Στην Ελευσίνα μια φορά

Μία από τις πέντε ιερές πόλεις της αρχαιότητας, η πρώτη βιομηχανική περιοχή της Ελλάδας, ένας τόπος έλευσης και διέλευσης, όπως προδίδει και το όνομά της, η Ελευσίνα είναι ο τόπος όπου συναντιούνται τουλάχιστον τρεις κόσμοι. Μπροστά από τον αρχαιολογικό χώρο όπου τελούνταν τα Ελευσίνια Μυστήρια προς τιμήν της θεάς Δήμητρας και της Περσεφόνης είναι συγκεντρωμένοι τουρίστες, στην παραλία όπου υψώνονται τα φαντάσματα των μεγάλων βιομηχανιών, όπως ο Κρόνος, μερικοί γενναίοι κάνουν βουτιές και λίγα μέτρα πιο πάνω, μετά την εκκλησία των Δώδεκα Αποστόλων, ξεκινά ο προσφυγικός συνοικισμός της Ελευσίνας.

Γάτα ποζάρει στο φακό.

Βρεθήκαμε στην αντιφατική και μυστηριώδη η Ελευσίνα για ένα θέμα και μετά αποφασίσαμε να κάνουμε μια βόλτα και να εξερευνήσουμε μια περιοχή που στους περισσότερους Αθηναίους ίσως να μοιάζει εξωτική και άγνωστη. Ίσως για έναν τόπο που απλά προσπερνάνε στην Εθνική Οδό. Εμείς σταματήσαμε και αναζητήσαμε να βρούμε παλιές ιστορίες. Που θα τις βρίσκαμε όμως;  Όσοι ρωτήσαμε για το που θα μπορούσαμε να συναντήσουμε παλιούς κατοίκους να μας τις διηγηθούν,  μας κατεύθυναν προς «το καφενείο του Λαζάρου» ή αλλιώς Οδεμήσιον, το πιο παλιό καφενείο της περιοχής, πίσω από το οποίο αναπτύσσεται και ο προσφυγικός συνοικισμός.

Η πρόσοψη του Οδεμήσιον. Μια πόρτα στο χρόνο.

Το Οδεμήσιον άνοιξε στην Ελευθερίου Βενιζέλου το 1924 από τον Συμεών Λαζαρίδη και είναι στα χέρια της οικογένειας επί τέσσερις γενιές. Ο Λάζαρος και ο Συμεών Λαζαρίδης, τα εγγόνια του, που μόλις παρέδωσαν την επιχείρηση στα δικά τους παιδιά, πηγαίνουν ακόμα στο καφενείο καθημερινά, με ένα μονάχα διάλλειμα για μεσημεριανό ύπνο. Εμείς τους πετύχαμε εκεί και πίνοντας ένα μονό ελληνικό, μας διηγήθηκαν την ιστορία της οικογένειας Λαζαρίδη και του Οδεμήσιον, που είναι και αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του προσφυγικού συνοικισμού.

Συμεών και Λάζαρος Λαζαρίδης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Ο παππούς μας ήταν από το Ντεμίσιο, εξ’ ου και το όνομα της επιχείρησης.  Όταν ήρθε είχε τρία επώνυμα, Λαζαρίδης ή Λαζάρου ή Αλάς Εχερλί, που ήταν το χωριό που γεννήθηκε. Για αυτό σας είπαν πηγαίνετε στο καφενείο του Λαζάρου και όχι στο Οδεμήσιον. Το καφενείο άνοιξε το 1924, όταν ήταν πια ξεκάθαρο στον παππού μας, αλλά και στους υπόλοιπους πρόσφυγες, πως δε θα γύριζαν πίσω, αν και αυτό πίστευαν. Ο κόσμος όταν ήρθε εδώ υπέφερε, από τη μια γιατί δεν είχε τίποτα παρά ένα μπόγο και έπειτα γιατί ζήσανε σε άθλιες συνθήκες. Οι ντόπιοι τους έκαναν το βίο αβίωτο. Σίγα – σιγά όμως, οι πρόσφυγες έφεραν τον πολιτισμό. Με τις ταβέρνες μάλιστα κυρίως. Ο κάθε άντρας τότε, το κάθε παλικάρι, πήγαινε να βρει παρηγοριά στο πότο, «την άλλη πατρίδα», αφού η «καλή» όλο και απομακρύνονταν.

Αργότερα το καφενείο πέρασε στον πατέρα μας, Χρήστο Λαζαρίδη. Δίπλα ήταν το σπίτι μας, οπότε μεγαλώσαμε κυριολεκτικά μέσα στο μαγαζί. Κουβαλάγαμε καρέκλες, πλέναμε κανένα ποτήρι. Έρχονταν οι δάσκαλοι μετά το σχολείο στο καφενείο και εμείς φοβόμαστε. Στην αρχή κρυβόμαστε μη μας δουν και μετά όταν μεγαλώσαμε λίγο εκεί τετάρτη, πέμπτη δημοτικού, καθόμαστε εκεί σε ένα τραπεζάκι και κάναμε ψέματα ότι μελετάμε κι έτσι μας πέρνaγαν στο μάθημα.

Απόκριες ’57. Στην φωτογραφία με το μουστάκι και το τούρκικο σαρίκι διακρίνεται ο Συμεών Λαζαρίδης.

Το ’60, όταν πέθανε ο πατέρας μας, αναλάβαμε το μαγαζί.

Συμεών:  Ήμουν ηλεκτρολόγος, δούλεψα στα ναυπηγία και όταν πέθανε ο μπαμπάς γύρισα στο μαγαζί.

Λάζαρος: Ήμουν 13 όταν πέθανε ο μπαμπάς, ήρθανε με σταματήσανε από το σχολείο και μου παν εσύ είσαι υπεύθυνος τώρα. Η ουσία του μαγαζιού όμως ήταν η μάνα μας. Η μάνα ήταν το στήριγμα. Όλοι λέγανε να ποιούμε ένα καφέ από τα χέρια της Κυρά – Λένης. Ήταν εδώ στο μαγαζί μέχρι τα 80 της χρόνια.

 Το καφενείο άνοιξε το 1924, όταν ήταν πια ξεκάθαρο στον παππού μας, αλλά και στους υπόλοιπους πρόσφυγες, πως δε θα γύριζαν πίσω, αν και αυτό πίστευαν.

Η Ελευσίνα όταν ήμαστε νέοι ήταν σαν χωριό, εδώ που βλέπεις το δρόμο ήταν περιβόλια και καρόδρομοι. Στην Ελ. Βενιζέλου, κάθε Σάββατο γινόταν ο χαμός. Ήταν οι ταβέρνες του Θεοφανάκη, του Καρατζά και το Κατσέλη όπου μαζεύονταν οι άντρες για να φάνε και να πιούν.  Όταν μάλιστα το λιμάνι γιόρταζε, των Ταξιαρχών, επικρατούσε πανικός. Και το λιμάνι για να ‘ναι εντάξει, κάθε χρόνο έκανε τη γιορτή σε ένα από τα μαγαζιά. Τον ένα χρόνο σε μας, τον άλλο χρόνο στον Καρατζά και πάει λέγοντας».

Μονομαχία σε εξέλιξη…

Οι απογευματινοί θαμώνες.

Εφημερίδα και μονός ελληνικός στο ιστορικό καφενείο.

Στο τραπεζάκι μας κάθισε και ο Θόδωρος Τσακμακίδης, ξάδερφος των αδερφών Λαζαρίδη και αρχίσαμε τις ιστορίες για την προσφυγιά. Ο κύριος Λάζαρος, έκανε πρόσφατα και ένα ταξίδι στη Σινασό όπου γεννήθηκε η μητέρα του, η θρυλική Κυρά – Λένη. Μιλώντας για αυτό θυμήθηκα ότι πριν καθίσουμε στο τραπέζι, ο κύρος Συμεών μας είπε «οτούρ», δηλαδή «καθίστε» στα Τούρκικα. Τους ρώτησα τότε για το πώς νιώθουν απέναντι στον αιώνια άσπονδο γείτονα. «Δεν νιώθουμε εχθρικά απέναντι τους επειδή είμαστε γόνοι προσφύγων. Οι Έλληνες της Μ. Ασίας ζούσαν αρμονικά με τους Τούρκους και πολλοί είναι οι Τούρκοι που κρύψανε στα σπίτια τους Έλληνες για να τους σώσουν από την καταστροφή. Επίσης έχουμε και πλήρη γνώση του τι συνέβαινε και στο πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας εκείνη την εποχή και οδήγησε στην μικρασιατική καταστροφή.» Εκείνη την στιγμή πέρασε έξω από το καφενείο ένας μετανάστης και ο κύριος Συμεών τον φώναξε «Αλί! Βρε Αλί!». Ο Αλί πλησίασε και ο Συμεών του έσφιξε το χέρι. Με ένα πλατύ χαμόγελο και οι δύο και έχοντας πάντα τα χέρια ενωμένα, αντάλλαξαν μερικές κουβέντες ώσπου ο Αλί έφυγε. Ο κύριος Συμεών εντόπισε το βλέμμα μας και σα να άκουσε όσα σκεφτόμαστε μας είπε: «Αυτός που έχει ξεριζωθεί, την καταλαβαίνει την προσφυγιά. Τον πονά τον άλλο».

Πριν φύγουμε από το καφενείο, πήραμε οδηγίες από την ατρόμητη τριανδρία για να περιηγηθούμε στο συνοικισμό, καθώς και ένα βιβλίο το οποίο μας έκαναν δώρο, το «Ο δικός μας συνοικισμός» του Βαγγέλη Κουκούλογλου.

Το βιβλίο που μας χάρισαν τα αδέρφια Λαζαρίδη.

Η συντάκτρια της Popaganda Φιλίππα Δημητριάδη ακούει τις ιστορίες του κυρίου Λάζαρου. Στο βάθος ο Συμεών Λαζαρίδης με τον ξάδερφό του Θόδωρο.

Πήραμε την Δαρδανελλίων και χαθήκαμε μέσα στα στενά του οικισμού. Τα περισσότερα κτίσματα είναι πλίνθινες χαμηλές μονοκατοικίες με αυλές, τις οποίες παραδοσιακά στολίζουν γλάστρες με κατακόκκινα γεράνια. Απ’ έξω από τα περισσότερα σπίτια μάλιστα υπήρχε και μια ψησταριά. Μάλλον το υπαίθριο ψήσιμο είναι μια από τις αγαπημένες δραστηριότητες των κατοίκων του συνοικισμού. Προχωρώντας βαθύτερα στα μικρά στενά που φέρουν όλα ονόματα μικρασιατικών πόλεων, κυριαρχεί μια εικόνα εγκατάλειψης, καθώς πολλά σπίτια έχουν ρημάξει. Σε άλλα πάλι διαμένουν μετανάστες. Φτάνοντας στην πλατεία Μικρασιατών συναντήσαμε το 3ο Δημοτικό Σχολείο, το σχολείο όπου φοίτησαν όλα τα παιδιά του συνοικισμού, μεταξύ τους ο Λάζαρος, ο Συμεών και ο Θοδωρής. Σε έναν τοίχο του ήταν γραμμένο το σύνθημα, «ΑΕΚ σημαίνει, προσφυγιά ξεριζωμένη». Σε αυτό το οπαδικό σύνθημα συμπυκνώθηκε όλη η κουλτούρα της προσφυγικής γειτονιάς που περιηγηθήκαμε. 

Οπαδικό σύνθημα στον τοίχο του 3ου Δημοτικού Σχολείου
Η άγρια ομορφιά του συνοικισμού.
Πλατεία Μικρασιατών
Γεράνια και ψησταριές έξω από τις προσφυγικές κατοικίες της Ελευσίνας
Κάποτε εδώ στεγάζονταν ένα παντοπωλείο.
Μνημείο Μικρασιάτισσας μάνας.
Προσφυγική κατοικία.
Πολλά κτίσματα βρίσκονται υπό εγκατάλειψη.
Τα λουλούδια μαρτυρούν την ύπαρξη των μικρασιατών απογόνων.
Η οδός Δαρδανελλίων.
Πολλά από τα δέντρα φέρουν σήμανση του δήμου.

Καφενείο Οδεμήσιον, Ελ. Βενιζέλου 59, Ελευσίνα, τηλ. 210-5546003
Φιλίππα Δημητριάδη

Η Φιλίππα Δημητριάδη είναι δημοσιογράφος. Γεννήθηκε το 1990 στην Αθήνα, όπου μεγάλωσε και ζει μέχρι σήμερα. Είναι απόφοιτος του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.