Categories: ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Τι Δουλειά Κάνουν οι Fixers και Γιατί Είναι Περιζήτητοι στην Ελλάδα της Κρίσης;

H ιστορία συνήθως ξεκινάει με κάποιο τηλεφώνημα. Είτε ο προηγούμενος αρρώστησε κι έπρεπε να γυρίσει σπίτι του, είτε απλώς η Ελλάδα βρίσκεται πάλι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και η αυξημένη ζήτηση για fixers έχει «στεγνώσει» την αγορά. Κάπου εκεί έρχεται η ευκαιρία σου να δουλέψεις για κάποιο ξένο μέσο ενημέρωσης -εφημερίδα, ραδιόφωνο, τηλεόραση, από όλα έχει ο μπαξές- που έρχεται στην Ελλάδα και ψάχνει για ιστορίες που θέλει να διαβάσει διακαώς ο κόσμος στο εξωτερικό. Μην ξεχνάμε, η Ελλάδα βρίσκεται στο προσκήνιο της οικονομικής κρίσης εδώ και 6 χρόνια, κι εσχάτως φιλοξενεί και την αντίστοιχη προσφυγική.

Τι δουλειά κάνει ο fixer; Καταρχάς πρέπει, όπως λέει και η λέξη, να διαμορφώσει το πρόγραμμα του ξένου δημοσιογράφου στο «σημείο ενδιαφέροντός» του, εκεί δηλαδή όπου χτυπάει η καρδιά της είδησης, παίζοντας το ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ των συντελεστών που αποτελούν την ερευνητική ομάδα. Συχνά όμως ο ρόλος του fixer περιλαμβάνει κι εκείνον του παραγωγού, ο οποίος προσπαθεί να πείσει τον πεινασμένο δημοσιογράφο ότι η είδηση και η ιστορία που του προτείνει είναι φρέσκια και αξίζει να καταναλωθεί.

Το πρώτο βήμα για να μπεις σε αυτή την αγορά είναι να βρεις την τρύπα και να πάρεις το «βάπτισμα του πυρός». Το οποίο, συχνά, οφείλεται αποκλειστικά στην τύχη. Το πρώτο fixing «έγινε τυχαία, μου ζήτησε μία φίλη δημοσιογράφος να την αντικαταστήσω εκτάκτως», αναφέρει στην Popaganda η Ιωάννα Λουλούδη, που εργάζεται περιστασιακά ως fixer για βρετανικά ΜΜΕ. Όπως αναφέρει η ίδια, το πρώτο της fixing ήταν μία τραυματική εμπειρία: «Δούλεψα για πρώτη φορά ως fixer την 29η Ιουνίου 2011, ημέρα ψήφισης του μεσοπρόθεσμου προγράμματος στη Βουλή, που έμεινε στην ιστορία ως η μέρα που η Αθήνα πνίγηκε στα δακρυγόνα. Έτυχε να είμαι με ένα τηλεοπτικό συνεργείο που δεν είχε φέρει μάσκες μαζί κι έναν δημοσιογράφο που ήθελε να κάνει stand up μέσα στα δακρυγόνα. Ήμασταν στην κυριολεξία οι τελευταίοι άνθρωποι που φύγαμε από την γωνία της Μεγάλης Βρετάνιας προς τη Βουκουρεστίου όταν ξεκίνησαν τα επεισόδια και, καθώς τρέχαμε, ένιωθα πως θα μείνω στον τόπο. Δεν μπορούσαμε να αναπνεύσουμε, μας έσωσαν κάποια “άγια” παιδιά με maalox.  Μετά από το πρώτο “βάπτισμα”, προσαρμόστηκα γρήγορα…».

Είτε λόγω των τεταμένων συνθηκών, είτε λόγω του νεαρού της ηλικίας, το πρώτο fixing κατά κανόνα σε ψαρώνει, σε βαθμό που ίσως να μην «καίγεσαι» να το ξανακάνεις: «Ο πρώτος δημοσιογράφος με τον οποίο συνεργάστηκα ήταν μία απαίσια προσωπικότητα ως άνθρωπος και πλήρωνε πολύ άσχημα, σε βαθμό που νόμισα ότι αυτός ήταν ο κανόνας και δεν ήθελα να δουλέψω ξανά ως fixer. Τελικά, με τον καιρό κατάλαβα ότι μου είχε κάτσει η αρνητική εξαίρεση», αναφέρει ο Δημήτρης, ο οποίος συνεργάζεται ακόμα με τον παραπάνω δημοσιογράφο και για ευνόητους λόγους δε θέλησε να μας αποκαλύψει το επώνυμό του

Σιγά-σιγά ξεψαρώνεις και έρχονται πιο «άνετες μέρες», αν μάλιστα αρχίζεις να αποκτάς και τα χαρακτηριστικά που σε κάνουν καλό fixer. «Υπομονή, επιμονή, παρατηρητικότητα, ευελιξία και καλή ενημέρωση: αυτά είναι τα όπλα του fixer στο κυνήγι της είδησης», λέει η Ιωάννα. «Πρέπει να μιλάς καλά τη γλώσσα της χώρας από την οποία προέρχεται το μέσο, να έχεις καλή εποπτεία της επικαιρότητας και κυρίως να έχεις καλή ατζέντα», αναφέρει η Μαρία Λούκα, δημοσιογράφος που έχει εργαστεί ως fixer για την αμερικανική εφημερίδα Washington Post

«Πήγαμε σε ένα ελληνάδικο στα λαδάδικα. Άρχισε να κατεβάζει τα κρασιά και τα τσίπουρα το ένα μετά το άλλο και στο τέλος έγινε τύφλα. Μετά, χώθηκε σε κάτι κοριτσοπαρέες…», Δημήτρης

Το να συνεργάζεσαι με δημοσιογράφους της δυτικής όχθης του Ατλαντικού αποτελεί σίγουρα ιδιαίτερη εμπειρία: «Είναι αρκετά ευγενικοί και τυπικοί στη συμπεριφορά και τη δουλειά τους. Κάθε φορά που κάναμε κάποια φωτογράφιση, ζητούσαν πάντα την έγγραφη συναίνεση του φωτογραφιζόμενου, για να είναι νομικά καλυμμένοι», αναφέρει η Μαρία, για να προσθέσει σχετικά με τη δημοσιογραφική δεοντολογία του αγγλοσαξονικού χώρου: «Όταν κάναμε ρεπορτάζ την περίοδο του δημοψηφίσματος, ο κόσμος με ρωτούσε τι θα ψηφίσω και συζητούσαμε για πολιτική. Αυτό φαινόταν πολύ περίεργο στον δημοσιογράφο με τον οποίο συνεργαζόμουν, καθώς πίστευε ότι οι δημοσιογράφοι είναι ανεξάρτητοι και ότι δεν επιτρέπεται να τοποθετούνται πολιτικά». 

Μία άλλη διαφορά μεταξύ Ελλήνων και ξένων δημοσιογράφων είναι το άτιμο το βιολογικό ρολόι, που τους επιτρέπει να είναι πολύ πιο πρωινοί τύποι από εμάς τους αυτόχθονες: «Συνήθως ξεκινούν τη δουλειά από νωρίς και κανονίζουν το ραντεβού συνάντησης του συνεργείου στις 8 το πρωί», λέει η Μαρία. «Εδώ ξυπνάμε πιο αργά γιατί το τραβάμε και πιο αργά, κάτι που από την άλλη δυσκολεύει πολύ τους ξένους. Τους φαίνεται περίεργο ότι ο πρωθυπουργός μίας χώρας βγαίνει και μιλάει στις 12 το βράδυ. Αυτό είναι έξω από τους ρυθμούς τους και τους κουράζει πολύ». Πού να ήξεραν ότι η ελληνική βουλή είναι μαγαζί που ανοίγει μετά τη δύση του ηλίου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η διαφορά αντιλήψεων στην προσέγγιση της δουλειάς προκαλεί συχνά τριβές κι εντάσεις μεταξύ fixers και λοιπών συνεργατών. «Σε μία ιδιαίτερα απαιτητική δουλειά καλείσαι σε πολύ λίγο χρόνο να οργανώσεις και να συνδιαμορφώσεις δημοσιογραφικά θέματα, να καλύψεις τις διαδικαστικές απαιτήσεις και να λύσεις κάθε πρόβλημα που προκύπτει», σημειώνει η Ιωάννα. «Ο fixer είναι απαραίτητο να διαχειρίζεται καλά την πίεση και να μεταδίδει την ελληνική επικαιρότητα και τα θέματα στη ρεαλιστική τους διάσταση στους ξένους δημοσιογράφους. Πρέπει να αντιλαμβάνεται εγκαίρως τι ακριβώς προσπαθούν να πούν στο ρεπορτάζ τους, καθώς συχνά τα προβλήματα πηγάζουν από κακή επικοινωνία ακριβώς σε αυτό», προσθέτει.

Καλά όλα αυτά, αλλά κάποτε θα πρέπει και να πληρωθούμε. «Η αμοιβή εξαρτάται από τη συμφωνία με το εκάστοτε μέσο», αναφέρει η Ιωάννα, με το μέσο όρο, όπως επισημαίνει η Μαρία Λούκα, «να κινείται στα 200 ευρώ την ημέρα». Βέβαια, δεν λείπουν και οι δημοσιογράφοι που εκμεταλλεύονται την κρίση στην Ελλάδα και δίνουν όπου μπορούν ψίχουλα. «Στην πρώτη συνεργασία μου δεν είχα ιδέα πόσα λεφτά παίρνει ο fixer και δέχθηκα να δουλέψω με 70 ευρώ την ημερα. Μετά, όταν έμαθα ότι άλλοι πληρώνονται με 150 ευρώ την ημέρα, ένιωσα τουλάχιστον ηλίθια», αναφέρει η Κωνσταντίνα, νεαρή δημοσιογράφος που μετά την τραυματική εμπειρία προσέχει καλύτερα τα ποσά που ζητάει. «Ο τύπος ήταν έτσι με όλους τους δημοσιογράφους και συνεργάτες του, ακόμη και αυτούς που δούλευαν στο κανάλι του. Στο τέλος κατάλαβα ότι όλοι τον έβριζαν. Και δεν είχαν άδικο».

Αφού δουλέψουμε και πληρωθούμε, όλοι έχουμε ανάγκη από μία κάποια χαλάρωση και «αποσυμπίεση», όπως αναφέρει η Ιωάννα. Μετά τη δουλειά, «συνήθως ακολουθεί μια βόλτα για φαγητό ή ένα γρήγορο ποτό. Οι ξένοι δημοσιογράφοι ζητούν προτάσεις για το πού να πάνε, προσπαθούν συνήθως να αποφύγουν τις τουριστικές επιλογές και προτιμούν να πηγαίνουν εκεί όπου συχνάζουν οι κάτοικοι της περιοχής όπου βρισκόμαστε. Οι συζητήσεις κινούνται γύρω από την επικαιρότητα, αλλά όχι σπάνια καταλήγουν επί παντός επιστητού».  «Αν και η αγγλοσαξονική καταγωγή των δημοσιογράφων με τους οποίους συνεργάστηκα δεν αφήνε πολλά περιθώρια οικειότητας για παρέα, συχνά σου κάνουν ερωτήσεις γύρω από τη ζωή σου, το πώς είναι να ζεις μέσα στην κρίση και πώς αυτή επηρεάζει την καθημερινότητά σου», αναφέρει από την πλευρά της η Μαρία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Φυσικά τα ευτράπελα είναι μέσα στο πρόγραμμα της «δημοσιογραφικής νύχτας». «Κατά τη διάρκεια ενός fixing στη Θεσσαλονίκη, ο Πορτογάλος δημοσιογράφος με τον οποίο δούλευα μου ζήτησε να πάμε να φάμε σε ένα ελληνικό μαγαζί», αναφέρει ο Δημήτρης. «Πήγαμε σε ένα ελληνάδικο στα λαδάδικα. Άρχισε να κατεβάζει τα κρασιά και τα τσίπουρα το ένα μετά το άλλο και στο τέλος έγινε τύφλα. Μετά, χώθηκε σε κάτι κοριτσοπαρέες, όπου και γνώρισε μία Ελληνίδα δημοσιογράφο τοπικής εφημερίδας. Αυτή δεν είχε ιδέα από πορτογαλικά, ενώ αυτός δεν μιλούσε λέξη αγγλικά. Έτσι κατέληξα να μεταφράζω εγώ το καμάκι του Πορτογάλου. Αν και το έλεγε η καρδούλα του, το ειδύλλιο δεν ευοδώθηκε, με αποτέλεσμα να μου μείνει τύφλα στα χέρια και να τον σέρνω κυριολεκτικά μέχρι το ξενοδοχείο στο οποίο έμενε. Το πρωί δεν θυμόταν, ή μάλλον έκανε ότι δεν θυμόταν, τίποτα».

Αξίζει τελικά να κάνει κανείς αυτή την τρελή δουλειά; «Το fixing σε ανταμοίβει, καθώς είσαι εκεί όπου συμβαίνουν σημαντικά γεγονότα, τα οποία πιθανώς να μην είχες διαφορετικά τη δυνατότητα να καλύψεις δημοσιογραφικά, ενώ και η συνεργασία με τους ξένους δημοσιογράφους μπορεί να βοηθήσει να βελτιώσεις τις ικανότητές σου», αναφέρει η Ιωάννα. «Αν και δεν θα επέλεγα να δουλέψω αποκλειστικά ως fixer», προσθέτει η Μαρία, «η εργασιακή επισφάλεια της εποχής και η συμπίεση του μισθολογικού κόστους στον κλάδο του τύπου κάνει το fixing μία διέξοδο, αφού άλλωστε παραμένει μία καλά αμοιβόμενη εργασία. Παράλληλα είναι σημαντική εμπειρία να δουλέψεις ως παραγωγός για μεγάλα media του εξωτερικού. Μπορείς να μάθεις πολλά πράγματα».

Αν λοιπόν σου αρέσει να σε κυνηγούν δημοσιογράφοι και να κυνηγάς κι εσύ με τη σειρά σου την είδηση, τότε ξεκίνα να μαζεύεις τηλέφωνα για μία καλή ατζέντα, φτιάξε γερό στομάχι και κάνε τα κονέ σου. Όσο η Ελλάδα είναι το κέντρο του κόσμου, οι fixers είναι καταδικασμένοι να έχουν δουλειές με φούντες.

Θοδωρής Χονδρόγιαννος

Share
Published by
Θοδωρής Χονδρόγιαννος