Οι Chickn ζουν για το momentum και το πρώτο τους άλμπουμ το αποδεικνύει

Η πρώτη σας μεγάλη συναυλία ως headliners στο Gagarin. Υπάρχει νευρικότητα; Η συνηθισμένη που υπάρχει πάντα πριν από κάποιο live. Επειδή κάθε φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά (setlist, κάποιοι μουσικοί, οι αυτοσχεδιασμοί) είναι λογικό και κάθε φορά να υπάρχει κάποια νευρικότητα. Τώρα που η σκηνή είναι μεγαλύτερη, λογικά είναι λίγο μεγαλύτερη και η νευρικότητα.

Όλοι σας ξεχωριστά έχετε ξαναπαίξει σε μεγάλες σκηνές, με διαφορετικά σχήματα στο παρελθόν. Όταν βρεθήκατε με αυτό το σχήμα όμως στο Gagarin, ως support συγκρότημα στο live των Budos Band, αισθανθήκατε ότι λειτουργείτε καλύτερα στη μεγάλη σκηνή ή στα μικρά κλαμπ; Ο κάθε χώρος έχει διαφορετικές προκλήσεις. Και το θέμα είναι πώς θα μπορέσεις να διαχειριστείς το οτιδήποτε εκείνη τη δεδομένη στιγμή.

Αναφέρομαι κυρίως στο συναίσθημα και όχι στην τεχνική πλευρά… Γενικά όλοι μας αγαπάμε πολύ τα live σε μικρούς χώρους, βρώμικους και ζεστούς, κυρίως γιατί μας δημιουργούν μια ασφάλεια. Επειδή έχουμε γαλουχηθεί σε μικρές σκηνές κι έχουμε υπάρξει εκεί περισσότερο, όχι μόνο ως μουσικοί αλλά και ως ακροατές, σίγουρα οι μικροί χώροι βγάζουν κάτι μαγικό. Από την άλλη, ένας μεγάλος χώρος σε βοηθάει σίγουρα πολύ σε επίπεδο σόου. Μπορεί να έχεις ένα πιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Υπάρχει βέβαια πάντα μια φοβία, ακριβώς επειδή δεν είμαστε εξοικειωμένοι με τους μεγάλους χώρους, λίγα λεπτά πριν βγούμε στη σκηνή. Κρατάει όμως πολύ λίγο αυτή η φοβία.

Είστε μεγάλοι λάτρεις του τζαμαρίσματος, σας αρέσει να αυτοσχεδιάζετε συνεχώς και γι’ αυτό κανένα λάιβ σας δεν είναι ίδιο με άλλο. Το αυθόρμητο μπορεί να γίνει και δίκοπο μαχαίρι; Κάποιο βράδυ ας πούμε να μη συντονίζονται τα χνώτα σας με τίποτα; Να μην επικοινωνείτε; Σας έχει συμβεί κάτι τέτοιο; Γενικά το να τζαμάρεις άνευ όρων είναι λίγο δίκοπο μαχαίρι. Επειδή κινδυνεύεις να μείνεις χωρίς τραγούδια. Προσωπικά δεν μπορώ να ακούσω πλέον αυτοσχεδιασμούς χωρίς να υπάρχει από πίσω ένα κομμάτι, μια βάση μουσικής φόρμας. Υπάρχουν μπάντες που παίζουν psych, garage, punk, δίνοντας βάση περισσότερο στην πόζα και λιγότερο στη μουσική. Αυτό το βαριέμαι αφόρητα. Νομίζω σε πολλούς μουσικούς συμβαίνει αυτό, όσο ακούς μουσική κι ανακαλύπτεις πολλά πράγματα, κάποια στιγμή παύει να σε ενδιαφέρει ένα τζαμάρισμα χωρίς κατεύθυνση. Όταν αυτοσχεδιάζεις, πρέπει να δημιουργείς μια συνθήκη κι αυτό συνήθως συμβαίνει μαγικά. Πιστεύω ότι εμείς ήμασταν τυχεροί και το βρήκαμε αυτό από την πρώτη πρόβα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Γενικά αυτό που χρειάζεται είναι ετοιμότητα και διαίσθηση ώστε να μπορέσεις να το εντοπίσεις όταν συμβαίνει και φυσικά να μπορέσεις να ξαναφέρεις τον εαυτό σου σε αντίστοιχο state of mind. Το τζαμάρισμα λοιπόν είναι ένα πείραμα κι ένα πείραμα μπορεί και να αποτύχει.

Μα έτσι κι αλλιώς η αποτυχία είναι αυτή που σε πάει μπροστά… Ακριβώς. Αν για παράδειγμα δεν έχω κάνει αρκετά λάθη σε ένα live, σημαίνει ότι δεν έχω πουσάρει τον εαυτό μου. Από ένα live που είναι όλα άψογα, συνήθως δεν είμαι ικανοποιημένος μετά. Είναι καλό, και σε ατομικό και σε ομαδικό αλλά και σε μουσικό επίπεδο, να βγαίνουμε από την ασφαλή μας ζώνη. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει πρόοδος. Αυτό λοιπόν που μας έχει συμβεί κάποιες φορές, είναι να κάνουμε ένα πείραμα το οποίο δεν μας βγήκε και τόσο καλά. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ο μηχανισμός να το φέρουμε πάλι εκεί που θέλουμε. Ακόμη και σε επίπεδο στούντιο, μπορώ να σου πω ότι προτιμώ να ακούσω ένα ριψοκίνδυνο δίσκο που απέτυχε παρά ένα άψογο, βαρετό αποτέλεσμα.


Έχετε ονομάσει τη μουσική που παίζετε, Jeitztzeit Rock. Το οποίο, όπως έχετε πει, δανειζόμενοι στοιχεία της μαρξιστικής φιλοσοφίας, σημαίνει «η επανεφεύρεση του εαυτού μέσα από τη ροκ μουσική». Πιστεύεις ότι μια Chicknism-ική εμπειρία μπορεί να προκαλέσει κάτι τέτοιο στο κοινό ή ουσιαστικά ο στόχος είναι ο ίδιος σας ο εαυτός; Τον πρώτο καιρό που δημιουργήθηκε η μπάντα, προσπαθούσαμε να ερμηνεύσουμε τι σημαίνει chicknism για τον καθένα από εμάς. Διαπιστώσαμε λοιπόν ότι υπήρχε μια διαδικασία εσωτερικής αναζήτησης σε λούπα που αφού έκανε τον κύκλο της, τότε προσπαθούσαμε να τη μεταδώσουμε στον κόσμο. Μια εσωστρέφεια που εν τέλει γινόταν εξωστρέφεια. Μας ενδιαφέρει η εμπειρία του ακροάματος. Το να προετοιμάζεσαι ψυχολογικά ημέρες πριν πας σε ένα live και να το βιώνεις σαν ένα γενικό σύνολο και όχι μόνο μουσικά. Και στο τέλος να μένει μέσα σου, όχι απλώς σαν μια ακόμη συναυλία ή σαν ένα κοινωνικό event αλλά, σαν ένα σύνολο καταστάσεων. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει σπάνια πλέον. Και έχει να κάνει με έναν βομβαρδισμό πληροφορίας που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια και μας οδηγεί στην αποσημαντικοποίηση. Τα πράγματα συμβαίνουν αλλά δεν έχουν μεγάλη σημασία. Δεν σε επηρεάζουν το ίδιο, δεν τα νιώθεις τόσο έντονα πια.

Αυτό πλέον το παρατηρούμε γενικά σε κάθε επίπεδο… Ακριβώς, δεν αναφέρομαι μόνο στη μουσική αλλά σε κάθε πτυχή της ζωής. Παλιότερα ας πούμε όταν ετοιμαζόταν ένα live, καθόταν όλη η μπάντα, ετοίμαζε αφίσες, κυκλοφορούσε το νέο από στόμα σε στόμα, υπήρχε μια άλλη διαδικασία που σε έκανε να το βιώνεις αλλιώς. Τώρα δεν είναι έτσι γι’ αυτό θέλουμε το κάθε live μας να είναι μια συνολική εμπειρία.

Το να παίζεις ως μουσικός του δρόμου είναι η απόλυτη εμπειρία. Σε σχέση με όσα έχω ζήσει μέχρι σήμερα, δε συγκρίνεται με τίποτε άλλο. Πρέπει να κάνεις κάποιον να σταματήσει για να σε ακούσει. Είσαι γυμνός και μόνο αν παίξεις καλά θα βγάλεις μεροκάματο.

Κάποιοι θα σκεφτούν ότι το να δημιουργείτε δικούς σας μουσικούς όρους είναι απλώς ένα στοιχείο εντυπωσιασμού… Θα κάνω το συνήγορο του διαβόλου στον εαυτό μου. Το μεγαλύτερο κλισέ που θα διαβάσεις σε συνεντεύξεις συγκροτημάτων είναι η φράση: «Η μουσική δεν μπαίνει σε ταμπέλες, παίζουμε κάτι πολύ δικό μας και δεν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε αλλά κάνουμε ένα σαμπλάρισμα από τρία-τέσσερα είδη». Ναι, κι εμείς το ίδιο κάνουμε. Σαφώς και είναι ένα στοιχείο εντυπωσιασμού να θέλεις να ονομάσεις αυτό που παίζεις με δικό σου όρο αλλά το αν όντως αυτό που παίζουμε είναι τόσο ιδιαίτερο ώστε να θέλει έναν νέο όρο, αυτό θα φανεί με το πέρασμα του χρόνου. Δεν μπορώ να στο πω τώρα. Θα ήταν υποκριτικό πάντως να σου πω ότι δεν είναι στοιχείο εντυπωσιασμού.

Όταν μιλούσαμε νωρίτερα, ανέφερες ότι όταν ήρθες στην Αθήνα από την Κω -όπου και μεγάλωσες-, κάποια στιγμή και για ένα διάστημα, υπήρξες busker boy (μουσικός του δρόμου), στο Μοναστηράκι. Πες μου κι άλλα γι’ αυτό… Είναι η απόλυτη εμπειρία. Εντάξει, δεν έχω παίξει στο Coachella για να σου πω αν εκείνη η εμπειρία είναι καλύτερη αλλά σε σχέση με όσα έχω ζήσει μέχρι σήμερα, αυτό δε συγκρίνεται με τίποτε άλλο. Είναι η απόλυτη έκθεση εαυτού. Πρέπει να κερδίσεις τον κόσμο τη στιγμή εκείνη και να κάνεις κάποιον να σταματήσει για να σε ακούσει. Είσαι γυμνός και μόνο αν παίξεις καλά θα βγάλεις μεροκάματο και θα έρθουν ξανά να σε ακούσουν.

Θα το έκανες ξανά στο μέλλον; Στο άμεσο μέλλον όχι, γιατί είναι κάτι πολύ κουραστικό. Πέρα από την πολύωρη δουλειά έξω, υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες. Μου έχει συμβεί να κυνηγάνε μπροστά μου κόσμο Χρυσαυγίτες, να με κυνηγά η αστυνομία, να μου κλέψουν τα λεφτά που έχω μαζέψει. Επίσης κάθε λεπτό, κάθε ώρα, κάθε ημέρα, κάθε μήνα, κάθε χρόνο, σε κοιτούν εκατοντάδες, χιλιάδες μάτια και ρουφούν την ενέργειά σου. Δεν είναι εύκολο. Αλλά σε βοηθάει σαν μουσικό. Είμαι σε θέση να το ξανακάνω αλλά όχι στο άμεσο μέλλον.

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το πρώτο σας άλμπουμ. Κάποια από τα κομμάτια ξεπερνούν τα πέντε λεπτά σε διάρκεια. Άκουσα σχόλια που λένε ότι αυτό από μόνο του καθιστά το άλμπουμ δύσκολο εμπορικά. Έχω τους λόγους μου να μη συμφωνώ με αυτά τα σχόλια αλλά θέλω να ακούσω τη δική σου άποψη… Αφενός ποιος είναι εμπορικός στη χώρα μας; Ποιος πουλάει; Ποιος ζει από αυτό; Αναφέρομαι στις δικές μας μουσικές τάξεις. Ας απελευθερωθούμε λοιπόν από αυτόν τον βραχνά. Τίποτα δεν είναι εμπορικό.

Ας πούμε, λοιπόν, εύπεπτο… Εύπεπτο δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτό που παίζουμε, παρ’ όλα αυτά, δεν είναι δυσνόητο. Δεν μας ενδιαφέρει να κάνουμε κάτι το οποίο δεν θα καταλάβει κανείς, ούτε χρειάζεται κάποιο manual για να το ακούσεις. Αυτό που πιστεύω, είναι ότι πρόκειται για μία τροφή που δεν είναι μασημένη -η εύπεπτη τροφή είναι μασημένη τροφή- και καλείται ο κάθε ακροατής να το περάσει μέσα από τα δικά του φίλτρα και μέσα από τη δική του διαδικασία να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Δεν είναι λοιπόν εύπεπτος δίσκος αλλά από την άλλη δεν είναι ένας δίσκος που έχει ως άξονα το δήθεν και το ακατανόητο.

Υπάρχει το Chikenism που είναι μια θρησκευτική αίρεση στην οποία λατρεύουν το κοτόπουλο… (Γουρλώνει μάτια, μπαίνει στο google). Τι; Πού; The Church of Chickenism? Πωωωω, πες μου ότι έχουν τυπώσει μπλουζάκια.

Χαχα, δεν έχω ιδέα… Καλά, φανταστικό. Λοιπόν, άκου, όταν πρωτογράψαμε το πρώτο μας σινγκλ, σκεφτόμασταν πού να το στείλουμε να το ακούσουν και είχαμε βρει ένα γκρουπ στο facebook που λέγεται: «Αγαπάμε την κότα». Ήμασταν δηλαδή μέλη ο καθένας μας εκεί, πριν γνωριστούμε μεταξύ μας. Και λέμε «ωραία, δεν υπάρχει καλύτερο target group από αυτό, είναι σαν να έχουμε έτοιμο φαν κλαμπ». Έγραψα λοιπόν ένα μανιφέστο που έλεγε στο περίπου: «Τώρα έχετε τη μουσική σας, τώρα είμαστε εμείς κοντά σας κτλ.» και οι πρώτοι μας fans, οι οποίοι μας ακούν μέχρι και σήμερα, ήταν μέσα από αυτό το γκρουπ. Καλά μη φανταστείς, τρεις-τέσσερις είναι αλλά είναι οι πρώτοι που μας μίλησαν.

Χαχαχα, νομίζω ήταν η καλύτερη κίνηση. Γενικά μετά από όλο αυτό μάλλον δεν θα ξαναφάω κοτόπουλο, το βλέπω τελείως διαφορετικά πλέον. Λοιπόν, δεν ξέρω τι μουσική ακούνε οι τύποι της θρησκευτικής αίρεσης όταν δοξάζουν τα κοτόπουλα και κάνουν θυσίες με ένα λαστιχένιο κοτόπουλο αλλά με ενδιαφέρει πολύ να μάθω τι μουσική ακούτε εσείς και πώς διαμορφώθηκε ο ήχος σας; Έχουμε πολύ ετερόκλητα ακούσματα. Ο Βαγγέλης ας πούμε μεγάλωσε με Nirvana. Εγώ πρώτη φορά άκουσα Nirvana προσεκτικά, πριν τρία χρόνια. Ο Παντελής έχει μεγαλώσει με Black Sabbath και Led Zeppelin. Εγώ πάλι μεγάλωσα με White Stripes, ΜΟΝΟ. Θέλω να πω ότι είχα μεγάλη εμμονή.


Περίμενα να μου πεις ότι μεγάλωσες με Frank Zappa. Αργότερα άκουσα και Frank Zappa και τώρα πλέον δηλώνω μεγάλος φαν. Είμαι και στο φαν κλαμπ του στην Ελλάδα και θα πάμε στη Σικελία, τη γενέτειρά του εκδρομή. Πρώτα κόλλησα με Captain Beefheart και μετά με Zappa. Γενικά είμαι και φανατικός συλλέκτης bootleg κυκλοφοριών, σπάνιων ηχογραφήσεων κτλ. Όλοι μας ακούμε διαφορετικά πράγματα, αλλά αυτό είναι και το ωραίο. Όταν ας πούμε αποφασίζουμε να κάνουμε μία διασκευή, που γενικά μας αρέσει πολύ αυτό, τυχαίνει πολλές φορές να σκεφτούμε να διασκευάσουμε το ίδιο κομμάτι αλλά ο καθένας έχει κάτι διαφορετικό στο μυαλό του σαν εκτέλεση και αυτό, πιστεύω, ότι μας πάει μπροστά μουσικά. Μας σπρώχνει να βρούμε τα κοινά σημεία αναφοράς.

Από τη μία μπορεί κάποιος να σκεφτεί ότι σας διέπει μια μορφή μουσικής αναρχίας από την άλλη διακρίνω ότι υπάρχει απόλυτη συγκέντρωση σε αυτό που κάνετε. Επίσης, ενώ όλοι σας είστε χαμηλών τόνων άνθρωποι, στη σκηνή μεταμορφώνεστε. Κυρίως εσύ. Και ξαφνικά δημιουργείται μια ευφορική, διονυσιακή κατάσταση ανάμεσα στη μπάντα και το κοινό. Η σκηνή απαιτεί τελικά να παίζουμε ρόλους ή απλώς ξεδιπλώνει στοιχεία του εαυτού μας που στην καθημερινότητα κρύβουμε; Είναι η μάσκα που χρειαζόμαστε για να είμαστε αληθινοί, όπως έλεγε και ο Όσκαρ Γουάιλντ; Δεν είναι ακριβώς κόντρα ρόλος. Θα μιλήσω για εμένα και θα σου πω ότι εγώ προσωπικά και στη ζωή μου δεν μπορώ να βγάλω κάτι το οποίο καταπιέζω στη σκηνή. Η περσόνα δηλαδή που βγάζω στο live δεν είναι ακριβώς το alter ego μου, δεν είναι κάτι που θα ήμουν σε μία άλλη ζωή. Άνθρωποι που με έχουν ζήσει πολύ, μπορούν να καταλάβουν ότι είμαι αυτός και αυτός ο τύπος.

Πάντως κάποιος που θα έρθει στο Syd Records να σε γνωρίσει, δεν θα σκεφτεί ότι είσαι ο ίδιος άνθρωπος που βλέπει στη σκηνή… Αυτό είναι αλήθεια. Έχει τύχει να μπουν στο δισκάδικο κάποιοι και να μιλάνε για τους Chickn χωρίς να ξέρουν ότι είμαι μέλος της μπάντας. Σίγουρα υπάρχει μια κάποια μεταμόρφωση και εδώ κολλάει πάλι το κομμάτι της επανεφεύρεσης του εαυτού αλλά ό,τι συμβαίνει στον καθένα μας επάνω στη σκηνή, πραγματικά δεν είναι κόντρα στον χαρακτήρα του. Αυτό που πάντα θέλουμε είναι να φτάνουμε στα άκρα επάνω στη σκηνή και ίσως είναι και αυτό που προκαλεί τη μέθεξη με το κοινό στην οποία αναφέρεσαι και την ευφορία.

Ποιος είναι εμπορικός στη χώρα μας; Ποιος πουλάει; Ποιος ζει από αυτό; Ας απελευθερωθούμε λοιπόν από αυτόν τον βραχνά. Τίποτα δεν είναι εμπορικό.

Συνηθίζετε να μην έχετε συγκεκριμένη σύνθεση μουσικών σε κάθε live. Μπορεί να είστε οι βασικοί τρεις αλλά μπορεί να είστε και παραπάνω. Αν μπορούσατε να διαλέξετε έναν μουσικό να τζαμάρει μαζί σας στη σκηνή, ποιος θα ήταν αυτός; Ξέρεις ότι μπορώ να μείνω εδώ τρεις ώρες και να γράφω-σβήνω. Αν μου το αφήσεις έτσι θα σου πω αυθόρμητα Jack White ασχέτως αν συμβαδίζει με αυτό που παίζουμε ή όχι, επειδή έχω το θέμα μου μαζί του, αλλά αν μου το περιορίσεις μπορεί να με βοηθήσεις. Ζωντανό ή νεκρό; Ξένο ή Έλληνα;

Αφού μου είπες ήδη τον Jack White αυθορμήτως, ας σε περιορίσω σε ζωντανό Έλληνα. Με τον Δημήτρη Παπαδάτο. Προσπαθώντας να κάνω μια αναλογία με την μπάντα και επειδή έχει ένα μεγάλο εύρος στις δουλειές που έχει κάνει και είναι όλες αξιοζήλευτα επιτυχημένες, θα με ενδιέφερε πολύ.

Μιας και έχεις αναφερθεί τόσο πολύ στον Jack White, ήσουν σε εκείνο το περίφημο live των White Stripes που κόπηκε απότομα; Πώς ένιωσες που τέλειωσε έτσι; Τσαντίστηκες; Πήρα αεροπλάνο από την Κω, ήρθα, είδα 18 λεπτά συναυλίας, διαλύθηκα και μετά τελείωσε και μπήκα το πρωί σε άλλο αεροπλάνο και γύρισα πίσω και δεν έχω να πω τίποτε άλλο γι’ αυτό. Είμαι μαζί του. Ας ήταν μόνο τόσο, ήταν συγκλονιστικό. Με διέλυσε. Δεν με νοιάζει που τελείωσε έτσι.

Θυμάμαι σε ένα φεστιβάλ στο Ρομάντσο, είχατε βγει στη σκηνή, παίξατε δύο ή τρία κομμάτια και κατεβήκατε. Έμαθα ότι αργότερα, στο τέλος της βραδιάς, ξαναβγήκαν κάποιοι από εσάς με κάποια άλλη μπάντα και παίξατε πάλι, εκτός προγράμματος. Τι είχε συμβεί; Τι μπορεί σας κάνει να κατεβείτε από τη σκηνή αναπάντεχα; Ναι, ανεβήκαμε ξανά αργότερα, με τους Baby Guru. Αλλά εκείνο το βράδυ δε συνέβη κάτι. Απλώς αισθανθήκαμε ότι φτάσαμε στο τέλος. Δεν χάλασε δηλαδή κάτι μεταξύ μας.


Σε εμάς βέβαια που περιμέναμε να σας δούμε περισσότερη ώρα, κάτι χάλασε. Υπήρξε μια στιγμή που νιώσαμε ότι φτάσαμε σε ένα peak και ότι το ζητούμενο το είχαμε δώσει.

Αυτό το πράγμα όμως, το κοινό μπορεί να μην το αντιλαμβάνεται και να νιώσει αδειασμένο εκείνη τη στιγμή… Αν φτάσεις στο peak της ορμής σου, στο momentum, υπάρχει ένα σοβαρό ενδεχόμενο να το χάσεις μετά και το αποτέλεσμα να μην είναι καλό. Οπότε τη στιγμή που νιώσαμε ότι το πιάσαμε, συμφωνήσαμε με τα μάτια και κατεβήκαμε.

Αν το νιώσετε αυτό στο Gagarin τι θα κάνετε; Θα κατεβείτε στα 20 λεπτά; Πλέον έχουμε την πείρα να το διαχειριστούμε αυτό.

Άρα είναι θέμα πείρας και πλέον καταλαβαίνεις ότι όταν είσαι πάνω σε μία σκηνή με τον κόσμο από κάτω ζεστό, καλό είναι να μη συμβαίνει κάτι τέτοιο… Ανάλογα με τις συνθήκες. Στο Gagarin παρουσιάζουμε το δίσκο μας και θα είναι ένα live που δεν έχεις ξαναδεί από εμάς και που δεν θα ξαναδείς. Υπάρχουν δηλαδή κομμάτια που θα παίξουμε για πρώτη φορά και κομμάτια που αποφασίσαμε ότι μετά το Gagarin δεν θα τα ξαναπαίξουμε. Οπότε όπως καταλαβαίνεις το ζητούμενο είναι να φτάσουμε στο πικ παρουσιάζοντας το δίσκο μας και που θα είναι ένα one off live.

Θα παίξετε διασκευές στο Gagarin; Βέβαια. Πάνω από δύο. Αλλά δεν λέω άλλα. Θα τα ακούσεις εκεί.

Θα με σκάσεις ε; Τελικά τα κάνετε όλα αυτά για τις γκρούπις; Δεν είναι καθόλου ροκενρόλ αυτό που θα πω αλλά… σίγουρα όχι.

Οι Chickn είναι οι: Άγγελος Κράλλης (φωνή, στίχοι, ηλεκτρικές-ακουστικές-resonator κιθάρες, ηλεκτρικό sitar, λαούτο, synthesizers, τσαμπούνα, στάμνες, drum machine, steel drum), Ευάγγελος Ασλανίδης (τύμπανα, κρουστά, djembe, νταρμπούκα, μπεντίρ), Παντελής Καρασεβδάς (τύμπανα, κρουστά, congas, djembe)

Μουσικοί που συμμετέχουν στο άλμπουμ: Sir Kosmiche (μπάσο), Κωνσταντίνος Πρωτόπαππας (ηλεκτρική κιθάρα), Χάρης Νείλας (νταρμπούκα, congas, cowbell), Αντρέας Κιλτσικσής (ούτι, αμανές), Prins Obi (συμπληρωματικά πλήκτρα και φωνές) και King Elephant (σαξόφωνο), Νίκος Τριανταφύλλου και Ηρακλής Βλαχάκης (ηχοληψία).

Οι Chickn παρουσιάζουν το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ τους, που κυκλοφορεί από την Inner Ear στο Gagarin 205 την Πέμπτη 24 Νοεμβρίου, στις 21.00. Είσοδος 8€ προπώληση, 10€ ταμείο. Σημεία προπώλησης: viva.gr, τηλεφωνικά στο: 11876, Ευριπίδης, σε όλα τα καταστήματα Public, Seven Spots, Reload και Syd Records (Πρωτογένους 13 Ψυρρή).
Αντιγόνη Πάντα-Χαρβά

Share
Published by
Αντιγόνη Πάντα-Χαρβά