À Paris tous les deux: Οι ήρωες του Βέρντι περπατούν ακόμη στους δρόμους του Παρισιού
Η Πόλη του Φωτός γίνεται η αφετηρία ενός καλοκαιρινού ταξιδιού σε όλη την Ελλάδα και η Εθνική Λυρική Σκηνή συστήνει τις μεγάλες ιστορίες της όπερας μέσα από μια κινηματογραφική εμπειρία που φιλοδοξεί να φέρει τη λυρική τέχνη πιο κοντά σε ένα νέο κοινό.
Μια νεαρή γυναίκα, βγαλμένη σαν από κινηματογραφικό παραμύθι που αποφάσισε έτσι ξαφνικά να διηγηθεί την ιστορία του, τριγυρνά σε σε ένα σολόνι μεγαλοαστικού σπιτιού. Με ένα βλέμμα που περιπλανιέται πριν ακόμη περιπλανηθεί η ίδια. Γιατί λίγο αργότερα θα ανέβει στην ταράτσα. Και θα αφήσει το βλέμμα της-μαζί με το δικό μας- να πετάξει πάνω από τις σκεπές. Το Παρίσι ανοίγεται μπροστά της, τεράστιο, αδιάφορο, πανέμορφο. Και είναι αυτή η στιγμή, τουλάχιστον για μένα, που νοιώθεις κυρίως, πρώτη φορά τόσο έντονα, ότι δεν παρακολουθείς μια κινηματογραφημένη όπερα αλλά ταινία που είχε επιλέξει να μιλήσει με τη γλώσσα της όπερας.
Αυτό ήταν ίσως και το πιο αναπάντεχο στοιχείο του À Paris tous les deux όταν κάτσεις μετά για να αναλογιστείς τι ακριβώς παρακολούθησες. Δεν σου ζητά να γνωρίζεις τη Μποέμ ή την Τραβιάτα. Δεν δοκιμάζει τις γνώσεις σου ούτε σε βάζει απέναντι σε μια τέχνη που συχνά θεωρείται δύσκολη ή απόμακρη. Σε πιάνει από το χέρι όπως θα έκανε μια τίμια ενδιαφέρουσα κινηματογραφική αφήγηση που αποφεύγει ηθελημένα τον εστετισμό. Σου δείχνει ανθρώπους κανονικούς, ζευγάρια που ερωτεύονται, αποχωρίζονται, φοβούνται, χάνονται μέσα στην ίδια πόλη που συνεχίζει να τους κουβαλά εδώ και δύο αιώνες. Ερωτες, απαγορεύμενοι ή όχι, που «φυλακίζονται» μέσα στην βόλτα της έξοχης και κομψότητατης Fanny Ardant που περπατά στους δρόμους αφήνοντας την κάμερα να την ακολουθεί σαν ερωτευμένος θαυμαστής και να της κλέβει λέξεις και φράσεις που λειτουργούν σαν αόρατο νήμα που συνδέει τις διαφορετικές οπερατικές ιστορίες, ενώ την ίδια στιγμή η ίδια στους δρόμους του Παρισιού μοιάζει να ορίζει και να υπογραμμίζει τη σχέση της Πόλης του Φωτός με την Όπερα.
Και βεβαίως αυτή η ταινία βάζει παράλληλα δίπλα στην εικόνα άξιους λυρικούς ταργουδιστές και τραγουδίστριες και παρακολουθεί με τόλμη την δημιουργία ενός «υβριδίου», δύσκολο στην ύφανση του αλλά απολαυστικό στην υφή του.
Σκέφτομαι πως αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα που υπάρχει. Όχι να εξηγήσει την όπερα, αλλά να την αφήσει να αναπνεύσει μέσα από μια άλλη φόρμα, χωρίς να χάσει τίποτε από τη δύναμή της. Γιατί η ταινία δεν θα «κυκλοφορήσει» ποτέ μόνη της σε πόλεις και νησιά- αλλά πάντα με τη συνοδία αυτών που θα τραγουδούν τις ιστορίες της. Πέντε ιστορίες έρωτα και θανάτου από την Τραβιάτα, την Μποέμ, τη Μανόν, τη Λουίζ και τον Μανδύα συνθέτουν μια βωβή σπονδυλωτή ταινία, η οποία παρουσιάζεται πάντα συνοδεία ζωντανής μουσικής.
Μιλάω με τον Βασίλη Λούρα. Είχε την ιδέα- αντλώντας έμπνευση από το παστίτσιο, μια καλλιτεχνική έκφραση που συναντάται στη μουσική ήδη από τον 18ο αιώνα και αναφέρεται στη δημιουργία ενός νέου μουσικού έργου με τη σύνθεση αποσπασμάτων διαφορετικών έργων, ενός ή και περισσότερων συνθετών. Έγραψε το σενάριο, ανέλαβε και την καλλιτεχνική επιμέλεια. Και μετά μαζί με τον Μχάλη Ασθενίδη την συνσκηνθέτησε. Αυτός αποφεύγει τους μεγάλους χαρακτηρισμούς. «Δεν το βλέπω ούτε ως μια νέα φόρμα ούτε ως ένα καλλιτεχνικό πείραμα», μου λέει. «Αυτό το project είναι στην λογική του cine-concert, ένα αρκετά διαδεδομένο είδος τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη. Το σημαντικό για εμάς είναι να επιτύχουμε την ακρίβεια και την ισορροπία που απαιτείται, ώστε το θέαμα στην οθόνη και το ζωντανό ακρόαμα να μοιάζουν σαν να είναι ένα αδιαίρετο σώμα».
Τον ρωτώ για το πιάνο και τις ζωντανές φωνές. Υπάρχει συναγωνισμός με την εικόνα; Υπάρχει κάποιο που καθοδηγεί το συναίσθημα του θεατή πιο καθαρά;
«Όπως και στην όπερα το θέαμα και το ακρόαμα ισορροπούν για να επιτευχθεί η απόλυτη απόλαυση» λέει, «έτσι και στη δική μας παραγωγή στόχος είναι να λειτουργούν μαζί με τρόπο οργανικό, ακριβή και αδιάσπαστο. Αυτή ήταν από την πρώτη στιγμή η λογική, αλλά και ο στόχος, να μην διασπάσουμε την ένωση θεάματος και ακροάματος της λυρικής τέχνης, αλλά στη θέση του σκηνικού θεάματος να δημιουργήσουμε ένα κινηματογραφικό θέαμα που θα συνομιλεί πάντα με τη ζωντανή ερμηνεία της μουσικής από λυρικούς τραγουδιστές, συνοδεία πιάνου.
Η κουβέντα μάς οδηγεί φυσικά και στο Παρίσι. Όχι επειδή είναι μία από τις πιο κινηματογραφημένες πόλεις του κόσμου, ή μια πόλη που ο ίδιος αγαπά πολύ, αλλά ίσως γιατί δύσκολα βρίσκεις άλλη πόλη που να έχει φιλοξενήσει τόσους μεγάλους οπερατικούς έρωτες. Τον ρωτάω γιατί το επέλεξε όχι τόσο ως σκηνικό, όσο ως πρωταγωνιστή.
«Η αλήθεια είναι ότι πολύ πριν από εμάς το Παρίσι το είχαν ήδη επιλέξει οι οι σπουδαίοι Γάλλοι και Ιταλοί συνθέτες και λιμπρετίστες του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα.», απαντά. «Εμάς μας οδήγησε εκεί η αγάπη για την όπερα, η εμμονή με τις λιγότερο γνωστές γειτονιές της πόλης, το δράμα της Μιμής και του Ροντόλφο, το σπίτι της Μαρίας Κάλλας στην Avenue Georges Mandel, η Μπελβίλ, οι κρύες σοφίτες, οι δραματικοί έρωτες, ο ουρανός και η μελαγχολία των βροχερών πρωινών της».
Όσο τον ακούω, σκέφτομαι πως τελικά δεν είναι οι όπερες που μεταφέρονται στο σήμερα. Είναι οι άνθρωποι που δεν άλλαξαν ποτέ τόσο όσο νομίζουμε. Οι ήρωες του Βέρντι και του Πουτσίνι συνεχίζουν να περπατούν στους ίδιους δρόμους, μόνο που τώρα κρατούν ένα κινητό στο χέρι αντί για ένα γράμμα. Του λέω πως πολλοί ίσως φοβούνται την όπερα, γιατί τη θεωρούν μια τέχνη που απευθύνεται μόνο σε όσους την ξέρουν ήδη. Αναρωτιέμαι αν αυτοί οι ήρωες μπορούν ακόμη να μιλήσουν σε κάποιον που δεν έχει δει ποτέ του μια παράσταση.
Χαμογελά σχεδόν πριν απαντήσει. «Οι ήρωες των σπουδαίων έργων που επιβιώνουν αιώνες μετά τη δημιουργία τους, επιβιώνουν γιατί είναι κλασικοί. Ο έρωτας, η προδοσία, η απόγνωση, η φτώχεια, ο θάνατος υπάρχουν και στο σημερινό Παρίσι όπως υπήρχαν και τότε. Οι άνθρωποι και σήμερα πεθαίνουν από την αρρώστια και τις ραγισμένες καρδιές, ερωτεύονται στις πιο σκληρές συνθήκες, οι νέοι αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα και δυστυχώς οι κοινωνικές νόρμες -όπως και τον 19ο έτσι και σήμερα- μπορεί να καταστρέψουν τους ανθρώπους. Γι’ αυτό πιστεύω ότι οι οπερατικές ιστορίες έχουν την δύναμη να μιλήσουν σε όλους».
Στην εποχή του TikTok και των σύντομων βίντεο, η όπερα χρειάζεται νέες αφηγηματικές γλώσσες για να επιβιώσει ή απλώς νέους τρόπους να συναντήσει το κοινό; Του θέτω το δίλημα. Απαντά. «Η όπερα είναι μια ζωντανή τέχνη που εξελίσσεται και αλλάζει μαζί με την εποχή μας. Η όπερα δεν είναι μουσειακό έκθεμα και δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από νέους τρόπους αφήγησης ή σκηνικής παρουσίασης. Από την άλλη ο μέσος χρήστης του TikTok που έχει συνηθίσει να βλέπει βίντεο μερικών δευτερολέπτων, θα πρέπει να πάρει τη συνειδητή απόφαση να κλείσει το κινητό του και να αφεθεί στη μαγεία μιας τέχνης που σου ζητάει να παραδοθείς, να εστιάσεις, να νιώσεις, να αφήσεις τον χρόνο της μουσικής να λειτουργήσει θεραπευτικά και να σε συγκινήσει».
Η περιοδεία του À Paris tous les deux έχει ξεκινήσει ήδη. Μετά την Σύρο θα ακολουθήσουν τα Ιωάννινα, οι Παξοί, η Τήνος, το Ηράκλειο, το Ρέθυμνο, τα Χανιά, η Σητεία, η Κέρκυρα, η Καλαμάτα, η Κομοτηνή, και η Σκιάθος. Θα ταξιδέψει σε πόλεις και νησιά όπου, για αρκετούς θεατές, αυτή ίσως να είναι η πρώτη συνάντηση με την όπερα. Δεν είναι μικρή πρόκληση. Ούτε για τους καλλιτέχνες ούτε για την ίδια την Εθνική Λυρική Σκηνή.
Ρωτώ τον Βασίλη Λούρα αν αυτή η συνθήκη γεννά περισσότερο άγχος ή περισσότερη ελευθερία. «Η ευθύνη είναι μεγάλη έτσι κι αλλιώς», μου λέει. «καθώς αυτό είναι ένα έργο που παρουσιάζεται από την Εθνική Λυρική Σκηνή, το μοναδικό λυρικό θέατρο της Ελλάδας. Από την πρώτη στιγμή που ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής μας Γιώργος Κουμεντάκης έδωσε την έγκρισή του για να γίνει και να ενταχθεί στο πρόγραμμα περιοδειών που υλοποιούνται με τη δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος ήταν απολύτως σαφές ότι θα έπρεπε να δουλέψουμε σκληρά και με συναίσθηση της ευθύνης, με στόχο να παραδώσουμε ένα έργο αντάξιο της φήμης της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Πράγματι η αγωνία μας θα μεγαλώνει ότι απευθυνόμαστε σε ένα κοινό που δεν έχει έρθει ξανά σε επαφή με την όπερα, γιατί δεν θέλουμε απλώς να μην τους κάνουμε να βαρεθούν. Θέλουμε να φύγουν έχοντας την περιέργεια να την ανακαλύψουν. Να θελήσουν να τη γνωρίσουν και, γιατί όχι, να την αγαπήσουν»
Αυτή η φράση επιστρέφει μέσα μου αρκετή ώρα μετά τη συζήτηση. «Να θελήσουν να την αγαπήσουν». Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό διακύβευμα. Όχι να αποδείξεις ότι η όπερα μπορεί να γίνει πιο σύγχρονη, αλλά να δημιουργήσεις την πρώτη σπίθα για κάποιον που μέχρι χθες πίστευε πως αυτή η τέχνη δεν τον αφορά.
Τον ρωτώ ποια θα ήταν, για εκείνον, η μεγαλύτερη επιτυχία αυτού του εγχειρήματος. «Αν έστω κι ένας θεατής γυρίσει σπίτι του» λέει, «και αναζητήσει στο YouTube το Addio del passato με τη Μαρία Κάλλας, θα είναι μια σπουδαία νίκη. Κι αν μετά θελήσει να δει ολόκληρη την Τραβιάτα, τότε θα είναι η μεγαλύτερη επιβράβευση για όλους μας.»
Του ζητώ να πείσει κάποιον που εξακολουθεί να πιστεύει ότι «η όπερα δεν είναι για μένα» να δώσει μια ευκαιρία στο À Paris tous les deux. Χαμογελά.«Να αφήσει τον εαυτό του ελεύθερο να ερωτευτεί και να συγκινηθεί με τη μουσική που θα ακούσει και τις ιστορίες που θα δει, στο ανεπανάληπτο φυσικό σκηνικό του Παρισιού.»
Ξαναφέρνω στο μυαλό μου την σχεδόν αρχέτυπη, συμβολική εικόνα της Fanny Ardant. Το ήχο του βαδίσματος της. Τη χροιά της φωνή της. Την διάχυτη κομψότητα στην κίνηση. Δεν μπορώ να μη ρωτήσω πως «προσγειώθηκε» αυτός ο γαλαξίας στον πλανήτη του À Paris tous les deux. «Νομίζω δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί μια κινηματογραφική ηθοποιό που να είναι τόσο συνδεδεμένη με την όπερα» λέει, «αλλά και με το Παρίσι. Εκτός από τις δύο σκηνοθεσίες όπερας που έχει υπογράψει στην Εθνική Λυρική Σκηνή, η Αρντάν είναι η μοναδική ηθοποιός που έχει ενσαρκώσει τόσο πειστικά τη Μαρία Κάλλας, τόσο στην ταινία Callas Fovever του Ζεφιρέλι, όσο και στο θεατρικό Master Class του McNally. Είμαστε πολύ ευτυχείς που δέχτηκε αφιλοκερδώς να συμμετέχει και να μας προσφέρει μια απρόσμενη εμπειρία και ένα μάθημα σεμνότητας και εργατικότητας, στα γυρίσματά της»
Ξαναφέρνω στο μυαλό μου όμως και εκείνη την πρώτη εικόνα που έγινε αφίσα και εκρόσωπος. Τη γυναίκα στο δωμάτιο του σπιτιού της. Την ταράτσα. Τον ουρανό πάνω από το Παρίσι. Ίσως γιατί εκεί κρύβεται όλη η ουσία αυτής της παραγωγής. Δεν προσπαθεί να μεταμορφώσει την όπερα σε κάτι άλλο. Της δίνει έναν διαφορετικό τρόπο να φτάσει μέχρι τον θεατή, χωρίς να χάσει ούτε μια νότα από τη συγκίνησή της.
Τα σημεία στα οποία το πρόγραμμα «Η Λυρική ταξιδεύει στην Ελλάδα» βρήκε ή θα βρεί απάγιο.
κ• 19 Ιουλίου | 20.00 – Ιωάννινα, Αίθουσα Πολιτιστικού Πολυχώρου «Δημήτρης Χατζής» (Παλαιά Σφαγεία)
Κινηματογραφική όπερα παστίτσιο
À Paris tous les deux
Μια συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με το Théâtre du Châtelet (Παρίσι)
Ιδέα, σενάριο, καλλιτεχνική επιμέλεια: Βασίλης Λούρας
Σκηνοθεσία ταινίας: Μιχάλης Ασθενίδης, Βασίλης Λούρας
Παραγωγός: Στέλλα Αγγελέτου
Χορογραφία, κινησιολογία: Γιώργος Μάτσκαρης
Ερμηνεύουν ζωντανά: Χρύσα Μαλιαμάνη (υψίφωνος), Άννα Στυλιανάκη (υψίφωνος), Μάνος Κοκκώνης (τενόρος)
Πιάνο: Μαριλένα Σουρή (16, 31/7 & 12, 14, 17, 19/9) / Χρήστος Σακελλαρίδης (19, 22/7 & 3, 5, 7, 9/9)
Διανομή ταινίας:
Μιμή: Κωνσταντίνα Μεσσήνη • Ροντόλφο: Louis Raymundie • Μανόν: Lio Long • Ντε Γκριέ: Luca Manin • Λουίζ: Πάτρα Χριστοδουλίδου • Ζουλιάν: Γιώργος Δερέσκος • Βιολέττα: Catalina Puebla Coenen • Αλφρέντο: Gaudéric Maléjac • Μουζέττα: Léna Allibert-My • Τζωρτζέττα: Séléna Bijlenga-Kelmachter • Λουίτζι: Julien Spitéri
Special guest: Fanny Ardant (αφιλοκερδής συμμετοχή)
Είσοδος ελεύθερη. Πληροφορίες για προκρατήσεις, στους χώρους παρουσίασης.