Τι συμβαίνει στα Προσφυγικά;

 

Στα Προσφυγικά μένουν άνθρωποι

Ίσως ο λόγος που βρέθηκα στα Προσφυγικά την πρώτη φορά να ήταν η περιέργεια. Όχι δημοσιογραφική, μάλλον ανθρώπινη. Είναι και αυτή η εικόνα που δίνεται από τα ΜΜΕ και από πολλούς σχολιαστές –ειδήμονες και μη-, η εικόνα ενός σύγχρονου «γκέτο». Κακοποιά στοιχεία που διαταράσσουν την ηρεμία της πόλης, αυξάνουν την εγκληματικότητα, εν ολίγοις αγαπημένοι στόχοι της Χρυσής Αυγής.

Ο κάτοικος των Προσφυγικών κι αρχιτέκτονας, Δημήτρης Ευταξιόπουλος

Η αφορμή όμως της επίσκεψής μου ήταν η συνάντηση με τον κύριο Ευταξιόπουλο. Έχει εμφανιστεί και έχει μιλήσει για τα Προσφυγικά πολλές φορές ενώ τώρα τελευταία, εξαιτίας της μεταβίβασης των 137 διαμερισμάτων στο ΤΑΙΠΕΔ, το ενδιαφέρον έχει φυσικά ενταθεί από όλες τις πλευρές. Το διαμέρισμά του δε θυμίζει σε τίποτα το εξωτερικό του κτιρίου. Ανακαινισμένο με κάποια στοιχεία του παρελθόντος διατηρημένα αναλλοίωτα, ηλιόλουστο, εργονομικό. Μας υποδέχεται στο γραφείο του και ξεκινάμε την κουβέντα που έχει συνηθίσει να κάνει επανειλημμένως. Μετά την απαραίτητη ιστορική αναδρομή στα πολιτικά και νομικά ζητήματα, τα ερωτήματα έρχονται στα του παρόντος.

«Οι νόμιμοι ιδιοκτήτες είναι κυρίως μεγάλης ηλικίας. Εγώ είμαι εγγόνι προσφύγων. Η γιαγιά μου αγόρασε το διαμέρισμα στην τιμή των 80.000 δρχ με δέκα δόσεις. Εδώ γνώρισε η μητέρα μου τον πατέρα μου και εδώ γεννήθηκα εγώ με τον αδερφό μου. Πιο παλιά ήταν ένα καλό “τρελοκομείο”. Σκέψου ήμασταν χίλια άτομα σε 228 διαμερίσματα. Χωμάτινοι δρόμοι, χωρίς τον Αγ. Σάββα. Παίζαμε όλη μέρα. Όλοι οι κάτοικοι είχαν αλληλεγγύη μεταξύ τους, μια κυψέλη με πολύ κόσμο. Και κοινό τους χαρακτηριστικό, η προσφυγιά». Το τότε όμως διαφέρει από το τώρα.

Συνεχίζω να αδυνατώ να καταλάβω γιατί το κράτος ως ιδιοκτήτης «κάνει τα στραβά μάτια» στους παράνομους κατοίκους των διαμερισμάτων που, σε τελική ανάλυση, είναι δικά του. «Μέχρι το 2008 που κρίθηκαν διατηρητέα η ΚΕΔ που είχε τα διαμερίσματα αυτά ευελπιστούσε ότι θα μας γκρεμίσει. Σου λέει “άσε να καταλαμβάνονται, να γίνεται τζερτζελές, ντόρος, φασαρία να περνάει κόσμος και να λέει τι μπουρδέλο είναι αυτό”. Αφού κρίθηκαν διατηρητέες όμως, μια χρονιά, νομίζω το 2009 έκανε ένα ντου η ΚΕΔ μαζί με αστυνομικούς και δικαστικούς επιμελητές, ένα πλήθος κόσμου για να ελέγξει τα 137 διαμερίσματά της. Χτύπαγαν τις πόρτες των διαμερισμάτων που μέσα ήταν άνθρωποι, καταληψίες. Από του 150 τους άνοιξαν οι 10, ορισμένοι και νόμιμοι ιδιοκτήτες. Οι υπόλοιποι ηλίθιοι είναι να τους ανοίξουν; Υπήρχε μια πονηρή αδιαφορία. Τα διαμερίσματα κατελήφθησαν από ανθρώπους, διαφορετικούς μεταξύ τους: άπορους, φτωχούς, άρρωστους, αλλοδαπούς, εξαρτημένους, αντιεξουσιαστές, ό, τι θέλεις. Και τώρα είναι εκεί αυτοί οι άνθρωποι. Κατ’ εμέ καλώς, καθώς δεν έχουν στέγη. Εφόσον υπάρχουν άδεια διαμερίσματα. Από το να κοιμάται κανείς σε χαρτόκουτο, καλύτερα να κοιμάται σε ένα πέτρινο σπίτι».

Τον κύριο Ευταξιόπουλο όμως , δεν τον βρήκα χτυπώντας πόρτες σαν την ΚΕΔ. Πριν πάω στην Αλεξάνδρας είχα μιλήσει με τον Φίλιππο Κουτσαφτή, διευθυντή φωτογραφίας και σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ Αγέλαστος Πέτρα. Μπορεί να μένει στου Γκύζη, αλλά έχει στην κατοχή του ένα διαμέρισμα στα Προσφυγικά από το 1998. Εκείνο το σπίτι έγινε το στούντιό του και λειτούργησε έτσι για αρκετά χρόνια μέχρι εσχάτως να γίνει αποθήκη. «Πριν από εμένα, ζούσε μία οικογένεια με τρία μικρά κορίτσια. Όταν αγόρασε τα διπλανά διαμερίσματα η ΚΕΔ άλλαξαν τα πράγματα. Εγώ δεν ήθελα να πουλήσω το δικό μου, όμως από το 2004 και μετά τα υπόλοιπα καταλήφθηκαν από διάφορες “μαφίες”. Όταν μου το διέρρηξαν την πρώτη φορά, το κατήγγειλα στην αστυνομία όμως δεν ήρθε κανείς. Την δεύτερη δεν μπήκα καν στον κόπο. Απλώς αποφάσισα να μετατρέψω το στούντιο σε αποθήκη. Δεν δέχομαι να το πουλήσω όμως, όπως αρνήθηκα και τότε. Αποτελούν κομμάτι ιστορικής μνήμης και θα πρέπει να αντισταθούμε στη διαρκή απαξίωση που είναι σημείο πλέον των καιρών».

Με τον όρο «μαφία» αναφερόταν σε ένα συχνό φαινόμενο όσον αφορά στο μεταναστευτικό στην Ελλάδα. «Καταληψίες» που στην πραγματικότητα «βλέπουν» την ευκαιρία να εκμεταλλευτούν την ανάγκη των συμπατριωτών τους –και μη- για στέγαση και να τους στοιβάξουν σε κάποια τετραγωνικά προκειμένου να πλουτίσουν. Ο κύριος Ευταξιόπουλος επιβεβαίωσε την ύπαρξή τους, σχολιάζοντας όμως την απουσία τους, τουλάχιστον τον τελευταίο χρόνο. Προφανώς το ζήτημα της εγκληματικότητας είναι από τα βασικότερα επιχειρήματα όσων επιδιώκουν την «διαφορετική εκμετάλλευση» των Προσφυγικών, όλοι όμως οι κάτοικοι, ιδιώτες και μη, συναινούν σε ένα σημείο: «κάθε γειτονιά έχει ενδεχομένως προβλήματα, η δική μας δε διαφέρει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα φαινόμενα εδώ είναι συχνότερα».

Βγαίνοντας από το διαμέρισμά του, πετυχαίνουμε στο διπλανό κτίριο δύο παιδιά με τις σχολικές τους τσάντες στους ώμους, συνοδευόμενα από τη μητέρα τους. Στην αρχή ήταν διστακτική. «Έχουν έρθει τόσοι να μου μιλήσουν, δεν θέλω άλλο πια». Μας υποδέχεται όμως στο διαμέρισμά της, στο ισόγειο του κτιρίου, για μια μικρή κουβέντα ενώ ετοιμάζει το μεσημεριανό. Είχε έρθει για δεύτερη φορά από την Αλβανία μαζί με τον άντρα της και το σπίτι το βρήκε μέσω του αδερφού της που μένει στην απέναντι πολυκατοικία. Το νοικιάζουν νόμιμα για 130 ευρώ τον μήνα κι έχουν φτιάξει και μια μικρή, δική τους αυλή, πλάι στην κουζίνα. Τα παιδιά κοιμούνται στους δύο καναπέδες που βρίσκονται στο σαλόνι και ο μεγαλύτερος διαβάζει στο μικρό αποθηκάκι που έχουν μετατρέψει σε γραφείο. Δε φοβάται να αφήνει τα παιδιά της να παίζουν στους κοινόχρηστους χώρους, δεν βρίσκει τον λόγο.

Η ώρα του φαγητού φτάνει και μαζί με εκείνη η ιδανική ευκαιρία για μια βόλτα μεταξύ των κτιρίων. Λίγα παράθυρα πιο πέρα υπάρχει ένα απλωμένο πάπλωμα. Πάνω από εκείνο, δύο άνδρες συνομιλούν σε μία γλώσσα ακατανόητη. Ξεκινά μια συζήτηση σε σπαστά αγγλικά με μπόλικη χρήση της ελεύθερης νοηματικής γλώσσας. Τέσσερις μετανάστες, τρεις από τη Συρία και ένας από το Ιράν μένουν σε εκείνο το διαμέρισμα του ισογείου, χωρίς να πληρώνουν ενοίκιο σε κάποιον. Δεν ξέρουν την ιστορία του συγκροτήματος, και δεν τους απασχολεί. Προσπάθησαν σκληρά να έρθουν στην Ελλάδα πριν δύο χρόνια, κινδύνευσαν, απέφυγαν σφαίρες και έφτασαν εν τέλει στην Αθήνα μαθαίνοντας από κάποιον φίλο τους ότι μπορούν να βρουν στέγη εδώ. Δε θέλουν να μείνουν εδώ για πάντα, ούτε στα Προσφυγικά ούτε στην Ελλάδα. Εξάλλου, ο Σύριος πιστεύει –όπως εξήγησε με σαφείς χειρονομίες- ότι η ελληνική κυβέρνηση βοηθά την αιτία της μετανάστευσής του, τον Σύριο πρόεδρο. Δεν ήθελαν να φωτογραφηθούν, αυτό βέβαια δεν προκαλεί έκπληξη. Το περίεργο ήταν η προθυμία που είχαν να επικοινωνήσουν τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν και συνεχίζουν να βιώνουν.

Αυτή η προθυμία όμως δεν είναι συχνό φαινόμενο σε όσους μένουν εκεί. Πριν καν ολοκληρώσω τη φράση «είμαι δημοσιογράφος», η πόρτα κλείνει απότομα πίσω τους. Ή το παράθυρο. Όπως εκείνη η γυναίκα που έπλενε τα πιάτα και μου μιλούσε από το μικρό παραθυράκι της κουζίνας. «Έχω παιδιά, είμαι άρρωστη, δε θέλω να μιλήσω γιατί φοβάμαι ότι θα μείνω στο δρόμο» λέει χαμηλόφωνα και απομακρύνεται. Ταυτόχρονα όμως περνούν κάποιοι άλλοι «γείτονες». Δεν είναι κάτοικοι αλλά περαστικοί από το διπλανό κτίριο. Ένστολοι που κάνουν την μεσημεριανή τους βόλτα από την ΓΑΔΑ στον Άρειο Πάγο και τούμπαλιν. Εκείνοι όμως πώς αντιμετωπίζουν τους ενοίκους των πολυκατοικιών; Μία φράση συνοψίζει την άποψή τους: «ο θάνατος σου η ζωή μου». Λένε ότι δέχονται καταγγελίες αλλά παράλληλα δείχνουν άγνοια για το τι ακριβώς εκτυλίσσεται. Ή καλύτερα, γενικεύουν, βασισμένοι σε μεμονωμένα περιστατικά.

Κώστας Γρίβας, επίσης κάτοικος Προσφυγικών

Οι αστυνομικοί φεύγουν από τα πλαϊνά σκαλάκια ενώ στο διπλανό κτίριο γίνονται εργασίες συντήρησης. Ο κύριος Κώστας Γρίβας ανακαινίζει το διαμέρισμά του, ένα από τα λίγα ιδιόκτητα πλέον καθώς όπως συνηγορεί κι ο ίδιος «οι δημόσιες υπηρεσίες άρπαξαν τα υπόλοιπα από τους περισσότερους κατοίκους». Εκείνος μεγάλωσε σε αυτό το σπίτι και η κόρη του μένει στο απέναντι διαμέρισμα μαζί με την οικογένειά της. «Εδώ που είναι παρκαρισμένα τα αυτοκίνητα είναι κοινόχρηστοι χώροι. Δε μας βοηθά ο δήμος σε τίποτα. Τα δέντρα των κοινόχρηστων χώρων τα κόβουμε μόνοι μας. Οι παλαιότεροι κάτοικοι έχουμε ζήσει την υπέροχη αυτή γειτονιά με τους κατοίκους να ανταλλάσσουν “καλημέρα” και θέλαμε να διατηρηθεί αυτό. Είχαμε προτείνει να αγοράσουμε τα σπίτια που είναι ερημωμένα και να τα ανακαινίσουμε, όμως μας το αρνήθηκαν. Επειδή ακριβώς κρίθηκαν διατηρητέα, δε με αφήνουν να φτιάξω το ετοιμόρροπο μπαλκόνι. Εκείνοι θέλουν να μας κλέψουν αυτόν τον παράδεισο». Είναι αγανακτισμένος. Βλέπει τον χώρο που μεγάλωσε να απαξιώνεται από κάθε εξωτερικό παρατηρητή και να δέχεται διαρκείς απειλές και παρεμβολές από παράγοντες που εις βάρος του θέλουν να πλουτίσουν.

Σε εκείνο το σημείο φτάνουν δύο άτομα- κάτοικοι των Προσφυγικών και μέλη της Συνέλευσης Κατειλημμένων Προσφυγικών (ΣΥ.ΚΑ.ΠΡΟ.) οι οποίοι αρνήθηκαν να μιλήσουν απευθείας, θεωρώντας προτιμότερο να βρεθούμε στην εβδομαδιαία συνέλευσή τους, όπως κι έγινε. Στην συνέλευση συμμετέχουν όλοι, ανεξαρτήτως πολιτικού χώρου και εθνικότητας. Συγκεντρώνονται και συζητούν τα κτιριακά προβλήματα, οργανώνονται για να τα αντιμετωπίσουν, «μία ενέργεια από την βάση, χωρίς το εποικοδόμημα» όπως λέει ένα από τα μέλη της. Κοινή τους παραδοχή είναι η αίσθηση της γειτονιάς, της κοινότητας. «Κατεβαίνω στα Εξάρχεια και νιώθω σα να έφυγα από το χωριό και να ήρθα στην πόλη», σχολιάζει μία γυναίκα η οποία μένει σε ένα από τα διαμερίσματα τον τελευταίο χρόνο, αφού στο παλιό της ήταν στα πρόθυρα της έξωσης. Για τους δύο νέους που βρίσκονται εκεί, η κατάληψη είναι το κύριο μέλημά τους. «Υπάρχει ιδεολογική βάση γιατί μέσω της κατάληψης δημιουργούμε μία κολεκτίβα, μία μικρή κοινωνία που προσφέρει βοήθεια και ασφάλεια σε όσους έχουν ανάγκη» τονίζει ένας από τους καταληψίες στην συζήτηση για τα ζητήματα αλληλεγγύης που προκύπτουν συχνά προς όλους τους γείτονες και τις αντίστοιχες συνελεύσεις. «Εδώ είναι μια γειτονιά που ξέρεις τους πάντες και όπου οι μετανάστες –σε αντίθεση με άλλες γειτονιές- δεν είναι αόρατοι, περιθωριοποιημένοι. Εδώ έχουν όνομα».

Πράγματι εκεί που επιμένουν περισσότερο είναι στο θέμα της συλλογικότητας που προσπαθούν να κατακτήσουν. Μέσα στις συνθήκες της κρίσης άλλωστε η αβεβαιότητα δεν είναι ζήτημα μόνο όσων μένουν παράνομα σε ορισμένα δημόσια κτίρια. Ένας βούλγαρος μετανάστης διακόπτει την ιδεολογική συζήτηση περί οικοδομήματος, εποικοδομήματος, ταξικής συνείδησης και άλλων συναφών προσθέτοντας ίσως το πιο πραγματικό και ουσιαστικό επιχείρημα: «εμείς τουλάχιστον εδώ δε βρεχόμαστε, δε μας χτυπά ο αέρας».

Ο ίδιος λίγες μέρες μετά θα μας υποδεχθεί στο σπίτι του. Τον συναντήσαμε τυχαία ενώ έβγαζε βόλτα τα τρία σκυλάκια του. Ανοίγοντας την πόρτα του διαμερίσματος φαίνονται ξεκάθαρα τα σημάδια του χρόνου και της εγκατάλειψης όπως και οι προσπάθειες για την επιδιόρθωσή τους. «Μένω εδώ με ακόμη πέντε άτομα. Όλα όσα έχω κάνει τα έχω κάνει μόνος μου, δε με βοήθησε κανείς» μας λέει δείχνοντας τα άτσαλα, πρόχειρα μπαλώματα στους τοίχους. Στο διαμέρισμα του κάτω ορόφου έχει στοιβάξει όλα τα χαρτιά που χρειάζεται για να πάρει την πολυπόθητη άδεια παραμονής ενώ στην άλλη γωνία είναι τοποθετημένα τα υλικά που έχει αγοράσει για να συνεχίσει τις επιδιορθώσεις. «Δεν θα καταφέρω μάλλον τίποτα από τα δύο, αλλά θα προσπαθήσω». Συνεχίζοντας την κουβέντα μιλά για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει όχι στο κτίριο καθαυτό, αυτά τα έχει συνηθίσει. Πιο πολύ τον δυσκολεύει η στάση της ελληνικής κοινωνίας και των κρατικών φορέων. Θυμάται ένα περιστατικό όταν χρειάστηκε να έρθει κάποιο ασθενοφόρο στο κτίριο. Δεν ήρθε ποτέ.«Όταν τους λες ότι μένεις στα Προσφυγικά είναι σα να σε αγνοούν τελείως. Δεν υπάρχεις σαν άνθρωπος».

Και κάπου εκεί οι δημοσιογράφοι φεύγουν, τα λεπτά της δημοσιότητας τελειώνουν και οι κάτοικοι, παράνομοι ή νόμιμοι, μένουν στα ίδια σπίτια που τους βρήκαμε, με τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες αγωνίες. Το ζήτημα αυτής της «εξερεύνησης» στα Προσφυγικά ήταν και παραμένει ένας προβληματισμός. Αυτό που τείνει να προβάλλεται και να «δαιμονοποιείται» είναι η έννοια της «κατάληψης». Μια ενέργεια που σχεδόν αυτόματα αποκτά εγκληματική χροιά, ενώ στην ουσία δημιουργεί μία κοινότητα ανθρώπων που δίνει πνοή σε ξεχασμένα, δημόσια διαμερίσματα ή ακόμη χειρότερα –αλλά σωστότερα- σε διαμερίσματα όπου μένουν ανεκμετάλλευτα εξαιτίας της αδιαφορίας και του διαρκούς κυνηγιού για κέρδος.

Εκείνο που παραμένει είναι ποιος θα κερδοφορήσει από την συγκεκριμένη μεταβίβαση και ποια είναι τελικά το ζητούμενο. Ένα κράτος αλληλεγγύης που έχει ως βασικό σκοπό την προστασία των πολιτών ή ένα κράτος που θέτει, στηρίζει και παίζει με όρους καπιταλιστικούς, απαξιώνοντας τις ανθρώπινες ανάγκες και ενισχύοντας τις οικονομικές;

(όλες οι φωτογραφίες της Ασπασίας Κουλύρα στο παρακάτω slide show)

Page: 1 2

Λήδα Αδαμάκη - Τράντου

Share
Published by
Λήδα Αδαμάκη - Τράντου