Είδαμε τους Γιώργο Νταλάρα, Ελένη Βιτάλη και Γλυκερία στην Ιερά Οδό

Στην αφίσα βλέπεις τρεις νέους ανθρώπους, τρεις όμορφους φίλους, τρεις συγγενείς. Δεν βλέπεις το βάρος στις πλάτες- οι αποσκευές με τα τραγούδια που κουβαλάνε σαν να τους κάνουν πιο ανάλαφρους, πιο επίκαιρους, πιο αναγκαίους. Ίσως γιατί δεν φέρουν το μουσικό παρελθόν τους ως ντοκουμέντο, ως βαρύ οπλοστάσιο και περιχαρακωμένη ιστορία αλλά σαν δροσερό παρόν. Σαν βιωμένο παρόν. Σαν μια ενέργεια που αφορά και ενώνει.

Η βυζαντινή, κατανυκτική Ελένη Βιτάλη, η μεταξωτή, σαν αεράκι Γλυκερία, ο μουσικός βράχος Γιώργος Νταλάρας. Και οι μουσικές ενέργειες και των τριών μαζί, μια έκρηξη αισθήσεων. Μια γιορτή συναισθημάτων σε ένα 4ωρο non-stop βαθιά λαϊκό πρόγραμμα.

«Ένα χειμωνιάτικο πρωί, έφυγα απ’ το σπίτι σαν τρελή», «Αναζητάς προκάτ παραστρατήματα και εμπειρία ονομάζεις το φρικιό σου», «Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας και ο γιος μου το ανταλλακτικό»: η αυτοβιογραφική, ροκ, σπαρακτική Βιτάλη με συναίσθημα τόσο κουμπωμένο με τα τραγούδια της, σε ερμηνείες που κινητοποιούν ψυχή και καρδιά. Και που χτυπάνε ακριβώς στην ουσία. Δεν χώρεσε ίσως εκεί, αλλά σίγουρα μου έλειψε το «Περπατούσα αφηρημένη».

Το «Μακριά μου να φύγεις» του Γαβαλά σαν μεγαλοβδομαδιάτικος ύμνος, το λυρικότατο, σαν νεράκι «Άι- Γαρούφαλό μου» από τον πρώτο της δίσκο, το «Ξενάκι» που αφιέρωσε σε όσους αισθάνονται ξένοι. Η Βιτάλη της ταχείας, της χαράς που είναι το σύνθημα, του μια γυναίκα μπορεί, του ανατριχιαστικού και βαθιά υπαρξιακού παραδοσιακού «Με γέλασαν μια χαραυγή της άνοιξης τα αηδόνια/ με γέλασαν και μου πάνε ο χάρος δεν με παίρνει»…

Η Γλυκερία, του «ό,τι αγαπώ είναι δικό σου», της «σχεδίας», του «μέχρι να βρούμε ουρανό», των «σμυρνέικων τραγουδιών».  Η Γλυκερία των αντρικών τραγουδιών. Των «Στα είπα όλα», «Πριγκηπέσα»,  «Υπάρχω», «Της γερακίνας γιος», «Ραγίζει απόψε η καρδιά»- χωρίς να σου λείπουν τα μπάσα των αντρικών φωνών, το βάρος της αντρικής ερμηνείας. Αντιθέτως, προσθέτοντας γυναικεία ευαισθησία αλλά και τόλμη. Η πληθωρική, εξωστρεφής Γλυκερία των «Θα σπάσω κούπες», «Μην κάνεις όνειρα τρελά», «Πήγα σε μάγισσες, σε χαρτορίχτρες/ να δω που χάνεσαι όλες τις νύχτες» (τι υπέροχοι στίχοι), του αβίαστου ξεχειλίσματος του συναισθήματος και όχι της  υποκλοπής του…

Είναι τέτοιο και τόσο το ρεπερτόριο του Γιώργου Νταλάρα που θα ήταν ευκολότερο ίσως να σημειώσεις ποια τραγούδια του δεν άκουσες, παρά το αντίθετο. Όχι όμως ότι δεν με χόρτασαν τα «Μάνα δεν φυτέψαμε» (Έσπασε το κομπολόι, σκόρπισαν οι χάντρες/έπιασαν το μοιρολόι ένα τσούρμο άντρες), «Στα χρόνια της υπομονής», «Ήλιε μου σε παρακαλώ» (Τα πουλιά τα βρίσκει ο χάρος στο νερό/ τα ελάφια όταν πίνουνε νερό), «Στα ψηλά τα παραθύρια» (Τα ματόκλαδά σου κλείνεις/να περάσω δεν μ’ αφήνεις) και τα νεότερα 

«Κάποια κάπου κάποτε» (…ήταν η ζωή μου/ η αρχή το τέλος μου κι όλη η ύπαρξή μου), «Ξένος για σένα κι εχθρός», «Εγώ θα σου μιλώ με τα τραγούδια μου», «Το πεπρωμένο», «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι», «Παραπονεμένα λόγια». Σταύρος Κουγιουμτζής, Μάνος Λοΐζος, Απόστολος Καλδάρας, Χρήστος Νικολόπουλος, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μάνος Ελευθερίου, Κώστας Βίρβος, Λευτέρης Χαψιάδης, για να αναφερθούμε στις κορυφογραμμές μόνο – και όχι όλες- των συνεργασιών του ερμηνευτή. Μου έλειψε ίσως να τον ακούσω στην «Αχάριστη» ή τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Τσιτσάνη, αλλά αυτά είναι προσωπικές εμμονές. 

Δεν είχα ακούσει τον Γιώργο Νταλάρα να τραγουδάει ζωντανά. Είναι ασύλληπτη η τεχνική του αρτιότητα, η μουσική του ευαισθησία και η φυσική του ικανότητα να κινητοποιεί το λαϊκό αίσθημα. Πέρα από το ότι σε κάνει να νιώθεις κάπως… οικογένεια. Ενώ αυτό που δεν ένιωσα ήταν ένας μουσειακός αέρας που θα μπορούσε ενδεχομένως να αναδύει η παρουσία του. Μια διάσταση συλλεκτικής κασετίνας. Καθόλου. Γιώργος Νταλάρας καθημερινός, επίκαιρος και παρών όσο τίποτα.

Από τις καλύτερες στιγμές, η σύμπραξη Βιτάλη- Νταλάρα στις «Μέλισσες» και τη «Μικρή πατρίδα», το ντουέτο Νταλάρα- Γλυκερίας στα «Κλειδιά» του Θοδωρή Κοτωνιά (Μου το είπε ένα αηδόνι/ πως η άνοιξη τελειώνει), η ερμηνεία του Γ.Νταλάρα στο τραγούδι «Κάτι Ελλάδες» (Κάτω από τις παράγκες, κάτω απ’ τα γιαπιά ζούνε κάτι Ελλάδες σαν θηρία/ κι όταν πια ξεσπάσουν δεν θα είναι αργά/ έτσι πάντα γράφεις ιστορία/με τα δάχτυλα) των Μερτζάνου-Μωραϊτη για το οποίο τους έδωσε και συγχαρητήρια και το προλόγισε με το πρώτο «ακούστε» της βραδιάς και η σύμπραξη των τριών στο τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου «Στις Χαραυγές Ξεχνιέμαι», το δεύτερο «ακούστε» του. 

Στο τελευταίο μέρος χαρήκαμε και τους τρεις σαν κομπανία- ήταν προφανές ότι απολάμβαναν κάθε στιγμή που βρίσκονταν στη σκηνή, ενώ ο αμοιβαίος θαυμασμός αλλά και η θέλησή τους να ακούνε σαν ακροατές ο ένας τον άλλο έδινε στη συνύπαρξή τους μια ανεπιτήδευτη καλοσύνη. Κι έναν χαρακτήρα ανάγκης. 

Κι αυτό δεν έβγαινε προς τα έξω απλώς, όπως συνηθίζουμε να λέμε αφελώς. Κυρίως έμπαινε προς τα μέσα μας. Η λαϊκή ορχήστρα στα πρότυπα μιας συμφωνικής – θα μου συγχωρήσετε την υπερβολή- με τους δεκαπέντε μουσικούς και τον απίστευτο ήχο σου έδινε την αίσθηση ότι αυτό που ακούς είναι καλύτερο από cd. Γιατί είχε όλη την επαγγελματική αρτιότητα ενός στούντιο χωρίς την τεχνητή κατασκευή του. Το ιδανικό, δηλαδή. 

Οι φωτογραφίες που προβάλλονταν στο φόντο δεν περιέγραφαν τα τραγούδια, δεν αποτελούσαν την παντομίμα τους αλλά υπέβαλαν συναισθήματα και ατμόσφαιρες, δημιουργούσαν κλίματα και τα ενέτασσαν σε ένα οικείο σε όλους μας συλλογικό περιβάλλον. Η σκηνοθετική ματιά του Νίκου Σούλη έδινε έναν αέρα ενορχηστρωμένης φυσικότητας. Ο κόσμος ήταν συναισθηματικά και ψυχικά διαθέσιμος να ρουφήξει τα τραγούδια ενώ, προς το τέλος, στο «Δεν φταις εσύ, η φαντασία μου τα φταίει» των Καλδάρα- Παπαγιαννοπούλου κάπως σαν να συντονίστηκε το λαϊκό αίσθημα και να ξέσπασε μαζικά: Ο λαός της πατρίδα μου με τα απωθημένα του, τα όνειρα που αφήνουν χαρακιές, την αχαλίνωτη φαντασία του, τις καμένες του ψευδαισθήσεις…

Δεν ένιωσα το βάρος του ελληνικού τραγουδιού στην πρεμιέρα των τριών αυτών ερμηνευτών. Ένιωσα τη μαγεία του. Και ένα ανεξήγητο συναίσθημα ασφάλειας.  

Ιερά Οδός, Ιερά Οδός 18-20 // Ημέρες παραστάσεων: Παρασκευή και Σάββατο // Τηλέφωνο κρατήσεων: 210-3428272

Νάντια Δουλαβέρα

Share
Published by
Νάντια Δουλαβέρα