Categories: ΜΟΥΣΙΚΗ

Η ιδιοφυία του Ben Frost και τα συνθεσάιζερ του Chris Clark

Στα τέλη Αυγούστου ο Ben Frost ανέβασε στο bandcamp του τέσσερα απ’τα αρκετά soundtrack που έχει υπογράψει τα τελευταία χρόνια. Το καθένα απ’αυτά αποτελεί σημαντική προσθήκη στην ήδη πλούσια δισκογραφία ενός απ’τους σημαντικότερους συνθέτες, πειραματιστές, παραγωγούς των ημερών μας, ο οποίος για δίσκους όπως τα Theory of Machines και By The Throat έχει δικαιωματικά κερδίσει μια θέση δίπλα σε ονόματα όπως ο Tim Hecker, Fennesz αλλά και Swans.

Με τους τελευταίους έχει άλλωστε μια δηλωμένη σχέση αγάπης απ’τις μέρες του Theory of Machines ενώ αυτή την περίοδο η σχέση του με τους Swans πάει ακόμα παραπέρα, αφού ο πολυαναμενόμενος καινούργιος δίσκος του, γίνεται με τον Thor Harris (ο “βίκινγκ” της μπάντας, για όσους έχουν παρακολουθήσει τις πρόσφατες συναυλίες τους) να αναλαμβάνει ρόλο συμπαραγωγού και να γράφει στο twitter ότι πρόκειται για το σπουδαιότερο δίσκο της σύγχρονης εποχής. Πέρα από τις υπερβολές όμως, ο Frost μοιάζει να κουβαλάει στο μυαλό του μια βίαιη συνάντηση του Arvo Part με το μέταλ που σχολιάζει ο Καραμπεάζης στη στήλη του, Rumore Bianco.

Η πιο πλήρης από τις τέσσερις αυτές κυκλοφορίες είναι το Far, η μουσική δηλαδή που έφτιαξε το 2010 για την ομώνυμη παράσταση της χορευτικής ομάδας Random Dance του Wayne McGregor. Ακόμα και χωρίς τις χορευτικές εικόνες της παράστασης, η μουσική του Frost ισορροπεί για άλλη μια φορά υποδειγματικά μεταξύ της (νέο) κλασσικής μουσικής και του hardcore, με τα φωνητικά να παίζουν σημαντικό ρόλο για πρώτη φορά στην δισκογραφία του.

Ο Ben Frost έχει δικαιωματικά κερδίσει μια θέση δίπλα σε ονόματα όπως ο Tim Hecker, Fennesz αλλά και Swans.

Το σάουντρακ του Sleeping Beauty της Julia Leigh, είναι μια μάλλον εύκολη δουλειά για τα δεδομένα του Frost, αλλά με τις ατμόσφαιρες που έχει δημιουργήσει εδώ δικαιολογεί τους ισχυρισμούς περί ηχητική συγγένειας και συνθετικής ποιότητας με τον «πολύ» Tim Hecker. Πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το Invisibles, το σάουντρακ δηλαδή της ταινίας μικρού μήκους των Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ και Μαρκ Σίλβερ. Εδώ η μουσική βασίζεται στο prepared piano που μάθαμε καλά τα τελευταία χρόνια χάρις στις πρώτες κυκλοφορίες του Hauschka αλλά αποτελεί και τρανή απόδειξη ότι το φλερτ του με το θόρυβο δεν γίνεται ελλείψει συνθετικών γνώσεων.

Το υλικό του Invisibles δεν θα το “χάριζε” εύκολα κανείς διάσημος συνθέτης κινηματογράφου σε μια ταινία που, παρόλη την εμπλοκή της Διεθνούς Αμνηστίας στο project, δεν προοριζόταν για τις μεγάλες κινηματογραφικές αίθουσες. Τέλος, το Black Marrow κλείνει αυτόν τον ιδιότυπο κύκλο κυκλοφοριών φανερώνοντας και το τελευταίο απ’τα μουσικά προσωπεία του Φροστ.

Η μουσική εδώ (για την ομώνυμη παράσταση της χορευτικής ομάδας Chunky Move) βασίζεται αποκλειστικά στο θόρυβο και στις συχνότητες και προφανώς δεν αποτελεί εύκολο άκουσμα. Συνολικά όμως, ακόμα κι αν έχετε προσπεράσει όλες τις προηγούμενες του δουλειές, αυτές οι τέσσερις ψηφιακές κυκλοφορίες επαρκούν για να κατανοηθεί το μέγεθος του Μπεν Φροστ.

Από τη μόδα των αναλογικών συνθεσάιζερ που χαρακτήρισε μουσικά τα τελευταία χρόνια (κι ειδικότερα το 2012), το Iradelphic του Clark αποτελεί δίσκο-παρακαταθήκη της σκηνής. Ο Clark είναι απ’τα παλιά και μεγάλα χαρτιά της Warp και η δισκογραφία του αποτελεί κατά κάποιο τρόπο ένα μικρό αίνιγμα εξαιτίας της μανίας του με το IDM που μπορεί να τον οδήγησε μερικές φορές σε αριστουργήματα (π.χ. το Body Riddle του 2006) αλλά δεν απέφυγε και μεγάλες βλακείες όπως το Clarence Park του 2001.

Η τολμηρή αλλαγή του ήχου του στο Iradelphic είναι ο σωστός ορισμός μουσικής γενναιότητας κι όχι το να καλέσεις τον Μπόουι να κάνει φωνητικά και τον Τζέιμς Μέρφι να αναλάβει την παραγωγή. Αυτό λέγεται “συνταγή εγγυημένης επιτυχίας” κι ας είμαι απ’αυτούς που εγκρίνουν το πασίγνωστο πια τραγούδι που έχουμε ήδη συζητήσει στην Popaganda.

Μια καλή αφορμή να τον ξαναθυμηθούμε αποτελεί αρχικά το Iradelphic Sessions που μπορείτε να κατεβάσετε ελεύθερα από εδώ. Με μια πρώτη ακρόαση των έξι κομματιών που περίσσεψαν απ’τον ολοκληρωμένο δίσκο μπορείς να μαντέψεις με σιγουριά ότι ο Clark έκοψε τις πιο “εύκολες” συνθέσεις, αυτές που δεν είχαν έντονο το ίχνος του πειραματισμού αν και το As The Circle Closes μπορώ να το φανταστώ να ταιριάζει με τη ροή του Iradelphic. Χωρίς να μπορείς να το χαρακτηρίσεις απαραίτητο, τα sessions ενισχύουν το επιχείρημα ότι ο συγκεκριμένος μουσικός βρήκε επιτέλους τον ήχο του.

Η τολμηρή αλλαγή του ήχου του στο Iradelphic είναι ο σωστός ορισμός μουσικής γενναιότητας κι όχι το να καλέσεις τον Μπόουι να κάνει φωνητικά και τον Τζέιμς Μέρφι να αναλάβει την παραγωγή. 

Η σημαντικότερη κυκλοφορία του όμως είναι το διπλό (ή τετραπλό αν είστε vinyl junkies) Feast/Beast με remixes που έχει κάνει ο ίδιος σε άλλους και άλλοι σε αυτόν. Το πλούσιο υλικό αυτής της συλλογής καταφέρνει να φωτογραφίσει πολύ ικανοποιητικά την ιδιαίτερη μουσική πορεία του που αναφέραμε πριν. Η αναφορά και μόνο των ονομάτων φτάνει για να πείσει: Massive Attack, Depeche Mode, Nathan Fake, Nils Frahm, Battles, Maximo Park, Amon Tobin κτλ.

Με λίγα λόγια, το Feast/Beast είναι μια από τις σπάνιες συλλογές με remixes που είναι απαραίτητη σε όσους παρακολουθούν τον ίδιο, τη Warp και την ηλεκτρονική μουσική γενικότερα. Όσοι ετοιμάζονται να ψηφίσουν το φετινό δίσκο του Jon Hopkins ως τον καλύτερο δίσκο του 2013, οφείλουν να ακούσουν τη συγκεκριμένη συλλογή και θα καταλάβουν γιατί περιοδεύει αυτή την εποχή μαζί με τον δημιουργό του Immunity.

Γιώργος Μιχαλόπουλος

Share
Published by
Γιώργος Μιχαλόπουλος