ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

«…εἰς τὰ διηγημάτια, ὅσα ἐδημοσίευσα κατὰ καιροὺς ὁποφαινόμενος τὰ Χριστούγεννα ἢ τὸ Πάσχα, ἐνεπνεύσθην, ἀληθῶς, ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις μου καὶ τὰ αἰσθήματά μου, τὰποῖα θέλγουσι καὶ συγκινοῦσι, ἐμὲ αὐτόν, ἴσως καὶλίγους ἐκλεκτοὺς φιλαναγνώστας…».
(Λαμπριάτικος Ψάλτης, 1893)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε ήρθα σε πρώτη επαφή με τις λέξεις, τις εικόνες, την πραγματικότητα του Παπαδιαμάντη. Έχω την υποψία, πως αυτό συνέβη κάποια στιγμή στο σχολείο. Τότε που ως παιδιά της δημοτικής τα βάζαμε με «δαίμονες». Με περισπωμένες και δασείες. Με οξύτονα και παροξύτονα. Βουτήξαμε στο συντακτικό, παλιό και νέο. Κάναμε απλωτές στη νέα γραμματική. Τα κάναμε κουλουβάχατα. Η γλώσσα του Σκιαθίτη όμως εκεί πάντα βράχος. Άκαμπτη, σίγουρη, ζωντανή. Την αγαπούσες για το θάρρος της, την ιερή της φωτεινότητα, την γλωσσική της ηθική. Και την σχεδόν γοτθική σκοτεινή υποβλητικότητα με την οποία έχτιζε παραστατικές  εικόνες.

Και κάπως τα χρόνια πέρασαν κι αυτή η περισπωμένη της καρδιάς μου γέμισε τα ράφια, ξεχάστηκε, ξαναεμφανίστηκε, ξαναχάθηκε. Μόνο μια Φόνισσα Φραγκογιαννού έμενε σταθερά στα πιο εμφανή σημεία του δωματίου να θυμίζει την αγάπη αυτή στον πιο ανθρώπινο ίσως μόνιμα απογοητευμένο και θλιμμένο συγγραφέα που γέννησε αυτός ο τόπος. Κάθε τέτοια εποχή όμως ο Παπαδιαμάντης έχει τα τυχερά του. Κάτι σαν έθιμο, κάτι σαν συνήθεια σταθερή στο χρόνο, κάθε Πάσχα ανοίγει τις σελίδες του και πάλι στα χέρια μου και αρχίζω και παλεύω με δασείες και ψιλές. Για κάποιο λόγο, μάλλον το θρησκευτικό του πάθος, τον έχω συνδυάσει περισσότερο με αυτή την εποχή του χρόνου παρά με τα Χριστούγεννα για  παράδειγμα. Έχει δημοσιεύσει ιστορίες και για τις δύο αυτές «στιγμές».

Πάσχα, λίγα χρόνια πριν, Σκιάθος

Εγώ συνεχίζω σταθερά να τον θυμάμαι για αυτές εδώ. Τα πασχαλινά του διηγήματα  με τα ερημωμένα ξωκλήσια, τις ρεματιές, τους μοναχικούς ανθρώπους που βρίσκουν στην ιδέα της Ανάστασης μια λυτρωτική, αναπάντεχη ανακούφιση, τα ήθη των ψυχών, τις ανθισμένες εξοχές, τα πετρωμένα τοπία, τις χαράδρες, τους κάβους, τους καημούς και τις χαρές, τις σπηλιές, τους ψαλμούς, τις λαμπάδες, τα κόκκινα αυγά, τα φτωχά νοικοκυριά, τα απομακρυσμένα ακρογιάλια, όλα αυτά κι ακόμη περισσότερα, επιστρέφουν σαν επισκέπτες που τους καλωσορίζω σαν να είναι η πρώτη γνωριμία μας. 

«Ο Παπαδιαμάντης γεννήθηκε σε μια πάρα πολύ φτωχή οικογένεια, σε ένα νησί που όλοι τα έβγαζαν πέρα πολύ δύσκολα. Η Σκιάθος δεν ήταν φυσικά αυτή που ξέρουμε σήμερα. Λόγω της γλώσσας του, της αγαμίας του που ακόμη και σήμερα δεν είναι ξεκάθαρο που οφείλεται, ψυχαναλυτικά, αλλά και της αγάπης του για τη θρησκεία, τον έχουν χαρακτηρίσει ως «κοσμοκαλόγερο» και αναφέρουν συχνά ως πρωταρχικό του χαρακτηριστικό αυτό και μόνο, την σχέση του με τα Θεία. Στην πραγματικότητα όμως, οι ιστορίες του ήταν απίστευτα προοδευτικές με την έννοια πως δεν δυσκολευόταν, πως είχε τη γενναιότητα να εστιάσει σε πολύ παράξενα πράγματα, σε αλήθειες της ζωής που κανείς δεν τολμούσε τότε. Αν και οι περισσότερες «αμιγώς» θρησκευτικές ιστορίες του είναι Χριστουγεννιάτικες, οι Πασχαλινές έχουν μια ιδιαίτερη υφή. Ίσως επειδή ταιριάζει το Πάσχα στην ιδιοσυγκρασία και στη θεώρηση του. Ας μη ξεχνάμε πως βασική του νοοτροπία ζωής είναι το «σαν να είχαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου» (η τελευταία φράση δηλαδή από το πασίγνωστό του διήγημα -και εκτός Πασχαλινού κλίματος- «Το Μοιρολόι της φτώχιας»). Όσο ζούσε δεν πρόλαβε να γνωρίσει έστω κάμποση από την αναγνώριση που του άξιζε, η οποία ήρθε δύο δεκαετίες μετά τον θάνατο του και χρόνια ακόμη αργότερα όταν ο Ελύτης τον χαρακτήρισε σημαντικότερο ακόμη και του Καβάφη».

Ο συγγραφέας και μεταφραστής Βαγγέλης Προβιάς μοιράζεται την ίδια αγάπη για τον Σκιαθίτη συγγραφέα. Η προσωπική του σχέση με το νησί νομίζω πως έχει βοηθήσει πολύ σ’ αυτό. Μια μέρα με ήλιο στην πλατεία Προσκόπων στο Παγκράτι, πιάσαμε κουβέντα για αυτόν τον έρωτα. Δεν θέλαμε και πολύ. Είπαμε, η «μάχη» με τις περισπωμένες καλά κρατεί. Τον ρωτώ τι υποθέτει γι αυτή την βαθιά πίστη του Παπαδιαμάντη στην μάλλον αμφιλεγόμενη έννοια της εκκλησίας. «Αυτή η κοινωνία αγάπης (και όχι επιφανειακού τελετουργικού ή ακαδημαϊκής θεολογίας) που είναι για τον Παπαδιαμάντη η εκκλησία» μου απαντά «αποτελούσε τότε στήριγμα για τον άνθρωπο για ευνόητους λόγους, Η συνύπαρξη σε χρόνους και τόπους φτώχιας είναι επιβίωση, όταν δεν έχεις χρήματα ο γείτονας θα σου δώσει, όταν πάλι είναι εκείνος άρρωστος εσύ θα τον συνδράμεις. Η φτώχεια και η δυσκολία της ζωής που είναι το υπόβαθρο στα έργα του Παπαδιαμάντη γίνονται ελαφρύτερες επειδή υπάρχει το «μαζί» της εκκλησίας, μιας κοινότητας ανθρώπων που αγαπιούνται, έστω και στρυφνά, ολιγόλογα».

Ο Βαγγέλης Προβιάς στην πλατεία Παπαδιαμάντη, στην Σκιάθο, έξω από το παραδοσιακό καφενείο Νοσταλγός και το σπίτι-μουσείο όπου πέθανε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης το 1911

Η κακή σχέση του με το χρήμα, η ασυλλόγιστη απλοχεριά του, ο αλκοολισμός του, η εμμονή του για εντατική εργασία, οι απανωτές του μεταφράσεις από τα γαλλικά και τα αγγλικά ακόμη και σε βιβλία του Ντοστογιέφσκι, είναι επίσης κάποια άλλα από τα φημισμένα του χαρακτηριστικά και τις κρυφο-φανερές του ιδιότητες. Εξηγώ στον συνομιλητή μου πως αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι πόσο μόνιμα θλιμμένος είναι ο Παπαδιαμάντης. Πόσο σταθερά «καταθλιπτικοί» είναι φυσικά και οι ήρωες του. Ακόμη κι όταν η όποια λύτρωση χτυπά το κατώφλι τους. «Όσο φωτεινά και ειδυλλιακά είναι σε πρώτο επίπεδο αυτά που διαβάζουμε» μου λέει, «τόσο σκοτεινά είναι σε ένα επόμενο, πιο ανθρώπινο, πιο μεγάλο. Οι ήρωες του είναι πληγωμένοι, έχουν υποφέρει πολύ, δεν έχουν λεφτά, δεν έχουν οικογένεια, ή υπάρχει μια μεγάλη, κομβική απώλεια που τους στοιχειώνει. Είναι βουτηγμένοι στα πάθη τους. Απλοί νησιώτες, με τους αγώνες και τις αγωνίες τους».

Τον ρωτώ αν πιστεύει πως όλο αυτό βρίσκει αναφορά στο σήμερα, αν μπορεί να σημαίνει κάτι για εμάς. «Τι μπορεί όντως να μας πει στη σημερινή εποχή; Γιατί αξίζει; Διότι μπορεί κάποιοι, πολλοί από εμάς να μην έχουμε τέτοια σοβαρά προβλήματα επιβίωσης, μπορεί το βιοτικό επίπεδο να έχει ανέβει σε σχέση με το τότε, αλλά… πόσοι μπορούμε να πούμε ότι δεν ζούμε σε κάποια «ερημιά», σε μια μόνιμη ανάγκη για μια αίσθηση σταθερότητας, για μια ασφάλεια ψυχική και νοητική; Είναι ίσως η μοίρα του ανθρώπου να του λείπει πάντοτε κάτι, να αναζητά ένα θαύμα, να χρειάζεται να πιστεύει σε κάτι μεγαλύτερο, ευρύτερο, μυστήριο, άυλο, τρυφερό. Μπορεί αυτή η αποτύπωση της ανθρώπινης συνθήκης από τον Παπαδιαμάντη να αποτελεί και την ανεξάντλητη πηγή της απόλαυσης που προσφέρει στο σύγχρονο αναγνώστη, αν βέβαια αποφασίσει να κάνει την δουλειά που χρειάζεται για να αποσαφηνίσει τη γλώσσα του».

«…Ἡ Μολώτα ἔκυψεν, ἐταπείνωσε τὴν φωνὴν καὶ εἶπε:

– Σὰν ἤμουν ἐγὼ μικλὸ κολίτσι, αὐτὸς μ᾿ ἤθελε γυναῖκα. Πλὶν ἀλλωστήσω, κι πιαστῆ φωνή μου, μ᾿ ηὖλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενὸ σοκάκι, μ᾿ ἔ… (ἔκυψεν εἰς τὸ οὖς τῆς Ἀφέντρας, κ᾿ ἐψιθύρισε μὲ φωνὴν μόλις ἀκουομένην) μ᾿ ἐφίλησε…

Ἡ Ἀφέντρα ἔπνιξε βαθύν, ἀργυρόηχον γέλωτα. Ἡ γραῖα ἐπανέλαβε:

– Πατέλας δὲν τὸν ἤθελε γαμπλό. Πῆλα ἄλλον. Χήλεψα. Αὐτός, εἶπαν, πῆλε καϋμό, πῆγε βουνά, ἀγλίεψε, δὲν πάτησ᾿ ἐκκλησιά… Ἐγὼ ἔχω τὸ κλίμα.

Ἡ Ἀφέντρα ἐνόησεν ἀμέσως τὴν ἁπλοϊκὴν εὐσυνειδησίαν τῆς γραίας.

– Ἔ, καλά, εἶπε· νὰ ποὺ τὸν ηὖρες τώρα, στὴν Ἀνάστασι. Ὥρα τοῦ Ἀσπασμοῦ, τῆς ἀγάπης εἶναι. Νὰ σχωρεθῇς, νὰ τὸ πῇς τοῦ παπᾶ, καὶ θὰ σ᾿ ἀφήση νὰ μεταλάβῃς».

(Ο Αλιβάνιστος 1903)

Το αγαπημένο νησί του Παπαδιαμάντη, η Σκιάθος, η πόλη, από την χερσόνησο Πούντα.

Η συγχώρεση, η πίστη στο θαύμα έτσι όπως ξεχειλίζει από τις σελίδες, αλλά και από την ζωή σε καθημερινή σχεδόν βάση, είναι ένα από τα αγαπημένα στοιχεία του Παπαδιαμάντη. «Παρά τον ρεαλισμό του και την κλινική του ακρίβεια» μου λέει ο Β.Π, « ο Παπαδιαμάντης πιστεύει βιωμένα, ακλόνητα και στο Θαύμα και στους Αγίους. Σου δίνει την αίσθηση όμως πως «ξέρει», πως «θεωρεί» ότι το θαύμα δεν είναι παρά μια ασυνείδητη από τον άνθρωπο δράση που ο ίδιος αποφασίζει να κάνει. Δηλαδή ο μέθυσος που μετά την Ανάσταση σταματά να πίνει, δεν «υπέστη» κάποιο θαύμα – απλά το πήρε απόφαση μέσα του βαθιά, χωρίς να το ξέρει συνειδητά». Οι εκκλησιαστικές αφορμές γίνονται αφορμές ζωής; «Οι ήρωες του κάτι συνειδητοποιούν, κάτι κερδίζουν, κάτι χάνουν επειδή είναι Πάσχα, Ανάσταση, Επιτάφιος. Το τελετουργικό γίνεται το κομβικό σημείο που ξεκινά μια αφήγηση ή το σημείο της επιφοίτησης, το epiphany, της συνειδητοποίησης μιας γνώσης, μιας ενοχής, ενός πόνου, ενός τραύματος που ήρθε η ώρα να επουλωθεί».

Ένα από τα πιο εμφανή χαρίσματα του ήταν σίγουρα πως στρίμωχνε ανάμεσα στις λέξεις του τη θεολογία και την πραγματικότητα. «Ο Παπαδιαμάντης δεν έχει ευσεβισμό» μου λέει ο Β.Π. «Έχει αγάπη για της αξία της εκκλησίας ως κοινότητα, ως οργανικό σύνολο που φτιάχτηκε από το πόνο των ανθρώπων που αναζητούν παρηγοριά, δύναμη – δεν φτιάχτηκε ούτε από ιδεολογία και ούτε από θεολογία αυτή η «οικογένεια». Η αντίληψη  που έχει για την εκκλησία δεν είναι δεσποτική, άλλωστε οι ιερείς του είναι άνθρωποι με πάθη κι αυτοί, με κακίες και ελαττώματα. Αυτό αντικατοπτρίζει ως αξία και μια από τις αρετές του Παπαδιαμάντη, ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, πως πάντοτε συνδύαζε βιωμένα, αυθεντικά, την θεολογία και το τελετουργικό με την πραγματική ζωή. Των πραγματικών ανθρώπων. Των απόκληρων, των φτωχών, των πολύ συνηθισμένων, που τους περιγράφει με απόλυτη δικαιοσύνη και ακρίβεια, αφού ξεφεύγει όχι μόνο από την παγίδα της κατάκρισης και της επίκρισης αλλά ακόμη και της εξιδανίκευσης και του μελοδραματισμού».

Η βιογραφία του Παπαδιαμάντη από τον ίδιο

Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπῆγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ’ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰς ξένας γλώσσας. Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἶτα ἔγραφα στίχους, καὶ ἐδοκίμαζα νὰ συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη  Μετανάστις ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν Σωτρα. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη Ομποροι τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ Μὴ χάνεσαι. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδας.

Τα πασχαλινά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

1. Η τελευταία βαπτιστική (1888)
2. Εξοχική Λαμρή  (1890)
3. Παιδική Πασχαλιά  (1891)
4. Πάσχα Ρωμέικο (1891)
5. Στην Αγι’ Αναστασά (1892)
6. Η Βλαχοπούλα (1892)
7. Λαμπριάτικος Ψάλτης (1893)
8. Ταξίδι – Βαπόρι – Ρωμέικο (1895)
9. Χωρίς Στεφάνι (1896)
10. Κοκκώνα Θάλασσα (1900)
11. Υπό την Βασιλικήν δρυν  (1901)
12. Ο Αλιβάνιστος (1903)
13. Ο Κοσμολαΐτης (1903)
14. Η άκληρη (1905)
15. Η Νοσταλγία του Γιάννη (1906)
16. Τ’ αερικό στο δέντρο (1907)
17. Τραγούδια του Θεού (1912)
18. Το Χριστός Ανέστη του Γιάννη (1914)


O Βαγγέλης Προβιάς γεννήθηκε στον Βόλο το 1973. Είναι συγγραφέας και μεταφραστής, καθώς και εισηγητής σεμιναρίων δημιουργικής γραφής/λογοτεχνίας. Ζει στο Παγκράτι. Μπορείτε να βρείτε τα έργα και τις μεταφράσεις του εδώ

Δημήτρης Πάντσος