«Είναι ανυπόφορο να ζεις σαν ξένος κι ανεπιθύμητος στον τόπο σου»

Ο Κώστας Θεοδώρου – ή Dine Doneff, όπως ο ίδιος μου είπε πως είναι το αληθινό του όνομα, είναι ένας μουσικός και συνθέτης με πολυδιάστατη παρουσία εντός και εκτός συνόρων. Αξέχαστη μου έχει μείνει η εμφάνισή με το έργο του Lost_Anthropology στο Πανόραμα Ελληνικής Τζαζ της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών το 2013, αλλά και κάθε άλλη φορά που έτυχε να το δω επί σκηνής. Μην ξεχνάμε πως είναι και μέλος των Primavera en Salonico, ενός αληθινού ελληνικού super group, όπως συνηθίζω να λέω όταν θέλω να πειράξω τη Σαβίνα Γιαννάτου. Επίσης είχα την τύχη να ανακαλύψω από νωρίς τη δισκογραφία του: το Νόστο και το Ρουσίλβο, που αποτελούν τα δύο πρώτα μέρη μιας τριλογίας που μένει να ολοκληρωθεί, αλλά και τα Ηχοτοπία, τη συνεργασία του με τον μέγα Theodosii Spassov. Ενόψει των εμφανίσεών του στη Στέγη (9-10 Μαρτίου) με το Rousilvo, Ηχόδραμα σαν Ιστορία, ο Κώστας Θεοδώρου ανοίγει την καρδιά του και μιλάει στην Popaganda για πράγματα επώδυνα, που πολλοί ενδεχομένως είναι απρόθυμοι να ακούσουν. Διαβάστε χωρίς προκατάληψη.

Το Ρουσίλβο, που είναι ο τίτλος της παράστασης, αλλά και του δίσκου σου, είναι το όνομα ενός χωριού που δεν υπάρχει πια. Τι του συνέβη; Τι συνέβη στους κατοίκους του; Και πώς αποφάσισες να μιλήσεις γι αυτό; Το Rousilvo είναι κι αυτό ένα από τα δεκάδες ερειπωμένα σλαβόφωνα, ορεινά χωριά της Μακεδονίας και βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην Έδεσσα και τη Φλώρινα. Η πρώτη καταγεγραμμένη ιστορική αναφορά μάς πάει πίσω στο 1481, ενώ η χρονιά που ερημώθηκε εντελώς είναι το 1986. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, οι περισσότεροι άνδρες του χωριού βγήκαν στο βουνό. Με το τέλος του πολέμου, σχεδόν κανείς δεν γύρισε. Όσοι δεν έχασαν τη ζωή τους, είτε κατέφυγαν ως πολιτικοί πρόσφυγες στις «σοσιαλιστικές δημοκρατίες», είτε κατέληξαν εξόριστοι στα ξερονήσια. Σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων που απέμειναν, για δεκαετίες υπήρχε ένα μόνιμο αίσθημα πένθους, με τις γυναίκες να μοιρολογάνε στις αυλές, και καθώς το χωριό είναι χτισμένο σε ρεματιά, τα μοιρολόγια αντηχούσαν στο βουνό. Κι ήμουν κι εγώ εκεί. Είναι το χωριό της μητέρας μου και αυτοί οι ήχοι στοίχειωσαν τα παιδικά μου χρόνια. Ήταν ο παιδικός μου θλιμμένος παράδεισος. Ένας παράδεισος που ήξερε ακόμη και να γλεντάει μοιρολογώντας. Και ήμουν επίσης παρών, όταν κατά την ενηλικίωσή μου το είδα να πεθαίνει.

Μου ζητάς να σου πω τους λόγους, μα είναι τόσο δύσκολο να σου εξηγήσω… Ίσως αν σου τραγουδούσα κάποια από τα αυτοσχέδια μοιρολόγια των μανάδων που δεν είχαν ούτε τα σώματα των παιδιών τους να θάψουν και μη έχοντας ούτε μνήμα, μοιρολογούσαν στα αλώνια, στα χωράφια και στις βρύσες… Κι αν τύχαινε να συναντηθούνε δυο και τρεις μαζί τότε έκλαιγε μαζί τους κι όλο το χωριό. Έτσι, θα μπορούσες να δεις μόνος σου τους λόγους. Είναι όμως σε άλλη γλώσσα, και δυστυχώς ακόμη και σήμερα, δεν υπάρχει κάποιο σχολείο ή έστω κάποιος πολιτιστικός φορέας, ώστε να την διδαχθείς. Μια λύση, αρκετά χρονοβόρα, θα ήταν να κερδίσεις την εμπιστοσύνη κάποιου αυτόχθονα ώστε να σε διαφωτίσει. Ευκολότερο όμως είναι να περάσεις τα σύνορα λίγα μόλις χιλιόμετρα προς τα βόρεια και να σου τα μεταφράσει ο πρώτος τυχών πολίτης της ακατονόμαστης χώρας. Αυτή η μητρική γλώσσα λοιπόν, τραγουδούσε πάντοτε μέσα μου. Όσο κι αν την απώθησα και προσπάθησα να εξελληνίσω, με τη βοήθεια μιας υποκινούμενης “ευπρέπειας” και την ανάγκη του να ανήκεις σε κάτι αποδεκτό, τα τραγούδια μου, απέτυχα. Όταν, σε ωριμότερη ηλικία, κατάλαβα τι σημαίνουν τα σύνορα και οι σημαίες, αφέθηκα στην εσωτερική φωνή και αυτομάτως γιατρεύτηκα από την ασθένεια του να πρέπει να υποδύεσαι κάτι που στην ουσία δεν είσαι. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι το έργο Rousilvo.

Με λίγα λόγια, ένα μέρος του εαυτού σου και των πραγμάτων με τα οποία μεγάλωσες, «επισήμως», για το ελληνικό κράτος, αλλά και κάποιους από τους πολίτες του, είναι ανύπαρκτα. Πώς το βίωσες αυτό; Αυτομάτως, και με τη λέξη βίωμα, έρχεται στο νου μου το εξής περιστατικό. Θα ήμουν πάνω κάτω τεσσάρων και όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας μου, έτσι κι εγώ, όταν ήμουν στο χωριό, έπρεπε να πηγαίνω στο νηπιοτροφείο. Τέτοιου είδους «ιδρύματα» είχαν φτιαχτεί από τα μέσα τις δεκαετίας του ’60 και όπως έμαθα πριν κάποια χρόνια, υπήρξαν μόνο στα σλαβόφωνα χωριά… Το πρόγραμμά τους ήταν ολοήμερο και τα μεσημέρια έπρεπε να κοιμόμαστε. Ένα μεσημέρι λοιπόν, ξύπνησα, μάλλον από κάποιο όνειρο, και στην ταραχή μου άρχισα να αναζητάω μια λίγο μεγαλύτερη από μένα ξαδέρφη μου, που κοιμόταν στον διπλανό κοιτώνα, φωνάζοντας το όνομά της. Ακούγοντας το όνομα, μια από τις «δασκάλες» ήρθε βιαστικά κατά πάνω μου και άρχισε να με σφαλιαρίζει απανωτά, φωνάζοντας υστερικά πως δεν υπάρχει καμιά Lijka και να μην ξανακούσει ποτέ αυτό το όνομα. Αν ήθελα την ξαδέρφη μου, έπρεπε να την αποκαλώ Ελευθερία. Εγώ που για πρώτη φορά άκουγα αυτό το όνομα, μέσα στη σαστιμάρα μου, νόμισα πως η Lijka έπαθε κάτι κακό και έκλαιγα με λυγμούς ως το βράδυ που γύρισα στο σπίτι… 

Μετά από χρόνια, στο δημοτικό σχολείο της Σκύδρας πια, θυμάμαι που σαν μέρος του μαθήματος μας πήγαιναν υποχρεωτικά στο σινεμά, όπου βλέπαμε ταινίες με γενναίους μακεδονομάχους και βάρβαρους σλαβόφωνους κομιτατζήδες. Είδα την ταινία με τον Παύλο Μελά τρεις φορές και την ίδια εποχή, σε μια από τις σπάνιες επισκέψεις της γιαγιάς μου από το χωριό, βρισκόμασταν στην αυλή και, καθώς δεν ήξερε ελληνικά, ζήτησε κάτι από τη μητέρα μου στη γλώσσα μας. Πετάχτηκα αυτομάτως και της έκλεισα το στόμα με την παλάμη μου, λέγοντας πως αν θέλει να μιλήσει θα πρέπει να μπούμε μέσα στο σπίτι για να μη μας ακούσουν οι γείτονες που ήταν Έλληνες… Αργότερα, στο στρατό, υπηρέτησα σε μονάδα ανεπιθύμητων και με μεταχειριστήκαν σαν εγκληματία. Παρόλα αυτά και ως το τέλος της δεκαετίας του ’90 αποδεχόμουνα αυτή τη συνθήκη και σιωπούσα ώσπου… η ζωή τα έφερε έτσι και ταξίδεψα πολύ για συναυλίες, και στα ταξίδια αυτά έτυχε και ανακάλυψα τα -χαμένα για πάνω από πέντε δεκαετίες – 2/3 της οικογένειας του πατέρα μου, ο οποίος είναι σλαβόφωνος κι αυτός, από το Ostrovo, τη σημερινή Άρνισσα. Διασκορπισμένοι σε μακρινές ηπείρους αλλά και σε γειτονικές χώρες, μου εξήγησαν τους λόγους της εξαφάνισής τους, αφηγούμενοι τις ιστορίες τους και τις προσπάθειες που κατέβαλαν για να επισκεφτούν τον τόπο τους, χωρίς να τους δοθεί ποτέ το δικαίωμα διότι δεν θεωρούνται «Έλληνες το γένος».

Υποσχέθηκα λοιπόν σε μια πολύ ηλικιωμένη θεία μου, που ήταν και διάσημη ζωγράφος, πως θα επιμεληθώ μια έκθεσή της στην Έδεσσα. Το 2001 όταν χρειάστηκε να κάνω τα χαρτιά της επίσκεψής της, βρέθηκα σε αστυνομικά γραφεία διευθυντών από όπου επανειλημμένα βγήκα σχεδόν με τις κλωτσιές… Μετά από πολύμηνη βαθιά κατάθλιψη και περισυλλογή, αποφάσισα να τηρήσω την υπόσχεσή μου, όχι βέβαια μιας έκθεσης αλλά τουλάχιστον μιας ολιγοήμερης επίσκεψης. Έτσι, κινώντας γη και ουρανό, αναγκάστηκα να πλαστογραφήσω ταξιδιωτικά έγγραφα εισόδου, με φανταχτερές σφραγίδες και υπογραφές και, (είναι η πρώτη φορά που το αναφέρω δημόσια) κατάφερα να ξεγελάσω τις αρχές και να ικανοποιήσω την εφ’ όρου ζωής επιθυμία της να επισκεφτεί το χωριό της, λίγους μόλις μήνες πριν πεθάνει. Αυτά το 2001, κι αν θέλεις και κάτι πρόσφατο, φτάνει μόνο να σου πω πως το 2010 και μόλις εκδόθηκε το Rousilvo, άρχισα να έχω μεγάλα προβλήματα με την ασφάλεια (και όχι μόνο…), ώσπου σε μια από τις «επαφές» μαζί τους, οδηγήθηκα με τη βία στο τμήμα, όπου παρέμεινα ανακρινόμενος για ένα τετράωρο.

Η επιλογή σου να ζεις στη Γερμανία τα τελευταία χρόνια έχει να κάνει με αυτή την εμπειρία, με την οικονομική κρίση, ή και με τα δύο; Εκεί πώς είναι η ζωή; Η αλήθεια είναι πως δίστασα πολύ να κάνω την έκδοση του δίσκου. Από την εμπειρία μου, ήμουν βέβαιος πως θα υπάρξουν αντιδράσεις. Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε το 2004 και εκδόθηκε το 2010. Το μεσοδιάστημα το πέρασα μεταξύ αποφάσεων και αναιρέσεων των αποφάσεων… Ώσπου κάπου στα τέλη του ’07 και εντελώς τυχαία «γκουγκλάροντας» το Rousilvo στον ιστό, πέφτω πάνω σε μια διαμάχη, με βαρειές κουβέντες κι απειλές, μεταξύ κάποιων νεοναζί και ενός από το Rousilvo, όπου στο αποκορύφωμα του παραλογισμού των, διάβασα: «… ξέρουμε κι έναν ψευτομουσικό ο οποίος ετοιμάζει μια τριλογία για το δήθεν αδικοχαμένο σας χωριό…». Εκτός από το πολύ στενό μου περιβάλλον, κανείς δεν γνώριζε το τι ήθελα να κάνω, και ύστερα από πολλές αναλύσεις κατέληξα στο συμπέρασμα πως κάποιοι βρήκαν τρόπο και παρακολουθούσαν τα τηλέφωνά μου. Ταράχτηκα κι άρχισα να είμαι πολύ προσεκτικός. Ανησύχησε και η σύντροφός μου και ήδη από το ’08 σκεφτόμασταν πως μια κάποια λύση θα ήταν να φύγουμε από τη χώρα. Εκκρεμούσε όμως η έκδοση. Επίσης συνειδητοποίησα πως το άλμπουμ ήταν πιο επικίνδυνο για μας να παραμένει στο συρτάρι και ξεκινήσαμε τις διαδικασίες. Λόγω του ότι ήταν αυτοχρηματοδοτούμενο, μας πήρε σχεδόν ενάμιση χρόνο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Αργότερα, το ’11 και μετά τις περιπέτειες με τους ασφαλίτες, άρχισαν οι φανερές πλέον επισκέψεις «κλιμακίων εν υπηρεσία» της γνωστής οργάνωσης, με όλα τα σύνεργα: μπλουζάκια, φυλλάδια, ξυρισμένα κεφάλια και μπράτσα. Σε μια συναυλία μάλιστα, ο μισός ουλαμός κύκλωσε το θέατρο και ο άλλος μισός μπήκε στο φουαγιέ τρομοκρατώντας τους θεατές λίγο πριν μπουν στην αίθουσα. Αυτά τον Απρίλη, και έπειτα, όλο το επόμενο διάστημα, όποτε βρισκόμουν στους νομούς Πέλλας, Φλώρινας και Καστοριάς, τους είχα από πίσω μου. Πότε ασφαλίτες με πολιτικά, που άρχισα σιγά-σιγά να τους αναγνωρίζω, (μάλιστα κάποιοι έρχονταν και μου μιλούσαν δήθεν φιλικά) και πότε νεοναζί, σε εναλλαγές βάρδιας. Η κατάσταση ήταν ασφυκτική και αποφάσισα να ελαττώσω όσο γίνεται περισσότερο τις μουσικές μου δραστηριότητες, και κατόπιν επιπλήξεων που δέχτηκα ακόμη και από πανεπιστημιακούς εθνικιστικούς κύκλους, διέκοψα τις παραστάσεις που οργάνωνα στη Σαλονίκη, γιατί ένοιωθα την ευθύνη απέναντι στους συνεργάτες μου αλλά και προς όσους ανυποψίαστους θεατές έρχονταν στα θέατρα ή στα στέκια όπου εμφανιζόμουν. Η φυγή ήταν πλέον η μόνη λύση.

Είναι ανυπόφορο να ζεις σαν ξένος κι ανεπιθύμητος στον τόπο σου… Τότε, και ενώ μελετούσα το πού και πώς, το ’12 δέχτηκα μια ουρανοκατέβατη πρόσκληση για μια καλλιτεχνική υποτροφία στη Βαυαρία και ακολουθώντας τη ροή των πραγμάτων, το καλοκαίρι του ’13 αποδέχτηκα ακόμη μια, μεγαλύτερης διάρκειας, κι έτσι στις αρχές του ’14 εγκαταστάθηκα στη Βαυαρία. Δεν μπορώ να πω πως είναι εύκολη η ζωή στην κεντρική Ευρώπη. Είναι ανάγκη να προσπαθήσεις πολύ για να υπάρξεις. Ζω στο βασίλειο του πιο ανελέητου καπιταλισμού, όπου ακόμη και για το παραμικρό πρέπει να έχεις προνοήσει από πολύ νωρίς, και αυτή η ψυχρή νοοτροπία που σχεδόν αποκλείει και βγάζει εκτός προγράμματος οτιδήποτε τυχαίο, είναι βάρβαρη για έναν νεοφερμένο βαλκάνιο. Από την άλλη όμως, αισθάνομαι ελεύθερος να ρισκάρω για τον εαυτό μου και να με αποδέχονται γι αυτό που είμαι. Μου λείπουν οι δικοί μου άνθρωποι και οι φίλοι, άρχισα όμως και πάλι να παίζω και να γράφω μουσική.

«Η λέξη Νόστος δεν περιέχει συναίσθημα. Είναι απλά η επιστροφή στην πατρίδα. Όταν προστίθεται το άλγος, τότε μόνο γίνεται συναίσθημα, νιώθεις κάτι οδυνηρό γιατί θέλεις να επιστρέψεις. Πατρίδα, μπορεί να είναι και η μνήμη, η παιδική μας ηλικία ή ακόμη και η γλώσσα…»

Πριν αρχίσουμε να μιλάμε για πιο μουσικά ζητήματα, θέλω να σε ρωτήσω κάτι ακόμα σχετικό: τις δικές μας εθνικιστικές κορώνες τις έχω ζήσει ως πολίτης και τις ξέρω. Από την άλλη, την «ακατονόμαστη» όπως την είπες, πλευρά, ξέρεις τι ισχύει σχετικά; Εγώ δεν γνωρίζω και θα ήθελα να το μάθω. Ξεκίνησα να σου μιλώ για δικά μου βιώματα και δεν μπήκα στη διαδικασία να γενικεύσω και να μιλήσω για καταστάσεις που άκουσα ή που διάβασα. Για το ζήτημα που ρωτάς γνωρίζω ό,τι υπάρχει στο διαδίκτυο, δηλαδή αυτά που ο καθένας μας γνωρίζει. Δεν έχω βιώσει κάτι ανάλογο στους κύκλους με τους οποίους σχετίζομαι, ώστε να σου το μεταφέρω. Βέβαια όπως και στην Ελλάδα έτσι και στην «ακατονόμαστη» οι άνθρωποι με τους οποίους συναναστρέφομαι έχουν συνήθως σχέση με την τέχνη, οι περισσότεροι κινούνται στον αναρχικό χώρο και σίγουρα δεν είναι δείγμα για να γίνουν συγκρίσεις.

Με τη μουσική πώς συναντήθηκες; Εκτός από τα μοιρολόγια των γιαγιάδων που μου ανέφερες στην αρχή, ποια άλλα ακούσματα είχες; Και πώς αποφάσισες ότι με αυτό θα ασχοληθείς στη ζωή σου; Κάθε τόσο, η παρατεταμένη θλίψη διακόπτονταν από τους γάμους και τα πανηγύρια. Είχαμε και τη δική μας ορχήστρα με κορνέτα, κλαρίνο, τρομπόνι, ακορντεόν και κασοτάμπουρο. Ήταν ένα αριστούργημα να τους ακούς. Εγώ κολλούσα δίπλα στην γκρανκάσα για ώρες. Τόσο κοντά που δονούνταν τα σπλάχνα μου. Η μητέρα μου, ερχόταν και σκούπιζε τα σάλια μου γιατί από την αφοσίωσή μου ξεχνούσα να καταπιώ. Πηγαίναμε και στα περισσότερα πανηγύρια της περιοχής κι έτσι ως την εφηβεία μου, άκουσα σχεδόν όλες τις τότε μπάντες των νομών Έδεσσας και Φλώρινας. Αυτό όμως που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη συνάντησή μου, όπως λες, με τη μουσική, ήταν το ότι ο πατέρας μου ήξερε πάρα πολλά παραδοσιακά τραγούδια της περιοχής, τα οποία μια και δεν τολμούσε να τα τραγουδήσει με τους στίχους, τα σφύριζε όλη μέρα στη δουλειά, στο σπίτι, στο χωράφι… ήταν ασταμάτητος. Μάλιστα όταν μεράκλωνε, και το πάθαινε συχνά, μιμούνταν καταπληκτικά την τρομπέτα αυτοσχεδιάζοντας, και ταυτοχρόνως είχε μια ιδιαίτερη ικανότητα να παίζει κρουστά κροταλίζοντας με δεξιοτεχνία τα δάχτυλά του.

Αυτά, ώσπου μια μέρα, οι γονείς μου επιστρέφοντας με το τρένο από την έκθεση της Σαλονίκης, έφεραν μια κιθάρα των 1000 δραχμών. Ήμουν 15 και ποτέ δεν είχα σκεφτεί ούτε ζητήσει κάτι τέτοιο, ούτε και οι γονείς μου το είχαν συζητήσει. Απλά η μητέρα μου, σύνδεσε το χιλιάρικο που της είχε περισσέψει στην τσέπη, με μια ταμπέλα με τον αριθμό 1000 που είδε σε μια κρεμασμένη κιθάρα κάπου στην Εγνατία. Θυμάμαι άρχισα από το ίδιο βράδυ να τη γρατζουνάω, και πάνω στους τυχαίους ήχους που άκουγα, να μουρμουρίζω παράλληλες αυτοσχέδιες μελωδίες. Αυτό συνηθίζω να κάνω και τώρα άλλωστε. Ήταν τόση η αφοσίωσή μου σ’ αυτό το τελετουργικό που δεν είχα χρόνο πια να αφιερώνω για το σχολείο. Μου φαινόταν πλέον τόσο κενό ενδιαφέροντος, και πήγαινα μόνο για να συναντιέμαι με τους φίλους μου. Όταν ήρθαν οι πρώτοι βαθμοί και από μαθητής του 18 έπεσα στο 13, ο πατέρας μου έγινε πυρ και μανία και ξεκίνησε μια περίοδος μεγάλης αναμπουμπούλας που κατέληξε, λιγότερο από ένα χρόνο αργότερα, στο να μου θέσει το τελεσίγραφο «ή σχολείο ή κιθάρα», και στην απάντησή μου, με έδιωξε από το σπίτι. Έτσι στα 16 μου, φεύγοντας από το σπίτι, παράτησα και το σχολείο. Λόγω της συνεχούς προσπάθειάς μου να επιβιώσω, χρειάστηκε να κάνω οποιαδήποτε δουλειά βρέθηκε μπροστά μου και δεν μου περίσσεψε ποτέ χρόνος για ωδεία ή άλλες σπουδές.

Ο δίσκος με τον οποίο σε γνωρίσαμε και σε αγαπήσαμε λεγόταν Νόστος. Δεν νομίζω πως η επιλογή του τίτλου του πρώτου σου προσωπικού σου δίσκου μπορεί να ήταν τυχαία. Τι νοσταλγείς Κώστα; Η λέξη Νόστος δεν περιέχει συναίσθημα. Είναι απλά η επιστροφή στην πατρίδα. Όταν προστίθεται το άλγος, τότε μόνο γίνεται συναίσθημα και η σχέση που έχει με τον Νόστο, είναι το ότι νιώθεις κάτι οδυνηρό γιατί θέλεις να επιστρέψεις. Δεν μίλησα για νοσταλγία, περιέγραψα την ίδια την επιστροφή. Σκέψου πως πατρίδα, μπορεί να είναι και η μνήμη, η παιδική μας ηλικία ή ακόμη και η γλώσσα… 

Προηγουμένως μου είπες πως γράφεις και πάλι μουσική. Να ρωτήσω περί τίνος πρόκειται; Αυτές τις μέρες ετοιμάζω ένα ντουέτο για φωνή και κοντραμπάσο που θα παρουσιαστεί στη Βιέννη λίγες μόλις μέρες μετά τις εμφανίσεις στη Στέγη. Υπάρχει και μια πρόταση για το καλοκαίρι να ηχογραφηθεί. Επίσης εκτός από το πρότζεκτ Lost_Anthropology με το οποίο έχω παρουσιάσει καινούρια δουλειά τα δυο τελευταία χρόνια και έχει έδρα το Βερολίνο, ετοιμάζω ένα νέο πολυεθνικό σχήμα στο Μόναχο για το οποίο έχω γράψει αρκετό υλικό. Παράλληλα δουλεύω σαν συνθέτης και ηθοποιός στο θέατρο, όπου εδώ κι ένα χρόνο έχω κάνει τη μουσική για τους Εξόριστους του James Joyce όπου παίζω κι έναν ρόλο. Η παράσταση ανέβηκε πέρσυ σε σκηνοθεσία του φλαμανδού Luk Perceval στο Kammerspiele του Μονάχου και από τον περασμένο Δεκέμβρη και για δύο χρόνια θα παίζεται στο Thalia Theater στο Αμβούργο. Αυτό όμως το οποίο ξενυχτάω τον τελευταίο καιρό είναι υλικό ενός νέου ποιητή, που ξεκίνησα να μελοποιώ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Άρα περνάς μια ιδιαίτερα δημιουργική περίοδο! Να τελειώσουμε εκεί από όπου αρχίσαμε; Το Ρουσίλβο θα παρουσιαστεί στη ΣΓΤ με πολλούς σπουδαίους μουσικούς και ανυπομονώ να το χαρώ και ζωντανά. Υποθέτω πως και για σένα είναι η κατάληξη – ενδεχομένως κι η δικαίωση – ενός πρότζεκτ που το δούλεψες πολύ καιρό και με πολλές αντιξοότητες. Τι να περιμένουμε από αυτή την παρουσίαση; Κι εσύ τι περιμένεις από αυτή; Αντίβαρο στις αντιξοότητες, στάθηκαν οι φίλοι που με στήριξαν κατά τη διαδικασία. Ιδιαιτέρα όσοι από αυτούς συνεργάστηκαν για την πραγματοποίησή του. Οι Τάκης Φαραζής και Δήμος Δημητριάδης, που ήδη συμμετείχαν στον Νόστο το 1995, και οι Κυριάκος Ταπάκης, Παντελής Στόικος, Κώστας Αναστασιάδης και Αντώνης Ανδρέου, μαζί με τη Λιζέτα Καλημέρη, τη Μάρθα Μαυροειδή και το γυναικείο φωνητικό κουαρτέτο Camea από τη Σόφια, απέδωσαν με μια υψηλής αισθητικής ηχο-δραματουργική ικανότητα, την ατμόσφαιρα του έργου. Είναι δική τους κατάκτηση! Ειδική μνεία θα πρέπει να κάνω στην πρωταγωνίστρια του ηχοδράματος Slava Pop’va (1927-2014) από το Rousilvo, η οποία με την αυθεντικότητά της και τις μοναδικές ερμηνείες, εμπότισε με την αφηγηματική της ευγένεια το έργο, μεταφέροντάς το σε μια άλλη σφαίρα. Παρομοίως, ο Γιάννης Θωμάς (1944) ηθοποιός και συγγραφέας, επίσης από το Rousilvo, με την φωνή καθώς και τα κείμενά του από το έργο Πηνελόπες των Ξανθογείων, και η Φωτεινή Ποταμιά (lamp) με την εικαστική της προσέγγιση ενισχύουν την ποιητική του πονήματος. Τέλος, σε ένα από τα φιλμ που θα προβληθούν, στον βασικό ρόλο εμφανίζεται η αξέχαστη Ελένη Τσαδήλα (1959-2015) από την Καστοριά, ενώ ο χορός ενσαρκώνεται από τις Βάσω Δελή (κορυφαία), Γεωργία Τέντα, Στέλλα Γκρίγκοβιτς, Αθηνά Γκούμα και Ιουλία Ρούτζιου, μέλη του φωνητικού συνόλου Πλειάδες. Πέρα από το αν έχω ή δεν έχω οποιεσδήποτε προσδοκίες από την εν λόγω παρουσίαση, αυτό που μου δίνει χαρά είναι η συνάντησή μου έπειτα από μεγάλο χρονικό διάστημα με τους καλούς μου φίλους και συνεργάτες, και η ευκαιρία να μοιραστούμε, παρέα με το κοινό της Αθήνας, το πόνημα Rousilvo.

Rousilvo ± 1965

Υπάρχει κάτι που δεν είπαμε; Οι καιροί είναι δύσκολοι και ιδιαιτέρα τις τελευταίες εβδομάδες η ροή των γεγονότων σοκάρει. Καθώς συζητούσαμε σκέφτηκα πολύ σοβαρά να ακυρώσουμε τη δημοσίευση της παρούσης. Από την άλλη όμως, όλα όσα ειπώθηκαν εδώ έχουν μια συγγένεια με τα τωρινά, καθώς η κοινωνική ομάδα στην οποία αναφερθήκαμε υπέφερε και υποφέρει ακόμη από τις συνέπειες του εκπατρισμού μεγάλης μερίδας του πληθυσμού της κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, αλλά και με τον έναν ή τον άλλον “τρόπο” κατά τα μετεμφυλιακά χρόνια. Νομίζω πως ήδη είπαμε πολλά. Προσπάθησα να είμαι περιληπτικός και είναι φυσικό μια περίληψη να δημιουργεί κενά. Πριν από δύο χρόνια, κάναμε μια συζήτηση με τον συγγραφέα κ. Ιερώνυμο Πολλάτο η οποία δημοσιεύτηκε εδώ στο popaganda.gr. Μερίμνησα (χωρίς να σου το κάνω γνωστό…) ώστε η τωρινή μας κουβέντα να είναι η συνέχεια εκείνης, και όσο γινόταν απέφυγα τις επαναλήψεις. Πολλά κενά που ενδεχομένως να προκύπτουν από την παρούσα περίληψη, νομίζω πως με κάποιον τρόπο καλύπτονται από την συζήτηση με τον κ.Πολλάτο.


Κώστας Θεοδώρου: Rousilvo – Ηχόδραμα σαν Ιστορία, 9-10/3, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Περισσότερες πληροφορίες εδώ και dinedoneff.com

 

Γιώργος Βουδικλάρης