ΦΕΣΤΙΒΑΛ

Rudu Fest: Μια παρέα που κατέληξε να στήνει σκηνές από την Αθήνα μέχρι την Αμοργό

Λίγο πριν φορτώσει ηχεία, μπάντες, φίλους και τη μισή indie Ελλάδα στις αποσκευές του, για άλλη μία καλοκαιρινή απόβαση στην Αμοργό και νωρίτερα στη Θεσσαλονίκη, το Rudu Fest επιστρέφει στο ΠΛΥΦΑ για την πέμπτη αθηναϊκή του έκδοση με τρεις μέρες γεμάτες κιθάρες, hyperpop, post-punk, electro, hip hop, για να μας θυμίσει ότι είναι κάτι πολύ πιο προσωπικό από ένα τυπικό μουσικό event.

Το Rudu Fest ξεκίνησε σχεδόν σαν καλοκαιρινή παρόρμηση μιας μεγάλης παρέας που βρέθηκε στην Αμοργό μέσα στα χρόνια του covid και σήμερα έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες DIY μουσικές κοινότητες της ελληνικής σκηνής, χωρίς ποτέ να χάσει το αυθόρμητο και λίγο «χύμα» DNA του. Λίγο πριν το μεγάλο καλοκαιρινό ραντεβού στο νησί, το Rudu κάνει την καθιερωμένη αθηναϊκή στάση του στο ΠΛΥΦΑ, από τις 21 έως τις 23 Μαΐου, μεταφέροντας για τρεις βραδιές αυτή την περίεργη μίξη συναυλίας, πάρτι, στεκιού και μικρής απόδρασης που το χαρακτηρίζει από την πρώτη μέρα.

Πίσω από όλο αυτό βρίσκονται ο Χρήστος Κρεμαστάς και ο Κώστας Γρούντας, δύο άνθρωποι που μοιάζουν να κινούνται μόνιμα ανάμεσα σε lives, bars, παραγωγές, road trips και endless group chats για μουσική. Ο Χρήστος είναι δικηγόρος τα πρωινά και τις υπόλοιπες ώρες ασχολείται με το Rudu Bar, το Rudu Fest, τη R2D2 Events, το Ανκόρ, το «Ασφαλώς και δεν πρέπει» και τις κιθάρες των Echo Basement, ενώ ο Κώστας κινείται εδώ και χρόνια στον χώρο των συναυλιών, της μουσικής παραγωγής και του καλλιτεχνικού προγραμματισμού, αφιερώνοντας, όπως λέει και ο ίδιος, «τις υπόλοιπες ώρες» στο Rudu Fest ή απλώς στη ζωή του.

Αυτό που έχει ενδιαφέρον στο Rudu είναι ότι ποτέ δεν προσπάθησε να γίνει εύκολο, δεν βασίστηκε σε τεράστια headliners, αντίθετα, επέλεξε εξαρχής να λειτουργήσει περισσότερο σαν μουσική πρόταση. Κάπως έτσι εξηγείται και η φετινή αθηναϊκή τριήμερη σύνθεση, που κινείται από τα σκοτεινά synth και post-punk τοπία μέχρι fuzz κιθάρες, electro weirdness και urban ένταση. Η πρώτη μέρα, στις 21 Μαΐου, φέρνει στο ΠΛΥΦΑ τους Dramachine, μία από τις πιο δραστήριες μπάντες της σύγχρονης σκοτεινής ελληνικής σκηνής, που επιστρέφουν με τον νέο τους δίσκο «Χορός του Θανάτου». Μαζί τους οι Over 9000 και οι N’Cheezed στήνουν μια βραδιά που ακροβατεί ανάμεσα σε punk, hyperpop, synthwave και απόλυτο genre chaos. Τη δεύτερη μέρα, το φεστιβάλ στρίβει περισσότερο προς τις κιθάρες. Οι The Bonnie Nettles, με psychedelic rock, fuzzy riffs και εμφανίσεις ήδη σε ευρωπαϊκές σκηνές, μοιράζονται το lineup με τους Loud Silence και τους Black Body Radiation, δύο σχήματα που κουβαλούν αυτό το γνώριμο αθηναϊκό post-punk και shoegaze σκοτάδι. Το Σάββατο, οι Turboflow3000, Capétte και Sigmataf αλλάζουν τελείως τη θερμοκρασία του χώρου. Electro, avant-pop, synthwave, spoken word, hip hop και bass-heavy beats μπλέκονται σε μία βραδιά που αποδεικνύει ακριβώς αυτό που λένε και οι ίδιοι οι διοργανωτές στη συνέντευξη, ότι πλέον το κοινό δεν λειτουργεί με ταμπέλες, αλλά περνά με άνεση από το stoner στο electro και από το indie στο hip hop μέσα στην ίδια νύχτα.

Το Rudu τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σε ένα φεστιβάλ-διαδρομή, έτσι μετά την αθηναϊκή έκδοση ακολουθεί η Θεσσαλονίκη, με το πρώτο Rudu Fest SKG να πραγματοποιείται φέτος από τις 27 έως τις 30 Μαΐου, ενώ στη συνέχεια όλη η διοργάνωση μεταφέρεται στην Αμοργό για τη μεγάλη εβδομάδα του καλοκαιριού, από τις 28 Ιουλίου έως τις 2 Αυγούστου. Στην Αμοργό το φεστιβάλ δεν μένει σε ένα venue. Μετακινείται καθημερινά, αλλάζει τοποθεσίες, στήνει διαφορετικές σκηνές σε άλλα σημεία του νησιού και μετατρέπει ολόκληρη την εβδομάδα σε μια κινούμενη εμπειρία που θυμίζει περισσότερο μουσική εκδρομή παρά κλασικό festival setup. Ίσως γι’ αυτό το Rudu έχει αποκτήσει φανατικό κοινό. Αλλά θα μας τα πουν καλύτερα ο Χρήστος και ο Κώστας.

Το Rudu Fest ξεκίνησε ως κάτι πολύ συγκεκριμένο και σήμερα μοιάζει να έχει γίνει μια μικρή «κοινότητα». Πότε καταλάβατε ότι δεν κάνετε απλώς ένα φεστιβάλ αλλά χτίζετε κάτι με ταυτότητα;

Χρήστος Κ.: Η αλήθεια είναι θα το έβλεπα ανάποδα. Τα χρόνια του κόβιντ πήγαμε 2 φορές μια μεγάλη παρέα 40 άτομα στην Αμοργό, κι όπου τρωγοπίναμε στηνόταν ένα γλέντι. Ήδη είχε ανοίξει και το Rudu Bar, που ήταν στέκι και κοινότητα και στέγαζε events. Έτσι, την επόμενη χρονιά κουβαλήσαμε και μερικά ηχεία, φίλους, καλλιτέχνες που μας αρέσουν και κάναμε το πρώτο Rudu Fest Αμοργού. Οπότε, τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον ξεκίνησε σαν παρέα που έγινε “κοινότητα” και αργότερα καταλάβαμε ότι όντως γίναμε Φεστιβάλ.

Κώστας Γ.: Έτσι το έζησα κι εγώ. Και, μάλιστα, την πρώτη χρόνια μόνο ως μουσικός. Μέσα στα χρόνια, βέβαια, μεγάλωσε η παρέα. Κι όσο κλισέ κι αν ακούγεται, έγιναν φιλίες. Πλέον νιώθουμε ότι η “κοινότητα” που έχει δημιουργηθεί συναντιέται κάθε χρόνο στις διάφορες εκδόσεις του φεστιβάλ, διευρύνεται και δημιουργούνται άλλες παρέες που κατά το ρητό θα γράψουν τις ιστορίες του. Είτε είναι οι ιστορίες μιας σκηνής, είτε κάποιων καταπληκτικών διακοπών στην Αμοργό.

Αυτή η διπλή ζωή -Αθήνα και μετά Αμοργός- έχει πολλά logistics, αλλά και διαφορετικά concepts. Τι αλλάζει πραγματικά στο vibe του Rudu Fest όταν φεύγει από την πόλη;

Χρήστος Κ.: Αλλάζει σίγουρα, ό,τι αλλάζει σε όλους μας. Όταν πάμε σε ένα νησί, μετά από λίγες μέρες, όχι αμέσως, όλα γίνονται λίγο πιο αργά, πιο κουλ, αρχίζεις να κυκλοφορείς όλο και περισσότερο με μαγιό και σαγιονάρες και να μιλάς με τους -αγνώστους- διπλανούς σου. Βέβαια, εμείς ως Φεστιβάλ, ασχολούμαστε με τη διοργάνωση και τα logistics πλέον από τον Οκτώβριο.

Κώστας Γ.: Και γενικότερα νομίζω… To Rudu Fest είναι εξ’ ορισμού ένα φεστιβάλ εν κινήσει. Πέρα από τη φετινή εξόρμηση στη Θεσσαλονίκη για το πρώτο Rudu Fest SKG, πέρα από τις πολλαπλές εκδόσεις της Αθήνας (Winter, Open Air κλπ) που συχνά πραγματοποιούνται και  σε διαφορετικά venues μέσα σε 3 μέρες, όλη τη φεστιβαλική εβδομάδα στην Αμοργό το φεστιβάλ ταξιδεύει κάθε μέρα σε διαφορετικό μέρος του νησιού, στήνοντας κάθε μέρα μια διαφορετική σκηνή και προτείνοντας ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Θεωρώ ότι είναι πυρήνας του φεστιβάλ το ταξίδι και η αλλαγή του vibe.

Φέτος μιλάτε για «επιστροφή στις κιθάρες» αλλά ταυτόχρονα έχετε hyperpop, electro και hip hop. Είναι συνειδητή αυτή η συνύπαρξη ή προκύπτει οργανικά από τη σκηνή;

Κώστας Γ.: Είναι ξεκάθαρα συνειδητή η συνύπαρξη των διαφόρων genres και αισθητικών. Η σταθερή σκέψη που έχουμε πίσω από τη διαμόρφωση ενός line up είναι ο τρόπος που σκεφτόμαστε τα πράγματα συνολικά. Έχει στοιχεία μουσικά, το πως κάτι σε πάει σε κάτι άλλο -όσο “άσχετο” κι αν φαντάζει. Ασχέτως αν τα καταφέρνουμε, θέλουμε να προτείνουμε σχήματα και άτομα, θέλουμε να παρουσιάζουμε φρέσκες μουσικές και θέλουμε να διαλέγουμε αυτά που θα μας άρεσε να δούμε ή και να ανακαλύψουμε σε ένα φεστιβάλ. Εξ’ ου και η επιθυμία για επιστροφή στις κιθάρες, που σίγουρα κι οι δυο μας εξακολουθούμε να τις έχουμε πολύ ψηλά στα γούστα μας. 

Χρήστος Κ.: Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν μείνει πολλές κιθάρες στην indie σκηνή για να επιστρέψεις σε αυτές. Παρ’ όλα αυτά, π.χ. στην Αθήνα, η μέρα με Bonnie Nettles, Loud Silence και Black Body Radiation κάτι τέτοιο συμβολίζει. Η μουσική, βέβαια, έχει γίνει από μόνη της πιο πολυσυλλεκτική, οι προσμίξεις κάτι αυτονόητο και το κοινό ταυτόχρονα ακούει σε ένα φεστιβάλ με περισσή ευκολία από «έντεχνο» ως stoner την ίδια μέρα. 

Στα lineups σας δεν βλέπεις «εύκολα» ονόματα. Πόσο ρίσκο είναι σήμερα στην Ελλάδα να μη βασίζεσαι σε headliners που πουλάνε μόνοι τους;

Κώστας Γ.: Είναι αυτό που λέγαμε πριν. Και εξαρτάται από το “για ποιο ρίσκο μιλάμε”. Δηλαδή αν το ερώτημα είναι αν ενέχει ρίσκο με όρους οικονομικών και μαζικής προσέλευσης, τότε, ναι, έτσι δείχνουν όλα. Αλλά αν μιλάμε για το ρίσκο του να χάσει την ταυτότητα του το φεστιβάλ ή εμείς σαν επιμελητική ομάδα, τότε νομίζω είμαστε στον σωστό δρόμο. Άλλωστε δεν αποφεύγουμε καθιερωμένα acts “που πουλάνε μόνα τους”, απλά διαλέγουμε αυτά που μας ταιριάζουν αισθητικά και κονσεπτικά και πλαισιώνονται από τα λιγότερο δημοφιλή, αν θες, acts που ταιριάζουν στο τι μας αρέσει και ποιοι/ποιες είμαστε.

Χρήστος Κ.: Ίσως είναι λάθος να ειπωθεί, αλλά αν είναι να κάνουμε ένα line-up που δεν θα έχει «χαρακτήρα» και απλά θα συγκεντρώνει 5-10 διάσημους καλλιτέχνες, χωρίς συνοχή,  τότε καλύτερα να το σταματήσουμε το Rudu Fest. Παράλληλα, μπορεί οι συναυλίες να είναι κάτι που στην Ελλάδα έχει ανοδική πορεία και αυξημένη συμμετοχή, όμως, το επίπεδο έχει ανέβει, οι τιμές το ίδιο, εκατοντάδες artists, και μεγάλα ονόματα, παίζουν κάθε χρόνο στην Ελλάδα πλέον -και μπράβο, όμως αυτό δυσκολεύει αντικειμενικά τις εναλλακτικές προσπάθειες και π.χ. το να μπορείς να εντάσσεις στα Line Up μπάντες όχι για να σου φέρουν κόσμο, αλλά για να τις «προτείνεις» στον κόσμο.

Σε μια εποχή που όλα τείνουν να γίνουν content, πώς προστατεύετε το Rudu Fest από το να γίνει απλώς ένα «instagrammable event» και όχι εμπειρία;

Χρήστος Κ.: Πολύ σωστή παρατήρηση. Ευτυχώς για την ώρα μας απασχολεί πολύ, το πώς θα καταφέρουμε την «εμπειρία» που βιώνει κάποιος (στην Αμοργό πρωτευόντως και σε δεύτερο επίπεδο στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη), να τη μεταφέρουμε με πιστότητα μέσα από τα social. Περισσότερο αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα ότι «συμβαίνουν πολλά – βγαίνουν προς τα έξω λίγα», το οποίο οκ φυσικά οδηγεί σε κάτι πιο αυθεντικό, αλλά χάνεις λίγο από το promo.

Κώστας Γ.: Έχει τύχει να είμαστε και εμείς οι δύο, αλλά και όλη η υπόλοιπη ομάδα, συναυλιόφιλοι. Δηλαδή αν κάπου γέρνει η πλάστιγγα είναι το μουσικό-συναυλιακό κομμάτι του φεστιβάλ. Θέλουμε όλες οι διοργανώσεις μας να στέκονται στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο από άποψη τόσο εμφανίσεων, όσο και της εμπειρίας θέασης και ακρόασης. Το αν κάποτε αυτό θα μεταφερθεί στον κόσμο των social media ως “instagrammable” δεν είναι ούτε στόχος, αλλά ούτε κάτι που αποφεύγουμε. Θέλουμε πολύ να φτιάχνουμε ένα ωραίο φεστιβάλ, με acts που θεωρούμε ότι έχουν πρόταση, να υπάρχουν οι συνθήκες για να παρουσιάσουν τη δουλειά τους όσο πιο άρτια και να μπορεί η εμπειρία του επισκέπτη του φεστιβάλ να είναι όμορφη σε όλα τα επίπεδα. Ας γίνει αυτό instagrammable και όλες οι στιγμές που η παρέα πίσω από το φεστιβάλ περνάει καλά με ατάκες, ιδέες, τρολιές κλπ.

Υπάρχει κάποιος καλλιτέχνης που τον βάλατε στο lineup πριν «σκάσει» και νιώσατε ότι τον προλάβατε; Πόσο ένστικτο και πόση έρευνα παίζει σε αυτές τις επιλογές;

Χρήστος Κ.: Κοίτα, φέτος είναι και συμβολική η χρονιά π.χ. στην Αμοργό, επιστρέφει ο Pan Pan! Είχε παίξει την 1η χρονιά, το 2022, σε ένα μπαρ μέσα, στο Τζιτζίκι, για 100 άτομα, γιατί την περσινή χρονιά είχαμε χορέψει πολύ στην Αμοργό το “Χτύπα με σαν ρεύμα στην πίστα”. Μόλις είχε βγει το 2022 η “Ανισόπεδη Ντίσκο”. Φέτος επιστρέφει, στο stage στην Αιγιάλη με δεκαπλάσιο κόσμο! To 2019 είχε παίξει μες το Rudu Bar το Παιδί Τραύμα και το 2023 στην Αμοργό η Aeon και η 0-100 Σειρένε. Νομίζω, λοιπόν, συμβαίνει και θέλουμε πολύ να συνεχίσει να συμβαίνει και να εντυπωθεί, αν δεν έχει ήδη γίνει, στον χαρακτήρα και την ταυτότητα του Φεστιβάλ. Να ενισχύεται η τάση μερίδας του κόσμου να λέει «πάμε ρε συ να δούμε, μάλλον θα έχουν φέρει κάτι καλό». Παράλληλα, στην “έρευνα”, είναι κάτι συναισθηματικά ασύγκριτο να είσαι σε κάποιο μικρό live να βλέπεις μία/έναν νέο καλλιτέχνη και να νιώθεις εκείνη τη στιγμή από τα αυτιά, την καρδιά το μυαλό αλλά και από το vibe των «γύρω» σου, ότι αυτό που συμβαίνει τώρα στη σκηνή είναι κάτι «που κάτι έχει να πει», μία/ένας καλλιτέχνης που έχει μέλλον μπροστά της/του.

Κώστας Γ.: Αυτό ακριβώς. Είναι στόχος να προτείνουμε. Και θέλουμε να πιστεύουμε ότι τα περισσότερα από αυτά που προτείνουμε κάποια στιγμή στο εγγύς μέλλον “θα σκάσουν”. Και για αυτό το scouting, πέρα από την έρευνα, τις γύρες στους χώρους συναυλιών και τις αρκετές ώρες ακρόασης album, νομίζω ότι υπάρχει μια μικρή κοινότητα στην Ελλάδα που κυρίως ανταλλάζουμε μηνύματα μεταξύ μας τύπου “το έχεις τσεκάρει το τάδε σχήμα”; Και νιώθουμε πολύ πολύ τυχεροί που ανήκουμε σε αυτή τη κοινότητα. Μέσα στα χρόνια που δραστηριοποιούμαστε έχουμε γνωρίσει και δεθεί με άλλους διοργανωτές συναυλιών, με φεστιβάλ, με μουσικούς, δημοσιογράφους και ραδιοφωνικούς παραγωγούς με τους οποίους/τις οποίες/τα οποία κρατάμε ένα “oldschool” στόμα-με-στόμα για να κυκλοφορούν τα νέα.

Πόσο δύσκολο είναι οικονομικά να κρατήσεις ένα φεστιβάλ σε αυτές τις τιμές εισιτηρίων χωρίς να κάνεις εκπτώσεις στο lineup ή στην παραγωγή;

Κώστας Γ.: Εδώ οδηγούμαστε μαθηματικά από τις δύο προηγούμενες ερωτήσεις. Είναι συνειδητή και σκληρή επιλογή και απλά απέραντα δύσκολο.

Χρήστος Κ.: Την ώρα μάλιστα, που έχουν ανέβει -και καλά έχουν κάνει- οι απαιτήσεις του κοινού και οι απαιτήσεις από τους ίδιους μας τους εαυτούς, για καλό προσεγμένο ήχο, εξυπηρέτηση, ασφαλή και όμορφη εμπειρία και καλλιτεχνικό επίπεδο και αισθητική. Απ’ την άλλη, ενώ με την ίδια ευκολία δίνει κανείς πλέον 50 και 100 ευρώ για μεγάλα show, τριπλοσκέφτεται -και κακώς- 15 ευρώ για τρία πιο indie ή ανερχόμενα acts (δηλαδή σαν να πίνεις 2 ποτά σε ένα μπαρ), οπότε θέλουμε, παλεύουμε κι ελπίζουμε να αλλάξει αυτό.

Το ΠΛΥΦΑ ως χώρος έχει μια industrial, σχεδόν κινηματογραφική αίσθηση. Πόσο σημαντικό είναι για εσάς το venue ως μέρος της εμπειρίας και όχι απλώς ως «σκηνή»;

Χρήστος Κ.: Ενώ υπάρχουν ωραίοι έτοιμοι συναυλιακοί χώροι στην Αθήνα, όταν στήνουμε το Rudu Fest θέλουμε να το κάνουμε, όταν μπορούμε, σε χώρους που δεν είναι καθαρά συναυλιακοί, να έχουν κάποια άλλη μορφή για να προσφέρουμε κάτι διαφορετικό. Για αυτό το ΠΛΥΦΑ ή το Oddity (για τα πιο χειμωνιάτικα). Το Πλύφα ειδικά, πλην της πολύ ωραίας φιλοξενίας που πάντα μας προσφέρει, αποτελεί ουσιαστικά πολυχώρο με αυλή, κάτι που μαζί με την industrial αισθητική, προσδίδει πολύ «Αθήνα» στο φεστιβάλ μας.

Κώστας Γ.: Είναι και κάπως φετίχ μας το να στήνουμε ένα venue από την αρχή, γενικότερα ως εταιρεία παραγωγής. Δηλαδή, ζούμε για παραγωγικές προκλήσεις, για custom stages, για το κάτι διαφορετικό που άλλοτε βγάζει μάτι κι άλλοτε υπάρχει εκεί και το ξέρουμε μόνο εμείς. Πάντα όμως προσπαθούμε να υπάρχει μια σχέση διαλογική -ας πούμε- ανάμεσα στο κόνσεπτ, το θέμα, το tag line του φεστιβάλ ή γενικότερα του κόνσεπτ του ενός δίσκου που αναλαμβάνουμε την παραγωγή της παρουσίασης του (πχ – και το τεχνικό στήσιμο, το περιβάλλον, το venue, ακόμα και τις υπόλοιπες εγκαταστάσεις).

Οι Dramachine, Turboflow3000, Sigmataf κ.λπ. κουβαλάνε διαφορετικά κοινά. Σας ενδιαφέρει να τα ενώσετε ή να τα αφήσετε να συνυπάρξουν χωρίς να «ομογενοποιηθούν»;

Χρήστος Κ.: Νομίζω ήδη συνυπάρχουν. Ήδη το κοινό περνάει ή σε ένα φεστιβάλ ή στο σπίτι του ή στο αμάξι του από το ένα μουσικό είδος στο άλλο με μεγάλη άνεση, κάτι που είναι όμορφο και θετικό.

Κώστας Γ.: Ναι, συμφωνώ. Μπορείς να δεις το ίδιο άτομο σε κάποιο event χιπ χοπ, ποπ, κιθαριστικό, ηλεκτρονικό κλπ… Αν υπάρχει κάποιος στόχος από μέρους μας, αυτός είναι να συνυπάρξουν τα άτομα που παίζουν και τα άτομα που επισκέπτονται το φεστιβάλ. Και μια ελπίδα να ανακαλύψουν κάτι που τους αρέσει από άλλους ήχους. Η εμπειρία δείχνει ότι αν “ενωθούν” συμβαίνει μία από αυτές τις μαγικές στιγμές που κάθε ζωντανό πλάσμα μέσα σε μια συναυλία αναπνέει με τον ίδιο ρυθμό. Ή τελοσπάντων, ό,τι συμβεί θα συμβεί από την εμπειρία που θα βιώσουν κι όχι βάσει προθέσεών μας.

Υπάρχει κάποια στιγμή από προηγούμενα Rudu Fest -Αθήνα ή Αμοργό- που σας έκανε να πείτε «οκ, αυτό άξιζε όλο τον κόπο»;

Χρήστος Κ.: Υπάρχουν πολλές στιγμές, ειδικά μέσα στην εξουθένωση ή/και το στρες (ή όταν κοιτάς τα τελικά ταμεία) που λέμε ο ένας στον άλλον «θύμισέ μου γιατί το κάνουμε αυτό εδώ;;;». Ευτυχώς, υπάρχουν και οι στιγμές που καλλιτέχνες, κοινό και όλοι γίνονται ένα, για μια στιγμή ο χρόνος σταματάει, κοιτάς σαν μία καρτ ποστάλ, χέρια σηκωμένα, χαμόγελα ταυτόχρονα με βουρκώματα, αγκαλιές και βλέμματα, ίδιους στίχους στα χείλη όλων και λες «Α! Να γιατί το κάνουμε»!

Κώστας Γ.: Ναι, αυτό που έλεγα και πριν. Κάθε φορά που -έστω και από delulu διάθεση- νιώθουμε ότι για κάποιες στιγμές συντελέσαμε σε κάτι μαγικό. Κάναμε τον κόσμο στιγμιαία πιο ανεκτό και ίσως λίγο πιο οικείο. Γραφικό, το ξέρω, αλλά μόνο τότε σταματάει το άγχος και λέω “για αυτή τη στιγμή τα κάνουμε όλα”.

Αν κάποιος έρθει πρώτη φορά φέτος, τι είναι αυτό που θέλετε να πάρει μαζί του φεύγοντας;

Χρήστος Κ.: Κάτι πραγματικό. Έναν νέο φίλο, μια νέα γνωριμία, έναν νέο ήχο, κάτι θα κρατήσει, κάτι που θα συντροφεύσει.

Κώστας Γ.:  Ε, μουσική και εικόνες μωρέ… Και να έρθει να μας πει δυο κουβέντες, δυο ιδέες ώστε να πάρουμε κι εμείς feedback. Α, να πάρει κι ένα καλό instagram story μπας και γίνουμε instagrammable. 

Εισιτήρια για το Rudu Fest σε Αθήνα (21-23/5), Θεσσαλονίκη (27-30/5) και Αμοργό (28/7-2/8) στο More.
Αντιγόνη Πάντα-Χαρβά