Ιωσήφ Βαρδάκης: «Κάθε άνθρωπος είναι ένα ξεχωριστό σύμπαν»

Ο σκηνοθέτης Ιωσήφ Βαρδάκης βρίσκεται σε δημιουργικό οίστρο. Έχει σκηνοθετήσει δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις της τρέχουσας σεζόν: τη «Πατρίσια Χάισμιθ, εισαγωγή στο σασπένς» και το «Κρέας». Στην πρώτη η Ρούλα Πατεράκη ερμηνεύει την πασίγνωστη Αμερικανίδα συγγραφέα που έχει γράψει μερικά από τα δημοφιλέστερα παγκοσμίως ψυχολογικά θρίλερ, ενώ η ίδια ήταν απίθανα παράξενη- για παράδειγμα είχε σαλιγκάρια ως κατοικίδια όπως με πληροφορεί ο Ιωσήφ, ενώ στο δεύτερο δύο «επιχειρηματίες» του Λονδίνου αποφασίζουν να κρατήσουν ως όμηρο έναν αρχινονό που πέφτει στα χέρια τους τυχαία. Και τα δυο έργα χαρακτηρίζονται ως μαύρη κωμωδία από τον σκηνοθέτη τους που δεν επαναπαύεται και αυτή την περίοδο έχει ξεκινήσει ήδη τις πρόβες του «Closer», που θα ανέβει στις αρχές Μαρτίου στο θέατρο 104. Καθώς μιλάμε δεν συνειδητοποιώ πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος, ίσως φταίνε οι ιστορίες για τη Νέα Υόρκη στα τέλη των 80s ή για το πάρτυ με τον Jack Nicolson και τον Gary Oldman ή απλά η συζήτηση για τους επικούς και τους λυρικούς εραστές.

Πώς ήταν η περίοδος που συνέπεσαν οι πρόβες των δύο έργων; Τρέλα. Δεν συνέπεσαν μόνο οι πρόβες αλλά και οι πρεμιέρες. Το «Κρέας» ξεκινούσε Παρασκευή και η «Χάισμιθ» ξεκινούσε Δευτέρα. Δε θυμάμαι τίποτα από εκείνες τις ημέρες. Τις πρώτες εβδομάδες παρακολουθούσα τις παραστάσεις και διόρθωνα μικροπράγματα που έβλεπα πια πιο καθαρά.

Πόσο κρατάει αυτή η περίοδος που αφού ξεκινήσει το έργο συνεχίζεις με μικρές παρεμβάσεις; Θεωρητικά μέχρι το τέλος αλλά εξαρτάται κι από την επαφή μου με το θίασο. Σπούδασα σκηνοθεσία στην Αμερική και στη σχολή μας έμαθαν ότι η παράσταση, από τη στιγμή που ξεκινάει, ανήκει πια στον ηθοποιό. Προσωπικά είμαι κι εγώ υπέρ του να μην κάνω μεγάλες παρεμβάσεις παρά μόνο μικρές διορθώσεις. Βέβαια μέσα στο μυαλό μου αυτή η διαδικασία δε σταματά παρά με το τέλος της παράστασης.

Πώς βρέθηκες να σπουδάζεις σκηνοθεσία στην Αμερική; Είχα άγνοια κινδύνου. Πήγα 21 χρονών γιατί, μέχρι τότε, υπήρχε αντίσταση από τους γονείς μου στην επιθυμία μου να σπουδάσω σκηνοθεσία. Τελικά, ανακάλυψαν ότι στην Αμερική η σκηνοθεσία διδάσκεται στο πανεπιστήμιο και έτσι συμφώνησαν. Έκανα αίτηση σε διάφορες σχολές και μεταξύ αυτών ήταν και το New York University, όπου με δέχτηκαν. Δεν είχα ιδέα ότι το NYU ήταν το καλύτερο σχολείο για σκηνοθεσία στην Αμερική και ότι είναι πολύ δύσκολο να μπεις εκεί. Έκανα αιτήσεις με τη λογική ότι θα μου άρεσε να μείνω στη Νέα Υόρκη. Πηγαίνοντας στο NYU συνειδητοποίησα επιτόπου πόσο μεγάλο ήταν αυτό που είχε συμβεί. Πήρα bachelor “Films” αλλά στη διάρκεια των σπουδών μου ανακάλυψα το θέατρο. Είχα μια καθηγήτρια που μας δίδασκε Dramatic Literature και θυμάμαι ότι συζητούσαμε για ένα λογοτεχνικό έργο του μεσαίωνα, το αναλύαμε και κάποια στιγμή μου είπε «Δεν καταλαβαίνω όπως μου το εξηγείς. Πες μου πώς θα το σκηνοθετούσες για να καταλάβω αυτό που θέλεις να μου πεις». Αυτό ξαφνικά μου άνοιξε τα μάτια γιατί σκέφτηκα ότι στο θέατρο ο σκηνοθέτης κάνει μια ανάγνωση κειμένου και αυτό για εμένα ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρον. Αν αισθανόμουν ότι είχα κάποιο ταλέντο τότε ήταν ότι ήμουν πολύ καλός στην ανάγνωση κειμένου. Αυτό που μου έλειπε από τις σπουδές κινηματογράφου ήταν η ενασχόλησή μας με το κείμενο γιατί εκεί μας έπαιρνε άπειρο χρόνο να μάθουμε το τεχνικό κομμάτι.

Βρισκόσουν στη Νέα Υόρκη από το 1988 έως το 1994. Πώς ήταν η μητρόπολη εκείνη την περίοδο και πώς ήταν η καθημερινότητά σου εκεί; Αυτές ήταν καθοριστικές χρονιές για εμένα. Βρέθηκα από την Αθήνα στη Νέα Υόρκη και αυτό ήταν ένα πολιτιστικό σοκ από μόνο του. Τον πρώτο χρόνο ονειρευόμουν κάθε βράδυ ότι βρισκόμουν στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι Έλληνες που γνώριζα επέστρεφαν πίσω. Ήταν δύσκολα χρόνια και κάπως άγρια τα πράγματα. Την πρώτη χρονιά φοβόμουν πολύ να κυκλοφορήσω, θυμάμαι επίσης πόση εντύπωση μου έκανε η πληθώρα του κόσμου που κυκλοφορούσε στους δρόμους. Ήμουν όμως πολύ πεισμωμένος γιατί είχα παλέψει -σε επίπεδο οικογένειας- για να βρεθώ εκεί και έτσι δεν είχα καθόλου μέσα στο μυαλό μου την προοπτική να τα παρατήσω. Όλο αυτό βέβαια αυτό μετεξελίχθηκε. Τότε θυμάμαι η Alphabet City θεωρούταν χάλια και δε πήγαινες εύκολα ανατολικά από την 3η λεωφόρο γιατί υποτίθεται ότι ήταν κακή γειτονιά. Εγώ λοιπόν που την πρώτη χρονιά δεν πήγαινα ούτε μέρα προς τα εκεί μετά από δύο-τρία χρόνια θυμάμαι να περπατώ στις 4 τα ξημερώματα στην Avenue B και να μη νιώθω φόβο και να σκέφτομαι «κοίτα να δεις που δεν φοβάμαι πια». Βέβαια, δεν είχε αλλάξει η πόλη αλλά εγώ. Θυμάμαι ότι κάποιοι τσακωνόντουσαν και πετούσαν μπουκάλια από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο, εμείς μιλάγαμε, σκύψαμε για λίγο πίσω από ένα κάδο σκουπιδιών για να μην μας έρθει τίποτα στο κεφάλι και μετά από λίγο συνεχίσαμε σα να μην συνέβαινε τίποτα. Εκ των πραγμάτων συντονιζόσουν με την πόλη. Δεν είναι όμως πια έτσι, έχει αλλάξει και σε επίπεδο δρόμων. Θυμάμαι ότι είχα φίλους που έμεναν στην 14η οδό όπου τα περισσότερα κτήρια ήταν ακατοίκητα και είχαν τα παράθυρα τους κλεισμένα με σανίδες. Στην τελευταία μου επίσκεψη αντίκρισα  ανακαινισμένα σπίτια και φωτισμό παντού. Το επόμενο μεγάλο πολιτισμικό σοκ που δέχτηκα ήταν ότι όταν γύρισα από τη Νέα Υόρκη και μπήκα στο στρατό.

Τι έμαθες στην Αμερική που δεν ανταποκρινόταν στην ελληνική πραγματικότητα; Έμαθα ότι οι ρόλοι στο θέατρο είναι διακριτοί και ότι ο καθένας πρέπει να κάνει τη δουλειά χωρίς να κρίνει τους συνεργάτες του. Αυτό εδώ δε συμβαίνει και με ψιλοσόκαρε όταν το συνειδητοποίησα. Οι ηθοποιοί είναι ιδιαίτεροι άνθρωποι σε όλο τον πλανήτη αλλά ακόμη και οι ηθοποιοί στην Αμερική δε σχολιάζουν τον τρόπο που θα τους σκηνοθετήσεις κάτι που εδώ το συνάντησα, ειδικά στην αρχή. Άλλωστε όταν κάποιος έρχεται να δουλέψει μαζί σου θεωρείς ότι σε σέβεται, σε εκτιμάει και ότι έχει πάρει την απόφαση να σου δείξει εμπιστοσύνη. Έχει βέβαια το δικαίωμα, αν τελικά όντως δε συμφωνεί μαζί  σου, να ζητήσει την αντικατάστασή του αλλά όχι να παραμένει στη δουλειά και να σχολιάζει ή να αγνοεί τις οδηγίες σου.

Άρα ιδανικός συνεργάτης είναι για σένα ο ηθοποιός που έρχεται ανοιχτός και σε ακούει; Σαφώς ή αν συντονιστεί με το πνεύμα της παράστασης μπορεί να προτείνει πράγματα -ακόμη καλύτερη αυτή η περίπτωση- και να πάει παραπέρα το όλο πράγμα. Αυτό συνέβη με την Πατεράκη. Ήταν καταπληκτικό το πόσο ανοικτή και τολμηρή ήταν και έκανε ό,τι της ερχόταν μέσα στο όριο αυτού που είχαμε συζητήσει. Θέλεις από τον ηθοποιό σου να είναι και δεκτικός και δημιουργικός μέσα στο πλαίσιο που έχεις δημιουργήσει.

Τώρα βρίσκεστε στις πρόβες του Closer. Θες να μου πεις τι σε κέντρισε στο συγκεκριμένο έργο; Είναι ένα πολύ ιδιαίτερο κείμενο που μιλάει για τις σχέσεις, τη σεξουαλικότητα, την ανάγκη για αγάπη που μεταμφιέζεται σε ανάγκη για σεξ ή την ανάγκη για σεξ που μεταλλάσσεται σε ανάγκη για αγάπη. Είναι έργο που αναφέρεται στην πραγματικότητά μας. Όλοι έχουμε περάσει τις καταστάσεις που περιγράφει.

Είμαστε πολυγαμικά όντα και εάν ναι, πόσο εύκολο είναι να το διαχειριστούμε; Πιστεύω πια ότι είναι στον χαρακτήρα του καθένα και ότι ο καθένας δρα ανάλογα με τις ανάγκες του. Στις πρόβες του Closer μιλάμε πολύ για τον Kundera και για την Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι και ανακαλύπτουμε ότι έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους –υποπτεύομαι ότι το βιβλίο του Kundera ήταν από τα τελευταία βιβλία που διάβασε ο Marber προτού κάτσει και γράψει το δικό του έργο. Ο Kundera λέει λοιπόν ότι υπάρχουν οι επικοί εραστές και οι λυρικοί εραστές, για τους πρώτους έχει σημασία ο αριθμός ενώ για τους δεύτερος το συναίσθημα και η ένταση. Αυτή είναι μια άποψη που με έχει επηρεάσει.

Είναι διαφορετική, τουλάχιστον στη βάση της, η προσέγγιση των ανδρών στο σεξ από ότι των γυναικών; Γενικά επικρατεί η άποψη ότι είναι διαφορετική αλλά είναι κάτι που δε με βρίσκει σύμφωνο. Πιστεύω ότι στην πραγματικότητα έχουν φτιαχτεί κάποιες πολιτιστικές και ηθικές φόρμες μέσα στις οποίες έχουν ενταχθεί οι άντρες και οι γυναίκες. Υπάρχει μια προσμονή συμβιβασμού με τη φόρμα αλλά υπάρχουν άνθρωποι που δρουν έξω από αυτές. Για μένα η ατομικότητα έχει μεγαλύτερη σημασία και ο κάθε ένας μπορεί να είναι διαφορετικός, ανεξαρτήτως φύλου. Τώρα πια οι φόρμες διαρρηγνύονται και αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους κάπως πιο ανοιχτόμυαλα. Ο καθένας μπορεί να φτιάξει παρέες τέτοιες που δεν κρίνουν τον τρόπο που λειτουργεί.

Η απουσία κανόνων και οδηγού κάνει τις σχέσεις πολύπλοκες; Σίγουρα. Μα δεν υπήρχε ποτέ οδηγός. Πάντα οι σχέσεις ήταν πολύπλοκες απλώς τώρα υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία επιλογών για το πώς μπορείς να χειριστείς μια κατάσταση, ενώ στην εποχή της μάνας μου πχ το διαζύγιο ήταν κάτι το, σχεδόν, αδιανόητο. Όμως πάντα υπάρχει δυσκολία όταν ζεις μαζί με έναν άλλον άνθρωπο και εκείνος φέρνει τα δικά του πιστεύω, τη δική του φιλοσοφία, ηθική και αντιμετώπιση της καθημερινότητας.

Ένας άνδρας που είναι πολυγαμικός ταιριάζει καλύτερα με μια γυναίκα που επίσης είναι πολυγαμική; Με άλλα λόγια αυτό που έχουμε αποδεχτεί για εμάς πόσο εύκολα το αποδεχόμαστε στον σύντροφό μας; Εξαρτάται. Πάλι είναι θέμα χαρακτήρα. Και σίγουρα στις σχέσεις, και το Closer είναι έργο που πρωτίστως αναφέρεται στις σχέσεις, ο καθένας βάζει προτεραιότητες.

Η ειλικρίνεια είναι απαραίτητη στις σχέσεις; Θεωρητικά όλοι την απαιτούμε αλλά πόσο καλά τη διαχειριζόμαστε; Α, δεν ξέρω. Στο Closer ο ένας εραστής απατά την σύντροφό του και της το ομολογεί. Εκείνη αντιδρά λέγοντάς του «Γιατί δεν μου είπες ψέματα; Γιατί δεν δοκιμάζεις καμιά φορά να πεις και ψέματα;». Η ειλικρίνεια είναι σημαντική στο εξής: όταν δεν είσαι ειλικρινής κουβαλάς ένα φορτίο και αυτό το φορτίο σίγουρα θαμπώνει τις σχέσεις. Από την άλλη μπορεί κάποιος να μην κουβαλά κανένα φορτίο. Επίσης αν παραδεχτείς μια απάτη κατά κάποιο τρόπο μετακυλάς το φορτίο στον άλλον, είναι σαν να τους λες «Ορίστε, εγώ το έκανα αλλά σου το είπα». Δεν ξέρω όμως αν ειλικρίνεια σημαίνει απαραίτητα αναγνώριση του λάθους σου.

Το Closer είναι ένα θεατρικό που μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη με επιτυχία. Εσένα πόσο σε ενδιαφέρει ο κινηματογράφος; Μου αρέσει πολύ και πολλές φορές εισπράττω το σχόλιο ότι οι παραστάσεις μου είναι «κινηματογραφικές». Δεν ξέρω τι ακριβώς θα πει αυτό αλλά μου ακούγεται λογικό καθώς αρχικά οι σπουδές μου είχαν κινηματογραφική κατεύθυνση και οι πιο έντονες εικόνες καθώς μεγάλωνα στην Κρήτη ήταν από ταινίες που έβλεπα. Ήμουν τρελός τότε με το σινεμά. Κάποιες ταινίες που ξεχωρίζω από εκείνη την εποχή είναι το «Μπλε Βελούδο», το «Φάνι και Αλέξανδρος» και το «81/2», ήμουν και κουλτουριάρης. Επίσης μικρός διάβαζα κόμικς τύπου Spiderman, Superman και όλα τα σχετικά. Μπορώ να ευχαριστηθώ και τέτοιες ταινίες δράσης αλλά αφού τις βλέπω μετά κάπως τις ξεχνάω. Ίσως επειδή μεγαλώνοντας γινόμαστε πιο πολύπλοκοι και επιζητούμε πιο έντονη εγκεφαλική και αισθηματική διέγερση και μια ξερή περιπέτεια πόσα πράγματα να σου πει πια. Οκ θα δω τα εφέ, θα εντυπωσιαστώ αλλά κάποια στιγμή βαριέμαι. Μου αρέσουν περισσότερο οι εγκεφαλικές ταινίες, ίσως ακόμη περισσότερο και από τις συναισθηματικές. Το «Κρέας» είναι ένα κείμενο φτιαγμένο σαν εγκεφαλικό οικοδόμημα που ξεκινά από ένα θεώρημα και το αναπτύσσει. Τέσσερις άνθρωποι με τα δικά τους όνειρα κι ένα πέμπτος που έρχεται σαν καταλύτης για να τσεκάρει αν όντως αυτά που άλλοι εκφράζουν σαν επιθυμίες έχουν την τόλμη και τη θέληση να τα κάνουν πραγματικότητα. Δηλαδή πάει σε αυτόν που θέλει να γράψει ένα μυθιστόρημα, του παρουσιάζεται σαν εκδότης και του λέει «Γράψε».

Ρίχνουμε το φταίξιμο στις συνθήκες για την αδράνεια μας και αποφεύγουμε να παραδεχτούμε ότι ίσως είμαστε δειλοί; Για να μπορέσουμε να διαχειριστούμε το χάος, την τύχη, την πραγματικότητα του θανάτου φτιάχνουμε μια φανταστική κατάσταση και μερικές φορές παράγουμε οι ίδιοι τα εμπόδια για να μην μπορούμε να τσεκάρουμε αν αυτή η φανταστική κατάσταση μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Φοβόμαστε το αν θα μπορέσουμε να την κάνουμε πραγματικότητα. Τα πρώτα χρόνια αφού επέστρεψα στην Αθήνα έλεγα ότι θέλω να ξαναγυρίσω στην Αμερική αλλά δεν είχα πράσινη κάρτα, δεν είχα λεφτά, είχα αναλάβει δουλειές εδώ. Νομίζω ότι τελικά φοβόμουν να επιστρέψω γιατί εκεί πιθανόν να ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα.

Αλλά τα είχες καταφέρει την πρώτη φορά. Αυτό ισχύει. Έπαιζε ρόλο ότι χάρη στο δικό μου μοντέλο ηθικής δεν μπορούσα να αφήσω τη μάνα μου και ο μπαμπάς μου δεν ήταν πολύ καλά. Μερικά από αυτά τα εμπόδια συνειδητά έχω αποφύγω να τα αποκωδικοποιήσω. Εδώ κολλάει μια άλλη ιστορία που έχω ζήσει. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 είχα γράψει ένα σενάριο που κατάφερε να φτάσει στον παραγωγό Fred Roos, γνωστό από τον «Νονό». Θυμάμαι μια φίλη μου μου έλεγε «Δεν πιστεύω να είσαι από αυτούς που φοβούνται την επιτυχία». Δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει αυτό, δεν ξέρω αν όντως μπορώ να τη διαχειριστώ. Πάντως θυμάμαι ότι την περίοδο που βρισκόμουν στο Λος Άντζελες, με αφορμή τη γνωριμία μου με τον Roos, κι εκεί έκανε ένα πάρτυ η Eiko Ishioka, που μόλις είχε κερδίσει το Όσκαρ για τα κοστούμια στο Dracula του Coppola. Πήγα λοιπόν εγώ στο πάρτυ, στη σκάλα πέτυχα τον Jack Nicolson, πιο εκεί ήταν η Uma Therman, και εκεί βρισκόταν και η κοπέλα που ήταν η βοηθός του Roos και συζητούσε με έναν τύπο που έμοιαζε με τον Gary Oldman, την χαιρετάω αφού γνωριζόμασταν και μετά σκέφτομαι «Είμαι στο πάρτυ του Δράκουλα, θα ΕΙΝΑΙ ο Gary Oldman». Δεν πέρασα άσχημα, δεν πέρασα ούτε φοβερά εκείνο το βράδυ. Το επόμενο πρωί πάντως ξύπνησα τρομοκρατημένος. Δεν ξέρω γιατί. Όπως ένα τύπου νευρικό κλονισμό έπαθα όταν πήγαμε στο πεζοδρόμιο μπροστά από το Chinese Theatre, εκεί που έχουν αφήσει το αποτύπωμα της παλάμης και των παπουτσιών τους μυθικά ονόματα του Hollywood. Μιλάμε για ένα  πεζοδρόμιο κι αυτό σημαίνει ότι μέσα στα αποτυπώματα υπάρχουν και σκουπίδια, όπως γόπες ή καπάκια από μπουκάλια. Ήταν λοιπόν μια τουρίστρια που καθάριζε κάποια και τα έβγαζε φωτογραφία. Με έπιασε κρίση και έβαλα τα κλάματα. Μου φάνηκαν σαν μικροί τάφοι αυτές οι πλάκες του πεζοδρομίου. Μου φάνηκε ότι όλο αυτό είναι τόσο μάταιο, ότι δεν έχει κανένα νόημα.

Μήπως τελικά το γεγονός ότι πολλές φορές στεκόμαστε αδρανείς έχει να κάνει με αυτήν ακριβώς την αίσθηση ματαιότητας; Βέβαια. Είναι πολύ πιθανόν. Από την άλλη δεν ξέρω αν ισχύει αυτό για όλους. Η φίλη μου η Κατερίνα με κατηγορεί ότι πολλές φορές τα θεωρώ όλα σχετικά και δεν παίρνω θέση ή δεν είμαι απόλυτος. Δεν ισχύει αυτό. Απλά μου αρέσει να αφήνω την ελευθερία στους ανθρώπους να εκφράσουν την προσωπικότητα τους και πιστεύω ότι ο καθένας από τους ανθρώπους είναι ένα ξεχωριστό σύμπαν.

Πατρίσια Χάισμιθ, εισαγωγή στο σασπένς. Θέατρο 104-Κεντρική Σκηνή, Ευμολπιδών 41,  τηλ. : 2103455020-6940290312. Κείμενο: Παναγιώτης Χριστόπουλος. Σκηνοθεσία : Ιωσήφ Βαρδάκης. Ερμηνεύουν οι  Ρούλα Πατεράκη, Μαρκέλλα Γιαννάτου, Ευθύμης Γεωργόπουλος, Νίκος Μαυράκης. Kάθε Δευτέρα & Τρίτη στις 9.00 μμ. Τιμή εισιτηρίου: γενική είσοδος 12 ευρώ – μειωμένο 8 ευρώ.

Κρέας. Θέατρο Αγγέλων Βήμα. Σατωβριάνδου 36, τηλ.: 21 0524 2211. Κείμενο: Peter Straughan, μετάφραση: Μαργαρίτα Δαλαμάγκα-Καλογήρου. Σκηνοθεσία : Ιωσήφ Βαρδάκης. Ερμηνεύουν οι Γιάννης  Μάνιος, Ακίνδυνος  Γκίκας, Δημήτρης Λιακόπουλος, Νικόλας   Μπράβος, Κωνσταντίνος   Μούτσης. Κάθε Τετάρτη & Παρασκευή στις 20:30 και Κυριακή στις 19:15. Τιμή εισιτηρίου: 15 ευρω (κανονικό)-12 ευρώ (φοιτητικό)- 10 ευρώ(μειωμένο).

Closer (πρεμιέρα Σάββατο 14 Μαρτίου). Θέατρο 104, Ευμολπιδών 41,  τηλ. : 2103455020-6940290312. Κείμενο: Patrick Marber, μετάφραση: Θωμά Μοσχόπουλου. Σκηνοθεσία: Ιωσήφ Βαρδάκης. Ερμηνεύουν οι: Αργύρης Θανάσουλας, Γιάννης Λασπιάς, Δάφνη Μανούσου, Ιωάννα Σταυροπούλου. Παρασκευή, Σάββατο & Κυριακή στις 21.15. Τιμή εισιτηρίου: γενική είσοδος 12 ευρώ – φοιτητικό/ανέργων 10 ευρώ.

Λίνα Ρόκου

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κέρκυρα. Το 1998 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού. Από το 2001 εργάζεται ως δημοσιογράφος.

Share
Published by
Λίνα Ρόκου