Δυο-τρία πράγματα που έμαθε η ζωή στην Αλέκα Κανελλίδου

Είναι ειδικά τα τελευταία 200 μόλις μέτρα από τα περίπου 40 χιλιόμετρα που έχει μόλις διανύσει η Αλέκα Κανελλίδου από τη Ραφήνα μέχρι το 111 της Κωνσταντινουπόλεως, που την κάνουν να νιώθει για μία ακόμη φορά ότι έκανε καλά πριν από 20 χρόνια που αποφάσισε να ζήσει μακριά από το κέντρο της Αθήνας, όπου γεννήθηκε.

«Μη νομίζεις, δεν είναι και τόσο μακριά» μου λέει όταν κάθεται απέναντί μου, «το πρόβλημα είναι από τη γωνία» συνεχίζει, εννοώντας τη συμβολή της Λεωφόρου Αθηνάς με την Κωνσταντινουπόλεως, «μέχρι εδώ», εννοώντας τις Γραμμές, όπου θα μοιραστεί για πρώτη φορά τη σκηνή με τον Γιώργο Χατζηνάσιο – τον καλό της φίλο, τον «Γιώργη».

«Δεν κουνιέται τίποτα!» λέει και ακούγεται λιγότερο εκνευρισμένη για το ότι ταλαιπωρήθηκε ένα μεσημέρι τόσο ζεστό που έκανε τους πάντες να πιστέψουν ότι ήρθε πριν από την ώρα του το μεγάλο, ελληνικό καλοκαίρι, και περισσότερο ανακουφισμένη γιατί ξέρει ότι είναι θέμα λεπτών μέχρι να της περάσουν όλα, γιατί «υπάρχει μία ευλογία σε αυτό το πράγμα, ναι, υπάρχει. Μπορείς τραγουδώντας να μπαίνεις στην κολυμβήθρα, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Ναι, είναι ευλογία. Σου περνάνε τα πάντα, ό,τι πέρασες την προηγούμενη ώρα, ό,τι φαντάζεσαι ότι μπορεί να περάσεις την επόμενη», όπως θα μου πει σε λίγο.

Θα μου πει, φυσικά, και άλλα πολλά.
Για την οικογένεια που ήταν πάντα το πρώτο της μέλημα.
Για το τραγούδι που δεν το αντιμετώπισε ποτέ ως χόμπι, αλλά ως μονόδρομο και δουλειά.
Για την εμπορικότητα που ήταν πάντα καλοδεχούμενη αλλά δεν υπήρξε ποτέ αυτοσκοπός.
Για τις ατελείωτες νύχτες της δεκαετίας του 80 και τον τρόπο που εξασκείται το επάγγελμά της στην Ελλάδα.
Για το “Shallow” της Lady Gaga που στοιχημάτισε με τον γιο της ότι θα πάρει το Όσκαρ.
Για την καλή και την κακή πλευρά του εστετισμού -αλλά και του αισθησιασμού- του ρεπερτορίου της.
Για τη τζαζ, απ’ όπου δεν έχει σταματήσει, από τα 17 που ξεκίνησε να τραγουδάει μέχρι σήμερα, να αντλεί χαρά.
Για τη σημασία του να λες «όχι» αν πιστεύεις στον εαυτό σου και θέλεις να αντέξεις στο χρόνο.
Και για όσα ακόμη συνθέτουν το αξιακό σύστημα μίας γυναίκας που, τώρα περισσότερο από ποτέ, δεν χρειάζεται να παραστήσει τίποτα. Χρειάζεται μόνο να συνεχίσει να είναι ο εαυτός της.

Γιατί έπρεπε να περάσει τόσος καιρός για να εμφανιστείτε μαζί επί σκηνής με τον κ.Χατζηνάσιο; Ναι, δεν έτυχε άλλη φορά μέχρι σήμερα, αν κι έχουμε δίσκο μαζί. Παλιά, μπορώ να πω ότι ο μόνος άνθρωπος που μου έγραψε τραγούδια και παίξαμε μαζί, και ήταν μεγάλη μου χαρά, ήταν η Νινή Ζαχά. Αλλά η Νινή έχει γράψει το 80% του ρεπερτορίου μου. Είσαι μικρός βέβαια εσύ για να τα θυμάσαι…

Σχεδόν 40 πια… Κι ο γιος μου 39 είναι. Μικρός είσαι. Τέλος πάντων, γενικά περισσότερο μόνη μου έπαιζα. Και αυτό γιατί προτιμούσα τους μικρούς χώρους. Ξέρεις, ένας άνθρωπος μόνος του δύσκολα μπορεί να κινήσει ένα μεγάλο χώρο.

Το όνομά σας, τουλάχιστον έτσι όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, είναι συνυφασμένο με έναν καλώς εννοούμενο εστετισμό. Δεν ξέρω αν συμφωνείτε. Αισθησιασμό;

Εστετισμό. Και αισθησιασμό βέβαια, τώρα που το λέτε. Α, εστέτ. Έχασα το «ταυ»! Αυτή είναι μία περίεργη λέξη.

Θέλω να πω ότι είναι κάπως σαν η Αλέκα Κανελλίδου να μην έχει κάνει μέχρι σήμερα πολλές αισθητικές εκπτώσεις. Εντάξει, η λέξη εστέτ όμως μπορεί να έχει και κακή ερμηνεία. Κάποιοι μπορεί να σε κατηγορήσουν με το να σε αποκαλέσουν εστέτ. Κοίταξε, όλα είναι θέμα χαρακτήρα. Αν ο χαρακτήρας σου επιτρέπει να μπορείς να επιλέγεις, με κάθε κόστος βέβαια.

Το ενδεχόμενο κόστος ή κέρδος που λέτε ήταν κάτι που λαμβάνατε συνειδητά υπ’ όψιν τη στιγμή που κάνατε την κάθε επιλογή; Εγώ από μικρό παιδί άκουγα ξένη μουσική, άκουγα τζαζ. Άκουγα πράγματα που δεν θα πω ότι είναι καλύτερα από την ελληνική μουσική της εκάστοτε εποχής, όχι βέβαια. Ήταν όμως αλλιώτικα τα ακούσματά μου.

Λίγο πιο εστέτ, σαν να λέμε; Το λες αυτό επειδή είμαι Ελληνίδα; Όχι, δε νομίζω. Απλά μου άρεσε πολύ η τζαζ, άκουγα όλες αυτές τις μεγάλες τραγουδίστριες της τζαζ. Είχα υποσχεθεί μάλιστα στον εαυτό μου να τις δω λάιβ κάποια στιγμή. Και τις είδα.

Ποιες εννοείτε; Είδα την Ella Fitzgerald στη Νέα Υόρκη. Είδα τη Sarah Vaughan. Είδα τη Dakota Staton. Είδα πολλές. Το είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου. Θέλω να πω ότι όλο αυτό το πράγμα που κουβαλούσα από μικρό παιδί, με έβαλε από μόνο του σε ένα δρόμο. Δηλαδή τι να τραγουδήσω εγώ με αυτά τα ακούσματα που είχα; Επίσης μην ξεχνάς ότι την εποχή που ξεκίνησα να τραγουδάω, στη γενιά μου, στους ανθρώπους της γενιάς μου -όχι σε όλους βέβαια- υπήρχε πολύς ενθουσιασμός. Δεν υπήρχε τόσο πολύ το «κάτσε να δω τι θα μου φέρει περισσότερα» ή «μήπως άμα γίνω σαν κι αυτόν, θα προχωρήσω πιο μπροστά». Εγώ τουλάχιστον δεν είχα ποτέ κάτι τέτοιο στο μυαλό μου. Μόνο την τρέλα να τραγουδάω είχα από μικρή. Ούτε ήμουν καμιά πλούσια από την οικογένειά μου, μη φανταστείς κάτι τέτοιο, δηλαδή δεν το ‘βλεπα σαν χόμπι. Τα ακούσματα, λοιπόν, του κάθε ανθρώπου, η αισθητική του, το πώς διαμορφώνεται μεγαλώνοντας, όλο αυτό σε οδηγεί κάπου μουσικά. Υπάρχει και κάτι άλλο βέβαια. Κάτι που η ανθρώπινη φύση πάντα κουβαλάει μέσα της. Αυτό το να θες κάτι παραπάνω. Δεν το είχα ποτέ εγώ. Εννοείται ότι θαύμαζα καλλιτέχνες, και Έλληνες, συνθέτες και μουσικούς -γιατί πάντα είχαμε πολύ καλούς συνθέτες και μουσικούς εδώ, δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τους ξένους- αλλά μέχρι εκεί. Αυτόν τον παιδικό ενθουσιασμό που σου είπα, τον κράτησα μέσα μου και δεν ήμουν ποτέ «των πολλών».

«Αυτό που αρέσει στον κόσμο, στο κοινό, είναι ότι είμαι ειλικρινής μαζί τους, ως προς τον τρόπο που τραγουδάω και ως προς αυτό που είμαι γενικότερα. Και κυρίως τους αρέσει ότι μπορώ να τους συγκινήσω. Μπορώ να σε κάνω να αισθανθείς καλά»

Όταν λέτε ότι δεν θέλατε το «κάτι παραπάνω»; Θα σου εξηγήσω τι εννοώ. Μιλώντας για την ελληνική μουσική, στα λαϊκά τραγούδια, είχαμε πολύ καλούς συνθέτες. Οι οποίοι, βέβαια, δεν νομίζω ότι με πλησίασαν και ποτέ, μάλλον πίστευαν ότι ο τρόπος που τραγουδούσα δεν εξυπηρετούσε τα τραγούδια τους. Θα μπορούσα όμως ενδεχομένως να κάνω ακόμη μεγαλύτερες επιτυχίες, πιο λαϊκές, να βγάλω περισσότερα χρήματα, να γίνω πιο γνωστή. Δεν το είχα όμως αυτό το άγχος. Θα μου πεις, βλάκας ήσουν; Όχι. Ονειροπόλα, πες με. Έχω γεννηθεί μέσα σε ένα σπίτι με μουσική. Δηλαδή δεν ήμουν η κόρη του παπά που ξαφνικά άκουσε ένα τραγούδι και έφυγε από το χωριό, ήρθε στην Αθήνα κι έψαχνε τον τρόπο να γίνει τραγουδίστρια. Κατάλαβες; Είναι διαφορετικό.

Εγώ χρησιμοποιησα τη λέξη εστέτ για να σας περιγράψω, είτε συμφωνείτε είτε όχι. Γενικά σας απασχολεί τι ιδέα μπορεί να έχει ο κόσμος για εσάς; Και πόσο έχει αλλάξει η στάση σας ως προς αυτό με τα χρόνια; Αυτό που αρέσει στον κόσμο, στο κοινό, είναι ότι είμαι ειλικρινής μαζί τους, ως προς τον τρόπο που τραγουδάω και ως προς αυτό που είμαι γενικότερα. Και κυρίως τους αρέσει ότι μπορώ να τους συγκινήσω. Μπορώ να σε κάνω να αισθανθείς καλά. Τώρα σχετικά με το τι ξέρει ο κόσμος για μένα…δεν ξέρει τίποτα γενικά. Εδώ υπάρχουν άνθρωποι στο επάγγελμα που δεν με ξέρουν και φαντάζονται άλλα πράγματα. Γιατί δεν με ξέρουν; Γιατί δεν είμαι άνθρωπος που κυκλοφορεί μέσα στο επάγγελμα, δεν έχω φίλους από το επάγγελμα, όλοι μου οι φίλοι, όλες μου οι παρέες είναι εκτός δουλειάς. Το πρώτο μου μέλημα πάντα ήταν η οικογένεια, μετά η δουλειά, που ήταν βέβαια απαραίτητη για να ζήσω. Σου φαίνονται λίγο ιδανικά όλα αυτά έτσι όπως τα λέω;

Όχι απαραίτητα ιδανικά. Πάντως σίγουρα ακούγονται ωραία. Και ακούγονται και είναι. Σε αυτή την ηλικία δεν χρειάζεται να παραστήσω κάτι.

«Εκτός από το ελληνικό ρεπερτόριο που είμαι υποχρεωμένη να το λέω γιατί το θέλει ο κόσμος, έχω μια άλλη πορτούλα απ’ όπου μπαίνω και κάνω “τζαζούλα” όταν μπορώ. Οπότε παίρνω κι άλλες χαρές. Τυχερή είμαι ως προς αυτό»

Κάτι άλλο που επίσης μου έχει κάνει εντύπωση είναι ότι με κάθε ευκαιρία που σας δίνεται, περιγράφετε χωρίς να «ρομαντικοποιείτε» το πώς ξεκινήσατε να τραγουδάτε. «Έπεσα στο τραγούδι» έχετε  πει χαρακτηριστικά. Το τραγούδι για μένα ήταν μια πραγματικότητα, όχι όνειρο. Για να σου δώσω να καταλάβεις: διάβαζα, είχα δίπλα μου ένα ραδιοφωνάκι, ένα τρανζίστορ, κι άκουγα μουσική. Διάβαζα τραγουδώντας δηλαδή. Έχει μεγάλη σημασία το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννιέσαι. Κάποια στιγμή γνώρισα την ψυχολογία, σαν μάθημα, κι ενθουσιάστηκα, είπα «θα κάνω αυτό». Έλα όμως που ο πατέρας μου ήταν μουσικός και κάποιος του είπε «ρε συ, δεν φέρνεις την κόρη σου που λες ότι τραγουδάει ξένα τραγούδια, να μας πει μερικά;» Έτσι έγινε.

Κάτι ανάλογο έχει πει και ο Γιώργος Χατζηνάσιος. Τον Γιώργη τον ξέρω από τα 18 μου χρόνια. Κι ο πατέρας του μουσικός ήταν.

«Εκείνη την εποχή τα παιδιά δεν είχαν πρωτοβουλίες για το τι θα κάνουν στη ζωή τους. Ήταν σίγουρο ότι θα γίνω μουσικός, όπως και τα δύο άλλα μου αδέλφια, δεν γλύτωσε κανείς» έχει πει στην PopagandaΈχουμε πολλά κοινά με τον Γιώργο. Γνωριζόμαστε από τότε που ήμουν 18 κι εκείνος κάτι παραπάνω. Και τη γυναίκα του, τη Μαρία, ξέρω από τότε. Γιος μουσικού αυτός, κόρη μουσικού εγώ. Όταν γνωριστήκαμε ήταν πιανίστας σε μια ορχήστρα κι εγώ ήμουν τραγουδίστρια ορχήστρας, δηλαδή ανέβαινα πάνω στη σκηνή, τραγουδούσα κι ο κόσμος χόρευε. Και βέβαια έχουμε μια κοινή αγάπη: τη τζαζ. Η ζωή, ξέρεις, σε πάει από δω, σε πάει από κει, μεγαλώνεις, αλλάζεις, όμως είναι μερικοί άνθρωποι με τους οποίους έχεις κάποια κοινά που δεν αλλάζουν, είναι εκεί. Γι’ αυτό και κάθε φορά που βρίσκομαι με τον Γιώργο είναι σαν χθες το βράδυ να ήμασταν μαζί και να τρώγαμε σε ένα ταβερνάκι.

Δεν ήταν λοιπόν όνειρό σας να γίνετε τραγουδίστρια. Πώς νιώσατε όμως όταν ήρθε η πρώτη επιτυχία; Γιατί όσοι είμαστε έξω από το χορό, φανταζόμαστε ότι η επιτυχία για έναν καλλιτέχνη, εν προκειμένω στο τραγούδι, είναι το…κάτι άλλο. Εντάξει, δεν λέω ότι είναι άσχημα να κάνεις επιτυχία, προς Θεού, για κανένα λόγο. Ήταν όμως μία έκπληξη για μένα. Ήταν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το ’74. Μου έλεγε ένας καλός μου φίλος μουσικός, ο Γιώργος ο Μανίκας, «έλα να γράψουμε ένα τραγούδι να πάμε στη Θεσσαλονίκη». Εγώ, ως νέα τότε, είχα βέβαια κι άλλα ενδιαφέροντα. Θες να ζήσεις, να ερωτευτείς, να αγαπηθείς, ξέρεις πώς είναι. Άντε, του λέω τελικά, γράψε ένα τραγούδι να πάμε. Ήταν η εποχή που γνώριζα τον πατέρα του γιου μου, ο οποίος θυμάμαι ότι με ακολούθησε στη Θεσσαλονίκη. Και αφού παίχτηκε το τραγούδι και πήρε το 3ο Βραβείο, ετοιμαστήκαμε να φύγουμε. Και μας φέρανε πίσω γιατί μου είχαν δώσει το βραβείο ερμηνείας. Νιάτα, τι να πεις…

Από τότε λοιπόν υπήρχε μια κάποια αποστασιοποίηση. Δεν είναι έτσι ακριβώς. Δεν ξέρω πώς το φαντάζεσαι.

Ότι δεν είναι για εσάς η αρχή και το τέλος η επιτυχία. Ε, βέβαια βρε παιδί μου. Ότι υπάρχει μία ευλογία σε αυτό το πράγμα, ναι, υπάρχει. Μπορείς τραγουδώντας να μπαίνεις στην κολυμβήθρα, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Ναι, είναι ευλογία. Σου περνάνε τα πάντα, ό,τι πέρασες την προηγούμενη ώρα, ό,τι φαντάζεσαι ότι μπορεί να περάσεις την επόμενη. Αλλά δεν είναι κι εύκολο.

Ποιο είναι το πιο δυσκολο πράγμα σε όλη αυτή την ιστορία; Είναι ο τρόπος που εξασκούμε το επάγγελμα σε αυτή τη χώρα. Η γενιά μου πέρασε από κέντρα. Στα οποία, αν θυμηθούμε τη δεκαετία του ’80, δουλεύαμε 7 μέρες τη βδομάδα για 7 μήνες. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Μετά ήσουν νοκάουτ. Έπρεπε να κάτσεις ένα μήνα ακίνητος για να ξεκουραστείς.

Οι φωνές πως άντεχαν; Εντάξει, ξέρω κι εγώ, τι να σου πω. Σε άλλους άντεχε, σε άλλους δεν άντεχε, άλλοι έκαναν κάλους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Τι είναι αυτό που σας εξιτάρει περισσότερο στο επάγγελμά σας και πώς το έχετε δει να αλλάζει με τα χρόνια; Φαντάζομαι ότι σήμερα θα είναι διαφορετικό σε σχέση με το πώς ήταν όταν ξεκινήσατε. Μέσα στα χρόνια εξελίσσεσαι πρώτα απ’ όλα ως άνθρωπος. Αλλάζει το βλέμμα σου για τα πράγματα. Πολλά πράγματα που τα είχες δημιουργήσει πριν από τριάντα χρόνια, αυτή τη στιγμή που τα πιάνεις στα χέρια σου είναι σαν να τα πλάθεις από την αρχή. Ψάχνεις να βρεις καινούρια πράγματα μέσα στα παλιά. Πάντα βρίσκεις κάτι…

Σας συγκινούν ακόμη τα παλιά σας τραγούδια όπως τον πρώτο καιρό που τα λέγατε; Όχι όλα, δεν μπορώ να το πω αυτό. Αλλά υπάρχουν κάποια που οπωσδήποτε με συγκινούν ακόμη. Ξέρεις τι κάνω όμως εγώ; Εκτός από το ελληνικό ρεπερτόριο που είμαι υποχρεωμένη να το λέω γιατί το θέλει ο κόσμος, έχω μια άλλη πορτούλα απ’ όπου μπαίνω και κάνω «τζαζούλα» όταν μπορώ. Οπότε παίρνω κι άλλες χαρές. Τυχερή είμαι ως προς αυτό. Εξάλλου όμως τώρα το τραγούδι δεν είναι όπως παλιά. Να τώρα θα παίξουμε 12 μέρες εδώ. Μπορεί αργότερα μερικές συναυλίες με τον Γιώργη. Άντε μετά χειμώνα ξανά και αν και πότε.

Είναι καλύτερα τώρα ως προς αυτό; Νομίζω πως ναι. Γενικά έχει τελειώσει εδώ και πολύ καιρό, και νομίζω ανεπιστρεπτί, η εποχή των παχιών αγελάδων. Το πράγμα είχε παραγίνει για κάποιους, είχε παραπροχωρήσει και τελικά το μόνο που έκανε, ήταν κακό στη νύχτα. Όπως πάντα, όταν κάτι φτάνει στο μηδέν, ξεκινάει μία νέα περίοδος που εύχεσαι να είναι καλύτερη. Αυτό όμως εξαρτάται από τους νέους.

«Πολλά πράγματα που τα είχες δημιουργήσει πριν από τριάντα χρόνια, αυτή τη στιγμή που τα πιάνεις στα χέρια σου είναι σαν να τα πλάθεις από την αρχή. Ψάχνεις να βρεις καινούρια πράγματα μέσα στα παλιά»

Πρέπει επίσης να σας πω ότι ως κάποιος που αγοράζει βινύλια, χάρηκα ιδιαίτερα όταν έμαθα ότι είστε φαν του συγκεκριμένου φορμά. Μα βέβαια! Τα βινύλια τα προσέχεις, τα ξεσκονίζεις. Αυτή είναι η αξία του βινυλίου. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει επιστρέψει στα πράγματα. 

Πόση ώρα ακούτε μουσική καθημερινά; Δεν ακούω πολύ εύκολα τώρα πια. Μου αρέσει να ακούω στο αυτοκίνητο. Αλλά να κάτσω σπίτι να ακούσω μουσική, νομίζω ότι έχω να το κάνω χρόνια. Πάντα μου άρεσε αλλά τα τελευταία χρόνια έχω μανία με τις ταινίες. Βλέπω ατελείωτες ταινίες.

Άρα δεν παρακολουθείτε αυτά που συμβαίνουν στη μουσική σήμερα; Ε, πώς, δεν χρειάζεται να ακούς μουσική με τις ώρες για να ξέρεις τί γίνεται. Όταν είδα την ταινία με τη Lady Gaga και τον Bradley Cooper αμέσως είπα στο γιο μου ότι το “Shallow” θα πάρει Όσκαρ. Παίρνεις δηλαδή την πληροφορία με διάφορους τρόπους. Δεν χρειάζεται να βάλω δίσκο να παίζει. Άσε που μου ‘χει χαλάσει το πικάπ. Οι δίσκοι μου όμως είναι εκεί και είναι πολλοί. Έχω και κάμποσα CD που τα φυλάω μόνο και μόνο γιατί δεν τα έχω σε δίσκους. Δεν υπάρχει καμία σύγκριση. Το βινύλιο έχει αξία, το CD δεν έχει, είναι απλό. Παρόλο που μας το παρουσίασαν ότι έχει καλύτερο ήχο. Σιγά την τεχνολογία…

Γενικά είστε «καλωδιωμένη»; Όχι, τα απολύτως απαραίτητα. Εντάξει, βλέπω πράγματα στο youtube. Facebook και τέτοια, δεν. Έχω μόνο ένα επαγγελματικό με το οποίο δεν ασχολούμαι, το έχει ο γιος μου και μου λέει αν στείλει κάποιος.

Αν η Αλέκα Κανελλίδου του 2019 συναντούσε την Αλέκα Κανελλίδου του 1979 για παράδειγμα, θα συμπαθούσε η μία την άλλη; Τι ερώτηση κι αυτή! Κάτσε να θυμηθώ τι έκανα εκείνη τη χρονιά. Το ’79 γεννήθηκε ο γιος μου. Μπορώ να σου πω ότι ήταν μια πάρα πολύ καλή εποχή. Είχα κάνει έναν πολύ καλό δίσκο που έγινε χρυσός με τα τότε δεδομένα. Είχα και μια κοιλιά μέχρι εκεί κι ακόμη οδηγούσα. Ήμουν καλά το ’79, οπότε δεν μπορώ να δω την Αλέκα εκείνης της χρονιάς και να μην τη συμπαθήσω. Μη μου πεις για άλλη χρονιά! Διάλεξες!

Τι θα λέγατε σε μία νέα κοπέλα που θέλει να κυνηγήσει το όνειρό της και να γίνει τραγουδίστρια; Να μάθει να λέει όχι. Καταλαβαίνω πάρα πολύ καλά τη δυσκολία των νέων ανθρώπων τώρα. Τα πράγματα είναι τόσο γρήγορα και οι τραγουδιστές τόσοι πολλοί πια… Τόσα χρόνια που είμαι σε αυτή τη δουλειά δεν έχω ξαναδεί τόσους πολλούς τραγουδιστές. Τα πράγματα έρχονται, φεύγουν και τελειώνουν πάρα πολύ γρήγορα. Μέσα σε αυτή την ταχύτητα ο νέος χάνεται. Τι σημαίνει λοιπόν όχι; Να μην προτιμήσει το γρήγορο σουξεδάκι, για να μπορέσει να αντέξει στο χρόνο, εφόσον πιστεύει στον εαυτό του κι έχει όνειρα και πάθος για αυτό το πράγμα. Γιατί υπάρχουν και πάρα πολλοί που απλώς περνάνε από αυτή τη δουλειά, παίρνουν ένα ξεροκόμματο και φεύγουν. Μεγάλη ιστορία τα όχι. Σε όλες τις δουλειές.

Άρα το ζήτημα είναι να κοιτάς περισσότερο τη μεγάλη εικόνα. Έτσι μπράβο. Αλλιώς θα σε πάρει η μπάλα. Τώρα θα μου πει κάποιος ότι εγώ τα λέω αυτά αφ’ υψηλού γιατί ξεκίνησα σε μία εποχή που τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Όπως και να είναι όμως τα πράγματα, η προσωπικότητα του ανθρώπου είναι που καθορίζει τις επιλογές. Μπορεί να λέμε ότι τα πράγματα είναι κάπως, και ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι… Δεν είναι έτσι όμως. Τελικά σημασία έχει τι θα αποφασίσεις εσύ. Με το τσαγανό σου.


Γιώργος Χατζηνάσιος-Αλέκα Κανελλίδου
Γραμμές, Κωνσταντινουπόλεως 111, 2103477058, grammeslive.gr, facebook.com/grammeslive
Από το Σάββατο 16 Μαρτίου και κάθε Σάββατο και Κυριακή.
Θεοδόσης Μίχος

Ο Θεοδόσης Μίχος γεννήθηκε στον Βόλο το 1979. Ζει στο κέντρο της Αθήνας από το 1998. Εργάζεται ως δημοσιογράφος (είναι συνιδρυτής της Popaganda) και ραδιοφωνικός παραγωγός (καθημερινά 8-10πμ στον Best 92.6). Είναι συγγραφέας των βιβλίων Κράτα το σόου (2016) και Η Αλκμήνη και οι άλλοι (2020).

Share
Published by
Θεοδόσης Μίχος