ΜΟΥΣΙΚΗΗ Μεγάλη Αμφιλεγόμενη Περίπτωση του Νίκου Πορτοκάλογλου

Η Μεγάλη Αμφιλεγόμενη Περίπτωση του Νίκου Πορτοκάλογλου

Αφόρητα προβλέψιμος δημιουργός και εκ του ασφαλούς παίκτης; Ή ανανεωτής του ελληνικού τραγουδιού; Με αφορμή το (δίκαια ή όχι, δεν έχει σημασία) πολυσυζητημένο νέο τραγούδι του, «Θα περάσει κι αυτό», Άρης Καραμπεάζης και Δημήτρης Κάζης ξεσπαθώνουν.
popaganda_portokaloglou

Οι Φατμέ, και ως φυσική εξέλιξη αυτών ο Πορτοκάλογλου, λειτουργούν πάντοτε και συνειδητά εκ του ασφαλούς και οριοθετημένοι, χωρίς σθένος σχεδόν, από τις ανάγκες και τις προσλαμβάνουσες της εποχής.

Γράφει ο Άρης Καραμπεάζης.

Παρότι αυτό δεν δημιουργεί την απαραίτητη αντίστιξη, που θα δώσει ζωντάνια στο κείμενο ήδη από τις πρώτες λέξεις, και σε αντίθεση με όσους προηγήθηκαν επί του θέματος, προσωπικά συνεχίσω να εκπλήσσομαι. Εκπλήσσομαι με το γεγονός ότι η πρώτη φορά που αμφισβητείται ουσιαστικά η μουσική «αυθεντία» του Νίκου Πορτοκάλογλου, έχει να κάνει με τις –και καλά όψιμες- πολιτικές του τοποθετήσεις, τις οποίες, ως «νοήμων» καλλιτέχνης, μας τις πλασάρει και αυτός εν είδη βαριάς παραβολής, που υποχρεωνόμαστε να τρέξουμε σε μάγισσες και χαρτορίχτρες για να μας την αποκρυπτογραφήσουν (ωραίο τραγούδι που ΔΕΝ έχει διασκευάσει ακόμη ο Ν.Π.). Στο εν λόγω ζήτημα (αφορμή) ξεκαθαρίζω πως ούτε συμφωνώ με τους διαφωνούντες, ούτε διαφωνώ με τους συμφωνούντες. Δεν πάει να γράψει και τον ύμνο του Ποταμιού ο Πορτοκάλογλου, με γεια του, με χαρά του. Διότι το αληθές είναι ότι δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε και κάτι καλύτερο από αυτόν. Μην ξεχνάμε ότι η ανάρτηση του τραγουδιού συνοδεύεται από δελτίο τύπου, που προσιδιάζει σε περιγραφές του αξέχαστου Βασίλη Παπαγεωργόπουλου, όταν μιλούσε για τον εαυτό του σε γ’ πρόσωπο.

Ευνοημένος από τις δήθεν ιστορικές συγκυρίες και τη μεταστροφή των απόψεων στην ελληνοπρεπή κουλτούρα, ο Νίκος Πορτοκάλογλου εμφανίζεται έγκαιρα στην εγχώρια ιστορία των ευτελών μουσικών μας πραγμάτων ως μετανοημένος μύστης του ροκ, που με περισσή ευκολία εξελίσσεται σε αρχηγό των εντεχνολαϊκοροκάδων, καταφέρνοντας όμως να μην υπομείνει την αντίστοιχη χλεύη που σχετικά γρήγορα εκτοξεύτηκε προς το πρόσωπο του Πλιάτσικα (για παράδειγμα), καθώς ήδη έχει την… εξαιρετικά «φαεινή και πρωτοπόρο» ιδέα να εισβάλλει ως ξένος στο λαϊκό μας τραγούδι (εξαιρετικό τραγούδι, που έχει διασκευάσει σκοτώνοντας το ο ΝΠ) και να εγκαινιάσει το start up του εξηλεκτρισμού του, χωρίς ουδέποτε βέβαια να αποδώσει τα του Πουλικάκου, στον Πουλικάκο.

Ο Τάσος Φαληρέας (τον οποίο εκτιμώ , αλλά ουδόλως συντάσσομαι με τις ύστερες απόψεις του και τα αποτελέσματα τους) ήπιε νερό στο όνομα των Φατμέ καταρχήν και του Πορτοκάλογλου κατ’ επέκταση και λογική συνέχεια. Την στιγμή που ο Φαληρέας «αποφάσισε» ότι το ροκ είναι κάτι που πρέπει να θάψουμε εκατό μέτρα κάτω από τη γη και το τσιφτετέλι και ο νταλκάς είναι κάτι που πρέπει να ανεβούμε πάση- θυσία όλες τις ανηφόρες προς τον Λυκαβηττό για να το τιμήσουμε και να σώσουμε αυτό το κάτι που έχει η φυλή μας, ο Πορτοκάλογλου (ίσως και χωρίς να το καταλάβει) κέρδισε το στοίχημα της αιώνιας καλής φήμης.

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος («μπροστά» στον οποίο, βαράω προσοχές)  είδε και αυτός σε έναν «νυχτερινό σταθμό των Φατμέ στο Ροντέο» το χαμένο σημαινόμενο της ελληνικής (και κατά κάποιους και της ορθόδοξης) μουσικής τάξης, γράφοντας μεταξύ άλλων ότι οι Φατμέ ως ένα γνήσια ευαίσθητο συγκρότημα κυνηγούν περισσότερο την έκφραση παρά την επιτυχία. Αν σκεφτούμε ότι ο Βακαλόπουλος τους αντιμετώπισε ως band of brothers, μη διακρίνοντας τους αισθητά από τον Πορτοκάλογλου, όπως έμελλε να γίνει, ίσως τελικά σε πραγματικό χρόνο να ήταν σωστός. Ο Φώντας Τρούσσας (τις στιβαρές απόψεις του οποίου πάνω στη μουσική, μεταλαμβάνω βουλιμικά) συχνά πυκνά αναφέρεται  στο πρώτο «μαύρο» άλμπουμ των Φατμέ ως δίσκο αναφοράς (του). Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι ο Πορτοκάλογλου κατάφερε και ξεγέλασε όλους τους παραπάνω, για να στηρίξω τη δική μου θέση απέναντι του, αυτό όμως θα ήταν εντελώς unfair, μιας και οι δύο πρώτοι δεν είναι εν ζωή, και ο Τρούσσας δεν είναι και τύπος που ξεγελιέται εύκολα.

Οι Φατμέ πράγματι καλύπτουν ένα μεγάλο (ίσως και το μεγαλύτερο) τμήμα του εγχώριου ηλεκτρικού ήχου της δεκαετίας του ’80, καθώς προσφέρουν στον ελαφρώς υποψιασμένο ντόπιο ακροατή ένα ευκολόπιοτο κράμα από μεταντυλανική αμφισβήτηση, πασπαλισμένο με ολίγον τι από μελαγχολία αλά Απόστολος Καλδάρας, στην οποία υποσυνείδητα έχει εθιστεί, αλλά και σοφά απαλλαγμένο από την πολιτική παραφιλολογία της εποχής, από την οποία έχει μπουχτίσει. Μέχρι τον τέταρτο δίσκο τους, η δεκαετία έχει ξεπεράσει τα μισά, οι εσωτερικές αγωνίες, δικές τους και των ακροατών, έχουν λήξει, τα διακοποδάνεια δεν έχουν εφευρεθεί ακόμη, αλλά είναι προ των πυλών, και συνεπώς δικαιούνται να του μιλούν για καλοκαιράκια και ακρογιαλιές, με τον ίδιο (ωραίο πάντως) τρόπο, που αν το έκανε ο Καρβέλας, οι έντεχνοι θα τον κατηγορούσαν για (κατά κυριολεξία) καιροσκοπισμό.

Τα τραγούδια του Πορτοκάλογλου δεν είναι ακριβώς αυτό που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως «σαχλόσουξεδάκια», αλλά και ποτέ δεν χαρακτηρίζονται από ένα παραπάνω παίδεμα, σε μουσικό, στιχουργικό και πολύ περισσότερο αισθητικό επίπεδο. Και κυρίως, αποφεύγουν με δεινότητα και επιμέλεια το οτιδήποτε μπορεί να απομακρύνεται από τις καθημερινές ανάγκες και συνήθειες του μέσου ακροατή. Δεν τον προσβάλλουν, αλλά δεν τον ζορίζουν κι όλα. Τον καλομαθαίνουν, χωρίς να τον παραχαϊδεύουν. Δεν τον υπακούνε, αλλά σίγουρα δεν του πάνε και κόντρα. Οι Φατμέ, και ως φυσική εξέλιξη αυτών ο Πορτοκάλογλου, λειτουργούν πάντοτε και συνειδητά εκ του ασφαλούς και οριοθετημένοι, χωρίς σθένος σχεδόν, από τις ανάγκες και τις προσλαμβάνουσες της εποχής.

Ο ήχος του πρώτου τους δίσκου έχει χαρακτηριστεί μέχρι και new wave, αλλά είναι μάλλον από αυτό που πάει ασορτί (aka αχταρμάς) με τζαζ/ροκ/σεξ/ντραγκς/ροκενερολ/τζατζίκι/σουβλάκια, και για αυτό δεν μπορεί να τη βρει μαζί του ο Τζίμης Πανούσης, διότι δεν εξηγείται αλλιώς ο παραλληλισμός. Το όποιο «new wave» των ΦΑΤΜΕ δεν είναι τίποτε περισσότερο από τον αστείο τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει και αναμεταδίδει στην πιο απλοϊκή μορφή του το «νέο κύμα μοντέρνου ροκ», που έρχεται ψημένο-κονσερβαρισμένο-και έτοιμο προς κατανάλωση απ’ έξω, στους εντός συνόρων τεμπέληδες μιας μουσικής κοιλάδας, που τελική της κατάληξη και καημός θα είναι το πως να παρουσιάσει το χιτζάζ, ως κάτι ανώτερο από τις αντικλίμακες του Ornette Coleman. Σε υποτίθεται «σκοτεινά και ζόρικα» τραγούδια της περίφημης πρώτης περιόδου τους, αναρωτιέσαι αν για ένα τέτοιο copy/paste των Police, χρειάστηκε να κληθούν και οι ίδιοι στο στούντιο ή τα έβγαλαν πέρα με λίγη παραπάνω προσπάθεια και οι εγχώριοι μάστορες (Το Μόνο Που Σου Λείπει). 

Σε αυτή την εντυπωσιακή πορεία προς την καθιέρωση, όπως οριοθετούνταν μέχρι πρόσφατα στο πρόσωπο του από την σχεδόν πρωτοφανή έλλειψη αμφισβήτησης, ο Νίκος Πορτοκάλογλου εξελίσσεται με εντυπωσιακό τρόπο στον βασιλιά των διφορούμενων κενών νοημάτων. Σου μιλάει για δύο γκόμενες και δύο διαφορετικούς μουσικούς κόσμους ταυτόχρονα και μένεις με το στόμα ανοιχτό (Ρίσκο), σου πλασάρει ρεφρενάκι για την επόμενη κατάκτηση Ευρωμπάσκετ  και την ίδια στιγμή εντοπίζει (πρώτος από όλους) ότι το πρόβλημα των Ελλήνων είναι ότι δεν ξέρουμε να συνεργαζόμαστε και για αυτό δεν προκόβουμε («ήμαστε πάντοτε παιχτάρες/ μα δεν αλλάζαμε μπαλιές»- Πρωταθλητές). Συχνά- πυκνά βγαίνει μπροστά για να απολογηθεί για τη γενιά του, θεωρώντας στα σοβαρά ότι είναι όντως ο εκπρόσωπος κάποιας γενιάς (Άσωτος Υιός, Υπάρχει Λόγος Σοβαρός). Προλαβαίνει την παντοκρατορία της αμπελοφιλοσοφίας τύπου Κοέλιο, παραδίδοντας στην αιωνιότητα τον αθάνατο στίχο «Μην ψάχνεις άλλο/ αφού το ξέρεις ήδη/ μην ψάχνεις άλλο/ εδώ είναι το ταξίδι», στέλνοντας τον Leonard Cohen σε πρόωρη συνταξιοδότηση και δίνοντας την ευκαιρία στον μάνατζερ του να του φάει τα λεφτά. Προσκαλεί την Χαρούλα Αλεξίου στο Πάλκο προειδοποιώντας μας ότι θα έρθει μια εποχή που θα γράφονται τραγούδια για Τηλεκάρτες και Αναπάντητες Κλήσεις Παντού, και επισημαίνοντας  την προβληματική της μη ψηφιακής σταθερής τηλεφωνίας, που βγάζει τα άπλυτα μας στη φόρα (Μπλέξαν οι Γραμμές μας), και προωθώντας ως εκ τούτου την πώληση του ΟΤΕ στους Γερμανούς. 

Στην απαρχή της προσωπικής του πορείας και για ικανό χρονικό διάστημα, ο Νίκος Πορτοκάλογλου θα απομακρυνθεί πρόσκαιρα (έξυπνα θα έλεγε κανείς, αλλά δεν είμαι εγώ που θα το πω), από αυτήν την μετα-φιλολογική αναζήτηση εξωστρεφούς ευαισθησίας που τον έστειλε από το ροκ στο λαϊκό (= πως να παραφράσεις Βακαλόπουλο, χωρίς να ανοίξει μύτη), και θα προσαράξει στα αδιάφορα (για τους λίγους) και ξεσηκωτικά (για τους πολλούς) νερά μιας –οφείλουμε να το παραδεχτούμε- δικής του επινόησης stadium pop-rock μπαλάντας, που και πάλι χωρίς να έχει την χυδαιότητα ενός Μαχαιρίτσα, δεν έχει δα και τη φινέτσα ενός Francisco Guccini

Χωρίς ποτέ να ξεχνάει την προσωκρατική του φλέβα («ότι δεν σε σκοτώνει/σε κάνει πιο δυνατό»), ο Πορτοκάλογλου έστω και για μια στιγμή αισθάνεται (και μάλλον δικαίως) ότι κατέχει το μυστικό της τέλειας ελληνικής στόχευσης pop, που είναι λίγο ηλεκτρονική, είναι και λίγο τσιφτετελάτη, εμπεριέχει ταυτόχρονα την ουσία και την κατάρα της φυλής, την χοροπηδάς σε λαμινέητ κλαμπάκια, την ξελαρυγγιάζεις με καημό στο τρίτο και τελευταίο πρόγραμμα των μπουζουκιών (αλλά και πάλι δεν ανοίγει μύτη, γιατί δεν είναι και η Παπαρίζου). Κάπως έτσι και αναμένοντας με λαχτάρα να δούμε τους U2 επί σκηνής (που να ξέραμε κι εμείς, νέοι ήμασταν), εξαναγκαστήκαμε να υπομείνουμε την βαρυσήμαντη έννοια του «βαλκανιζατέρ/με καμένο μοτέρ». Και πάλι καλά να λες, γιατί τρία- τέσσερα χρόνια μετά θα μας περίμενε το σαρακατσάνικο- aigaiopelagitiko μπητ του «Αχ Θάλασσα Μου Σκοτεινή», που με λίγη παραπάνω αντίληψη θα έπρεπε να το είχαμε καταλάβει ήδη από τότε ότι είναι ο ύμνος της γενιάς του χρηματιστηρίου.

Ο Πορτοκάλογλου είναι πάντοτε ένα βήμα μπροστά και δεν έχει σημασία ότι συνήθως αυτό είναι το λάθος βήμα. Επικαιροποιεί την Κρήτη ως μουσικοαισθητικό trend μέσα από τη συνεργασία του με τον Μάνο Πυροβολάκη και τα ενοχλητικά πράγματι αποτελέσματα αυτής, ενώ τον ύμνο που λέγαμε και στην αρχή  τον έχει γράψει ήδη από το 2007, παρότι ούτε καν ο Θεοδωράκης το είχε φανταστεί τότε έστω και ως ιδέα το Ποτάμι (ας κάνουμε και λίγο κακό χιούμορ). Σιγά σιγά το λοιπόν και ήδη από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας επανεφευρίσκει τον υποτιθέμενα ιδιοφυή δρόμο προς την περιβόητη ροκ λαϊκότητα και κάπου μέσα στο 2014 ολοκληρώνει ότι είχε ξεκινήσει με την πάντως αξιοπρεπή μετάφραση στο «Είδα τα μάτια σου κλαμένα».

Πάντοτε άλλωστε έχω την απορία αν η φράση «νεοέλληνες χορεύουνε στα τέσσερα με κουδουνάκια» του Πανούση απευθύνεται και προς τα εκεί, ή ακόμη και αν σε μια αναθεωρημένη version του «Όχι Άλλο Νταλάρα», θα χωρούσε κάπου και μια αναφορά στον Πορτοκάλογλου.

Στο εύστοχο μόνο ως προς τον τίτλο του άλμπουμ, Λιμάνια Ξένα, αναλώνεται  αν όχι στο  να κατακρεουργεί, τότε σίγουρα στο  να παραδίδει στο πάνθεον της ανίας (ίσως και της άνοιας) μια σειρά από λαϊκά έως και δημοτικά τραγούδια. Κάποια από αυτά είτε δεν μας είχαν φταίξει σε τίποτε (Κάνε Κάτι Να Χάσω Το Τρένο), κάποια άλλα μας είχαν φταίξει σε πολλά (Μες Στου Αιγαίου Τα Νερά), σε κάθε περίπτωση, όλα τους  καλά κάθονταν εκεί που κάθονταν. Ο Πορτοκάλογλου τα αποδίδει άπαντα με σπουδή και σοβαρότητα περισσότερη από όση τους χρειάζεται, τα αντιμετωπίζει σαν δήθεν τοτέμ της παγκόσμιας πολιτιστικής παράδοσης, ενώ τα περισσότερα δεν είναι και καλά κάνουν και δεν είναι,  και εν γένει προσπαθεί να μας πείσει ότι αν πεις αργόσυρτα και νταμπαριστά την φράση ‘αρμενακιειμαικυραμουπαρεμε’ θα έρθει ο κόσμος ανάποδα και θα αποκαλυφθούν όλα τα μυστικά της ζωής και της τέχνης, και κυρίως θα πάψει το τραγούδι να είναι σκυλοπόπ ερωτικό κάλεσμα, που έτυχε να γραφτεί σε μια εποχή που δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμη η σκυλοπόπ. 

Είτε καίγεται από την προσπάθεια διάσωσης της μουσικής μας παράδοσης, είτε έχει φάει και αυτός πράγματι το παραμύθι ότι ο Τσιτσάνης είναι απείρως σημαντικότερος από τους Bela Bartok και Franz List μαζί, που αυθυποβάλλει τις αυταπάτες μας για παραγωγή παγκόσμιας εμβέλειας πολιτισμού, ο οποίος μας υποχρεώνει να αρνηθούμε το κάθε τι ξενόφερτο που μας «σερβίρουνε»  (ή έστω να το προσαρμόσουμε στη δική μας «αλήθεια»), ο Νίκος Πορτοκάλογλου αποτελεί πράγματι ενδιαφέρουσα περίπτωση δημιουργού που κατάφερε να σταθεί πέρα και πάνω από τις όποιες δυνάμεις και ικανότητες του, να αντιληφθεί ότι το εύπεπτο δεν πρέπει να είναι απαραίτητα και ευτελές και εν τέλει να εμφανιστεί ως εκφραστής ενός έστω τμήματος, μίας έστω αόριστης  γενιάς, που όπως και οι ήρωες του Βακαλόπουλου, έπινε «άπειρους καπουτσίνους στην πλατεία», αλλά δεν έλεγε και όχι και στους ελληνικούς, καφέδες,  που της έψηνε η γιαγιά της όταν κατέληγε στην κουζίνα της αρκετά μετά τα τελευταία ξημερώματα.  

Ηλικιακά μου επιτράπηκε να παρακολουθήσω την πορεία των ΦΑΤΜΕ από το Ρίσκο και μετά, το οποίο και πιθανολογώ αρκετές φορές ότι τελικά μπορεί και να είναι ο πρώτος δίσκος που έχω αγοράσει, αλλά όσες φορές ερωτήθηκα μάλλον ντράπηκα να το παραδεχτώ. Εκεί προς τα Βαλκανιζατέρ είχα πάψει ήδη από πολλών ετών να ασχολούμαι με τον Πορτοκάλογλου, αλλά πάντως μου έκανε εντύπωση το πως κατέληξε να γράφει τραγούδια με τέτοια διάθεση υπερβολής, που εξελίσσονται γρήγορα σε ενοχλητικά, παρά το ότι αρχικά στρέφουν την προσοχή του ακροατή προς το μέρος τους.  Ασχολήθηκα περιστασιακά έκτοτε και κυρίως με αφορμή διάφορα κείμενα κατά καιρούς, κυρίως γύρω από το τρίπτυχο «ΦΑΤΜΕ- Τάσος Φαληρέας-Λαϊκά». 

Πάντοτε άλλωστε έχω την απορία αν η φράση «νεοέλληνες χορεύουνε στα τέσσερα με κουδουνάκια» του Πανούση απευθύνεται και προς τα εκεί, ή ακόμη και αν σε μια αναθεωρημένη version του «Όχι Άλλο Νταλάρα», θα χωρούσε κάπου και μια αναφορά στον Πορτοκάλογλου. Καθώς επανέρχομαι στα τραγούδια των ΦΑΤΜΕ, κάθε επόμενη φορά ακόμη και τα πλέον σημαίνοντα εξ αυτών (Πίσω Από Τις Γρίλιες), μου αποκαλύπτουν αδυναμίες (ή και ακόμη χειρότερα) φτηνά κολπάκια, που με αργό αλλά σταθερό ρυθμό εξασθενούν και τελικά εξανεμίζουν τον όποιο ψυχισμό τους και τελικά τα παρατάνε μετέωρα και απομακρυσμένα από την όποια ανησυχία φαίνεται να τα διέκρινε κάποτε. 

Κάπως έτσι δεν μπορώ να εκλάβω με κάποια βαρύτητα και να δώσω και κάποια ουσιαστική σημασία στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο Πορτοκάλογλου τις τακτικές, τις πρακτικές και τις προθέσεις του ΣΥΡΙΖΑ και των πέριξ αυτού. Το τραγούδι, για το οποίο έγινε ένας κάποιος ντόρος και μία αντιπαράθεση, κινούμενη πάντως στο σύνηθες κλίμα των ημερών της τελευταίας πενταετίας, επιπλέει για πολλοστή φορά στη μεθόδευση των διπλοκρυμμένων νοημάτων, προτάσσοντας μια φανφαρικού τύπου ποιητικότητα, εκεί που θα περίμενε κανείς μία στέρεα άποψη, σωστή ή λάθος, δεν έχει σημασία. Το αν ο Πορτοκάλογλου υπέγραψε στους 28, στους 58 και θα υπογράψει αύριο και στους 108, δεν έχει και αυτό καμία σημασία. Μην αρχίσουμε πάλι τα κλισέ περί ελευθερίας απόψεων, λόγου και υπογραφών, τα οποία δεν τα πιστεύουν ειδικά αυτοί που τα κάνουν σημαία. Αυτό που κατά κύριο λόγο με εκπλήσσει είναι ότι η πρώτη ουσιαστική ρήξη του Νίκου Πορτοκάλογλου με την γενική αποδοχή και συγκατάβαση προς το πρόσωπο του έπρεπε να περιμένει μια τέτοια αφορμή για να ξεκινήσει. Και ότι ακόμη και εν μέσω αυτής της τόσο…. κρίσιμης αφορμής, η απορία όλων συνοψίζεται τελικά στο «πώς το έκανε καλέ ο Πορτοκάλογλου κάτι τέτοιο», που μέχρι χθες πάνω-κάτω καλά μας τα ‘λεγε τα μεράκια μας και παρότι καμιά φορά υπέγραφε εκεί που δεν τον έσπερναν.

Είναι ακριβώς οι ίδιοι που μέχρι προχθές επαίρονταν και τον μακάριζαν για τον πολυσήμαντο στίχο «αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά», δια του οποίου ο μέγας σκωπτικός εντόπισε –και πάλι πρώτος από όλους- το πρόβλημα αυτής της faux επαναστατικότητας, των όσων επιδιώκουν ανατροπές και αναταράξεις, έχοντας από πίσω την ασφάλεια οικογενειακών επιχειρήσεων, λογαριασμών και εν γένει παροχών. Ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε βέβαια αν ο Πορτοκάλογλου είναι από φτωχή οικογένεια ή απλά φοβάται το αντάρτικο.

Με ένα μείγμα αυτοδημιούργητου Αμερικάνου και επαρχιώτη Έλληνα που ξεκινάει από το χωριό με μια τρύπια δεκάρα και γίνεται πρώτος στην πόλη, ο Πορτοκάλογλου είχε από τότε υποδείξει ότι κανενός είδους ρήξη δεν έχει αξία, όπως ποτέ δεν ήρθε σε ρήξη με κάτι ως μουσικός και δημιουργός, αλλά πάντοτε αγωνιούσε να τα έχει καλά με όλους και με όλα. Δεδομένου του αισθητηρίου του πάντως και του ότι όπως λέγαμε και πριν είναι πάντα ένα βήμα μπροστά από τους υπόλοιπους (προς τον λάθος δρόμο), θεωρώ βάσιμα πως οι του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να αρχίσουν ήδη να ανησυχούν ότι μετά την όποια συμφωνία και τα συνεπακόλουθα αυτής το κλίμα θα αρχίσει να γυρνάει εναντίον τους και υπέρ Πορτοκάλογλου και πάλι. Όπως γίνεται πάντα εδώ και τριάντα πέντε περίπου χρόνια.

Στην επόμενη σελίδα: «Ο Πορτοκάλογλου είναι ένας ανανεωτής του ελληνικού τραγουδιού», υποστηρίζει ο Δημήτρης Κάζης.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.