέα» στ’ αλήθεια θα μπορούσε να είναι μια πολιτική που θα «ανακατεύει» την κουτάλα στην κατσαρόλα του καπιταλιστικού φαντασιακού; Όσο για  το τελευταίο «υποερώτημα» της ερώτησής σας, θα είχα να πω ότι κάθε εποχή έχει τους στοχαστές και τους πνευματικούς ανθρώπους που της αξίζουν. Και ας σταματήσει, επιτέλους, η επωδός ότι οι πνευματικοί άνθρωποι σιωπούν. Και πώς ορίζονται οι πνευματικοί, μιας και λίγο ή πολύ κάποιο «πνεύμα» όλοι διαθέτουν; Και όλοι αυτοί που διαρκώς μιλούν στα ραδιόφωνα, όλοι αυτοί που αρθρογραφούν, που στοχάζονται στα τηλεοπτικά παράθυρα, που διδάσκουν στα πανεπιστήμια, που τάσσουν και προτάσσουν και αγορεύουν και εξαγγέλλουν τι ακριβώς είναι;

Ιωάννα Κλεφτόγιαννη

Share
Published by
Ιωάννα Κλεφτόγιαννη